Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Τώρα βρίσκεται ενώπιον των μεγάλων κινητοποιήσεων και αντιδράσεων.

Η επιλογή του Αλέξη Τσίπρα πριν από έναν χρόνο να εκβιάσει εκλογές από τη βιασύνη του να γίνει πρωθυπουργός, διότι θεωρούσε ότι τον... καλούσε η Ιστορία, φαίνεται τώρα πια καθαρά ότι ήταν το μοιραίο λάθος του. Τον συμβούλευσαν τότε πολλοί φίλοι του, και εχθροί του ακόμη, να μην προτρέχει. Μεταξύ αστείου και σοβαρού, μάλιστα, θρυλείται ότι του είπαν πως «αν γίνεις σύντομα πρωθυπουργός, θα αποδειχθείς πρωθυπουργός εν συντομία». Δεν άκουσε κανέναν και επικαλείτο το ραντεβού με το πεπρωμένο του βαδίζοντας με τον απύθμενο λαϊκισμό του κατά πάντων και υπέρ πάντων. Ακόμη και μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, βρέθηκαν ορισμένοι αντίπαλοί του που του συνέστησαν να αλλάξει ρότα διότι θα πληρώσει βαρύ τίμημα ο ίδιος, αλλά πρωτίστως η χώρα, αν δεν συνειδητοποιήσει τον ρόλο του και τις ευθύνες του.
Δυστυχώς, πέρασαν μήνες παλινωδιών και επικίνδυνων ελιγμών μέσα στο ψεύδος και στη χυδαιότητα ενός πολιτικού λόγου που ενίσχυσε αντί να τιθασεύσει το τέρας του λαϊκισμού. Κάπως έτσι φθάσαμε στις δεύτερες εκλογές του Σεπτεμβρίου, όπου και πάλι δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα παρά την ψυχρολουσία του τρίτου μνημονίου, που πέρασε με την, ανέξοδη γι' αυτόν, βοήθεια της αντιπολίτευσης.
Μόλις διέφυγε από τη διακεκαυμένη ζώνη και κέρδισε τις εκλογές με ποσοστά που ούτε και ο ίδιος περίμενε -ασχέτως αν στην πραγματικότητα έχασε χιλιάδες ψήφους-, άρχισε πάλι τις πολιτικές ακροβασίες και επιθέσεις σε βάρος των αντιπάλων του.
Τώρα που βρίσκεται ενώπιον των μεγάλων κινητοποιήσεων και αντιδράσεων από παντού για το άθλιο τεχνικά και παράλογο επί της ουσίας σχέδιο για το Ασφαλιστικό, άρχισε εκ νέου την κατασυκοφάντηση εχθρών τε και άλλοτε φίλων. Πρόκειται για τον απόλυτο εγκλωβισμό, καθώς από τη μια η κυβέρνηση έχει ελάχιστο χρόνο να υλοποιήσει μνημονιακές δεσμεύσεις, ενώ από την άλλη χάνει κάθε επαφή με τα κοινωνικά της στηρίγματα - και αυτό απειλεί ευθέως τη συνοχή της.
Αν δε ευσταθούν οι φήμες περί σχεδίου Β', με νέο κύκλο ανωμαλίας και προσφυγή σε εκλογές, τότε θα πρόκειται για αυτοκτονία και όχι παγίδευση της αντιπολίτευσης όπως εκτιμούν οι εισηγητές αυτής της επιλογής. Εδώ που φθάσαμε, για την κυβέρνηση ισχύει το μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Εκ των πραγμάτων, οφείλει να διαλέξει το λιγότερο κακό για την ίδια και το πλέον χρήσιμο για τον τόπο, αλλά το παρελθόν της δεν αποτελεί εγγύηση για την πορεία της εφεξής, που έτσι και αλλιώς προβλέπεται περιπε­τειώδης και μάλλον σύντομη.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

ΕΡΤ και Ασφαλιστικό

ΕΡΤ και Ασφαλιστικό
Μ ια ουσιαστική μεταρρύθμιση στο Ασφαλιστικό με συναίνεση θα αποτελέσει εφαλτήριο για την ανάπτυξη της χώρας ,θα αναστηλώσει την αξιοπιστία και θα απελευθερώσει το πολιτικό σύστημα από μια πολιτική μάχη που οι μόνοι χαμένοι είναι οι πολίτες.
Η συναίνεση για μεταρρύθμιση στο Ασφαλιστικό είναι το δίδαγμα των ανεπτυγμένων δημοκρατιών. Εστω και τώρα ας γίνει μια προσπάθεια. Τα περί ιδεολογικών διαφορών στην αντιμετώπιση ενός καταρρέοντος ασφαλιστικού συστήματος είναι ακόμη ένα μεταπολιτευτικό θέατρο για όσους πολιτεύονται υποσχόμενοι να δώσουν αυτό που δεν έχουν. Σε όλο τον πλανήτη τα ασφαλιστικά συστήματα είναι ένα μείγμα αναδιανεμητικού και κεφαλαιοποιητικού, με παροχές και εισφορές που εξαρτώνται από το Δημογραφικό, τον ρυθμό ανάπτυξης και την ανεργία. Οταν όλα αυτά είναι θετικά, τότε υπάρχουν ιδεολογικές διαφορές. Εμείς σε αυτήν τη φάση είμαστε σε άλλη πίστα. Πρέπει να εξασφαλίσουμε τους συνταξιούχους και να στηρίξουμε τους νέους, αν τα Ταμεία είναι χρεοκοπημένα και οι δείκτες αρνητικοί.
Οι πολίτες πρέπει να κατανοήσουν τι θα τους συμβεί συλλογικά και ατομικά τώρα και στο μέλλον. Να μάθουν όλη την αλήθεια. Η Δημόσια Τηλεόραση έχει ευθύνη στην επιμόρφωση και την αντικειμενική ενημέρωση των πολιτών. Ως πολίτης θα ήθελα να δω τη Δημόσια Τηλεόραση να εγκύψει πάνω στο μείζον εθνικό θέμα του Ασφαλιστικού αλλά και του Δημογραφικού που δεν κυριαρχεί, ατυχώς, στον δημόσιο διάλογο. Επιμορφωτική εκπομπή και ερωτήσεις-απαντήσεις στην ηλεκτρονική σελίδα της ΕΡΤ καθημερινά με απλή επεξήγηση για το τι είναι αναδιανεμητικό σύστημα και τι κεφαλαιοποιητικό, τι σημαίνει αυτό για τα χρήματα του καθενός, πού τοποθετούνται και πώς επιστρέφονται. Τι είναι το ποσοστό αναπλήρωσης, η ρήτρα μηδενικού ελλείμματος, το προσδόκιμο ζωής, πώς επηρεάζει η δημογραφική κρίση το σύστημα.
Δυνατότητα ερωτήσεων και απαντήσεων στους πολίτες. Παρουσίαση των οικονομικών στοιχείων της αναλογιστικής μελέτης που οφείλει να καταθέσει η κυβέρνηση, με επεξήγηση από ειδικούς. Να γίνει κατανοητό σε όλους τι ποσά χρειαζόμαστε κατ' έτος, τι εισρέει στα Ταμεία και ποιες οι υποθέσεις για τα επόμενα 10, 20 και 30 χρόνια, όταν δηλαδή οι σημερινοί 35άρηδες θα βγαίνουν στη σύνταξη. Να δοθούν παραδείγματα για το πώς λειτουργούν διαφορετικά συστήματα και για το επίπεδο των συντάξεων σε άλλες χώρες της ΕΕ. Να οργανωθεί συζήτηση ανάμεσα στον πρωθυπουργό και στις τριτοβάθμιες ενώσεις, ώστε να παρακολουθήσουμε και στην Ελλάδα ζωντανό κοινωνικό διάλογο. Να κληθούν οι πολιτικοί αρχηγοί σε διάλογο με δημοσιογράφους που γνωρίζουν -η ΕΡΤ διαθέτει τέτοιους- και οικονομολόγους, ώστε να παρουσιάσουν τις θέσεις τους και τις αντιρρήσεις τους. Να οργανωθεί τέλος ντιμπέιτ μεταξύ πρωθυπουργού και αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης για το Ασφαλιστικό, δηλαδή για το παρόν και το μέλλον όλων των γενεών. Η ΕΡΤ μπορεί και πρέπει να τιμήσει σε αυτήν τη συζήτηση τον τίτλο της «Δημόσιας» Τηλεόρασης. Ιδωμεν.

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Αύριο θα είναι και πάλι αργά.

Αν ισχύει ότι στην πολιτική ο χρόνος έχει ιδιαίτερη σημασία, τότε στα χρόνια της κρίσης η αλήθεια αυτή διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Γιατί οι εξελίξεις μέσα στην κρίση υπήρξαν καταιγιστικές, σαν ένα μεγάλο τσουνάμι που ήρθε να ανατρέψει βεβαιότητες και να καταρρίψει εικονικές πραγματικότητες δεκαετιών. Πάνω απ' όλα όμως ήρθε ν' αποκαλύψει την πραγματική αιτία της ίδιας της κρίσης, μια αιτία που ακόμα και τώρα προσπαθούν απεγνωσμένα κάποιοι να κρατήσουν διπλαμπαρωμένη στα πολιτικά τους μπαούλα. Η Ελλάδα πλήρωσε και πληρώνει τις συνέπειες του ανεξέλεγκτου και πολλές φορές ακραίου λαϊκισμού που κυβέρνησε με διαφορετικά χρώματα τη χώρα στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Ενός λαϊκισμού που διέβρωσε τον δημόσιο βίο, έστησε το πελατειακό κράτος, γέννησε τη διαφθορά, μοίρασε αφειδώς υποσχέσεις και δανεικά και υπερασπίστηκε με πάθος τη στασιμότητα.
Ο λαϊκισμός διαπέρασε εγκάρσια τις πολιτικές δυνάμεις χαράζοντας στο εσωτερικό τους τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ προόδου και συντήρησης. Η Αριστερά -όπως έμπρακτα αποδεικνύει ο ΣΥΡΙΖΑ- δεν είναι αυτομάτως προοδευτική λόγω τίτλου, η Δεξιά δεν έγινε ξαφνικά μεταρρυθμιστική λόγω της εκλογής Μητσοτάκη, ο μεσαίος χώρος δεν είναι κατ' ανάγκην ενιαίος. Κι επειδή πληθαίνουν τελευταία οι εκκλήσεις για την ανασυγκρότηση του χώρου της Kεντροαριστεράς, θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς πώς είναι δυνατόν να συγκροτηθεί μια ενιαία πολιτική δύναμη από αυτούς που αγωνίστηκαν και προώθησαν στην πράξη μεταρρυθμίσεις με προσωπικό κόστος από τη μια και τους παντός καιρού σιγουρατζήδες που ακόμα και σήμερα ξερογλείφονται στη θέα των τρακτέρ ή ζητούν συγχώρεση από τον Θεό για την ψήφο τους στη Βουλή από την άλλη. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που δεν έγινε, παρ' όλες τις προσπάθειες, δυνατή η ανασυγκρότηση του χώρου της Kεντροαριστεράς μέχρι σήμερα.
Στον κεντρώο ριζοσπαστικό χώρο κινείται ωστόσο ο μεγάλος όγκος των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων του τόπου. Δυνάμεις ζωντανές με σταθερό και επίμονο προσανατολισμό που έχουν τη δυνατότητα να συσπειρώσουν και τις φιλελεύθερες μεταρρυθμιστικές φωνές σε μια προσπάθεια να βγει η χώρα από τη σημερινή κατάστασή της. Ας μην επικαλούνται κάποιοι το πρόσημο των μεταρρυθμίσεων σαν εμπόδιο σε μια τέτοια συσπείρωση. Οι μεταρρυθμίσεις είναι προοδευτικές ή δεν είναι μεταρρυθμίσεις. Ο λαϊκισμός είναι το ίδιο ύπουλος κι επικίνδυνος ακόμα κι όταν εκφράζεται με διαφορετική γλώσσα. Και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά παρά από μια όσο γίνεται πιο πλατιά συμμαχία αντιλαϊκίστικων δυνάμεων, έναν ισχυρό μεταρρυθμιστικό πόλο. Μόνο που ο χρόνος δεν θα περιμένει άλλο τις προσωπικές φιλοδοξίες να υποχωρήσουν. Αύριο θα είναι και πάλι αργά. Για τη χώρα!

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Μόνος εναντίον όλων και βλέποντας και κάνοντας.

 Με τη λογική του «μόνος εναντίον όλων» και «βλέποντας και κάνοντας» έφτασε εδώ που έφτασε και με αυτή συνεχίζει. Δεν κάνει ποτέ λάθος, για όλα φταίνε οι άλλοι κι αν κάποια στιγμή κάποιος του απλώσει το χέρι να τον βοηθήσει, την επομένη κιόλας θα το έχει μετανιώσει αν στο μεταξύ έχει τολμήσει ή να το επικαλεστεί ή να του καταλογίσει οτιδήποτε. Μοιάζει με το κακομαθημένο παιδί που αν ρίξει μια πέτρα και σπάσει το κεφάλι ενός συμμαθητή του θα ισχυριστεί ότι φταίει το θύμα επειδή βρέθηκε μπροστά στην πέτρα.
Με αυτή τη λογική κινήθηκε στην προχθεσινή συζήτηση. Αλλά δεν υπήρξε ούτε ένα επιχείρημά του που να μην αποδείχθηκε μπούμερανγκ. Με κυριότερο εκείνο για το ΔΝΤ και την ταύτιση του Μητσοτάκη μαζί του. Ηταν δυνατό να μην ήξερε ότι αυτός και ο υπουργός του ήταν που εκλιπαρούσαν δανεικά από τη Λαζάρντ πέρυσι το καλοκαίρι και διαβεβαίωναν ότι προσβλέπουν στη συνεργασία με το ΔΝΤ; Μάλλον ότι έκλεβε εκκλησία θα πρέπει να αισθανόταν ο αρχηγός της ΝΔ όταν τους αποστόμωνε.
Και το ζητούμενο για τη συνέχεια είναι απλό: θα καταλάβει επιτέλους ο πρωθυπουργός ότι αυτά που ήξερε τελείωσαν κι ότι το «όλοι σας και μόνος μου» τείνει να ισχύσει σε όλα τα επίπεδα; Δεν είναι μόνο τα αντίπαλα κόμματα ή τα ΜΜΕ «της διαπλοκής» που του το λένε. Είναι όλες οι κοινωνικές και επαγγελματικές τάξεις, η μία μετά την άλλη, που τον καταγγέλλουν, είναι η ασυνέπειά του την οποία όλοι υπενθυμίζουν, μια και τα πάντα στους πάντες έχει υποσχεθεί και τίποτα δεν έχει τηρήσει, είναι οι εταίροι και δανειστές που πιέζουν να τιμήσει την υπογραφή του. Και είναι και η απειλή για τη Σένγκεν που μας ήρθε μόλις χθες. Είναι η ευθύνη της διακυβέρνησης, Αλέξη.

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Η Πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού αλλά όχι του ψευδούς.

Αν δεν συνειδητοποιήσουμε ότι για ήδη συνταξιούχους και όσους είναι κοντά στη σύνταξη η «κουρελού» που φτιάξανε, όσο εργάζονταν, συνδικαλίζονταν ή ψήφιζαν άθλιες κυβερνήσεις, δεν τους καλύπτει πια. Δεν είναι δυνατόν μία γενιά, κατά ένα τέταρτο άνεργη, να παραγάγει αρκετό εισόδημα για μία γενιά που τα «φόρτωσε στον κόκορα» και πλούτισε, μάλιστα, στην πορεία. Η Πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού αλλά όχι του ψευδούς. Αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να το παραδεχθεί γιατί «κατάγεται» από αυτούς που δημιούργησαν το πρόβλημα και πλούτισαν από αυτό. Η επόμενη κυβέρνηση μπορεί να το λύσει, λέγοντας μία αλήθεια. Οι συντάξεις που έχουν «νομοθετηθεί» δεν μπορούν να πληρωθούν, όλες και ως έχουν. Αυτό περιλαμβάνει όλους όσοι εξόφθαλμα ωφελήθηκαν, εκβιάζοντας την κοινωνία, όπως οι ΔΕΗτζήδες, οι δικαστικοί, οι υπάλληλοι της Βουλής και όσοι απήλαυσαν τα οφέλη της Πολιτικής Διοίκησης. Για τους υπόλοιπους, θα θεσπισθεί «Νέο Ασφαλιστικό» με Εθνική Σύνταξη ως ελάχιστο για όλους και άμεσα, Κλαδική σύνταξη για κλαδικούς ασφαλιστικούς φορείς, αλλά χωρίς εθνικούς πόρους και άλλα κόλπα, και προαιρετική ιδιωτική ασφάλιση.
Οι ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις θα επανεξετασθούν και όσες κριθούν αναλογιστικά υπέρογκες θα αναπροσαρμοσθούν. Υπάρχουν όσοι έφυγαν στα 67 και πλήρωναν σαράντα χρόνια. Υπάρχουν και όσοι έφυγαν στα 47 γιατί είχαν «δόντι». Το παραπάνω Σχέδιο βασίζεται στη γενναιότητα ενός λαού που θέλει μία νέα αρχή, στην ικανότητα μίας κυβέρνησης να εκπονήσει το πειστικότερο και δικαιότερο σχέδιο και στη γενναιοδωρία των εταίρων μας να δεχθούν μία ελάχιστη αύξηση στο εθνικό μας χρέος για λίγα χρόνια. Ας αρκεσθούν στην υπόσχεσή μας για ταχεία αύξηση του ΑΕΠ, κάτι που η Ελλάδα με μία άλλη κυβέρνηση είναι σε θέση να πραγματοποιήσει.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Η κοινωνία άρχισε να αντιδρά και μάλιστα δυναμικά.

Συμπληρώθηκε ήδη ένας χρόνος με κυβέρνηση της «πρώτη φορά Αριστεράς». Ηδη όμως διαφαίνεται και το τέλος των ιδεολογημάτων που έφεραν αυτήν την Αριστερά στην εξουσία. Η φανταστική σχέση με την πραγματικότητα που καλλιέργησε ο ΣΥΡΙΖΑ, ως μικρό κόμμα στην αρχή και ως αξιωματική αντιπολίτευση αργότερα, έχει πλήρως αποκαλυφθεί. Η κοινωνία τους πρώτους επτά μήνες βίωσε την κωμικοτραγική ακυβερνησία και την παρωδία του διαπραγματευτικού «αντιστασιακού» έπους, με όλα τα συνακόλουθα οικονομικά δεινά. Τους υπόλοιπους μήνες βίωσε και βιώνει την ανικανότητα της κυβέρνησης, τον ακραίο και προκλητικό νεποτισμό της, την έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου, την κουτοπόνηρη νομοθέτηση των όρων του νέου Μνημονίου.
Η κοινωνία όμως άρχισε να αντιδρά και μάλιστα δυναμικά. Εκπληκτα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, άλλοτε εκτός κριτικής και χαϊδεμένα παιδιά του μεταπολιτευτικού συστήματος, βλέπουν τον κόσμο να στρέφεται εναντίον τους και να τους εγκαλεί για όσα πράττουν. Ο μεγαλύτερος όμως αντίπαλος του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο τρόπος με τον οποίο συγκροτήθηκε ως κόμμα εξουσίας. Η ανορθολογική ερμηνεία της κρίσης, η άκρατη υποσχεσιολογία, η καταγγελτική δημαγωγία, η ανοχή και η δικαιολόγηση της λεκτικής και της σωματικής, συχνά, βίας, η άρνηση κάθε μεταρρύθμισης και η υποκίνηση όλων των αντιδράσεων ήταν κάποια από τα χαρακτηριστικά του τρόπου αυτού. Τώρα όλα τα βρίσκει μπροστά του. Τεράστιες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, ομηρείες υπουργών και βουλευτών, εισβολές σε γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ, αποκλεισμοί δρόμων και άλλες ακραίες πράξεις είναι στην ημερήσια διάταξη. Οποιαδήποτε δε προσπάθεια των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ να καταγγείλουν τα όσα υφίστανται φαντάζουν κωμικές. Για παράδειγμα, ο υπουργός Παιδείας μετά τη, για δεύτερη φορά, διάλυση από ποικίλους αριστεριστές της διαδικασίας του διαλόγου για την Παιδεία, μίλησε για αυτόκλητους επαναστάτες, για έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης και ανακάλυψε ταύτιση με τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις.
Ομως όλα τα προηγούμενα χρόνια οι ίδιες ακριβώς πρακτικές υποκινούνταν από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και υμνολογούνταν. Το ίδιο κωμικά φαίνονται τα κυβερνητικά στελέχη, όταν, ως νέου τύπου εθνικόφρονες, κατηγορούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης για έλλειψη εθνικής ευθύνης επειδή αρνούνται να συναινέσουν στην πολιτική τους. Η δική τους εθνική ευθύνη, έναν μόλις χρόνο πριν, πού ήταν; Δυστυχώς ο ένας χρόνος της «πρώτη φορά Αριστεράς» αποδεικνύεται τραγικός για την ελληνική κοινωνία. Παρά τη συσκότιση με την επαναλαμβανόμενη μονότονα αριστερίζουσα ρητορική, η οπισθοδρόμηση όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων και των κοινωνικών λειτουργιών και η απουσία προοπτικής είναι εμφανέστατες. Το ίδιο εμφανέστατη είναι και η ήττα της συγκεκριμένης Αριστεράς ως θεωρίας, ως πολιτικής, ως συμπεριφοράς και ως ηθικής στάσης.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Εκείνο που δεν έχει διευκρινιστεί επαρκώς είναι τι ακριβώς γιορτάζουν.

Γιορτάζουν, λοιπόν, στον ΣΥΡΙΖΑ. Και καλά κάνουν. Μόνο που εκείνο που δεν έχει διευκρινιστεί επαρκώς είναι τι ακριβώς γιορτάζουν. Διότι αν πρόκειται για τον έναν χρόνο στην εξουσία, για τις υπουργικές και άλλες καρέκλες, για τις φιλικές, συγγενικές και άλλες «εξυπηρετήσεις», πολύ καλά κάνουν και γιορτάζουν. Γιατί κατά τα άλλα...
Κι αυτά τα «άλλα» είναι που μετράνε και τους κάνουν να ξεχωρίζουν. Κι όχι μόνο στον στενό ελλαδικό χώρο αλλά και τον ευρωπαϊκό, όπως πάντα φιλοδοξούσαν. Ή και τον παγκόσμιο, υποθέτω. Διότι, όπως και να το κάνουμε, δεν νομίζω να έχει καταγραφεί άλλη περίπτωση σε πολιτισμένη και στοιχειωδώς σοβαρή χώρα, όπου μέσα στον πρώτο χρόνο της διακυβέρνησής του ένα κόμμα καταφέρνει τα εξής μάλλον ασυνήθιστα:
Πρώτον, να έχει διασπαστεί εν μέσω αλληλοκατηγοριών για «προδοσία», οι μεν του κόμματος, οι δε του λαού. Δεύτερον, να μην έχει εφαρμόσει έστω και μία από τις βασικές προεκλογικές διακηρύξεις του. Και τρίτον, και σημαντικότερο, να εφαρμόζει εκείνη ακριβώς την πολιτική την οποία επί χρόνια κατήγγελλε και είχε εκλεγεί πέρυσι σαν και σήμερα για να ανατρέψει.
Αυτά ως προς τη συνοπτική καταγραφή της παρουσίας της «πρώτης αριστερής κυβέρνησης» στον τόπο μας, γιατί αν πάμε στα επιμέρους, τότε από πού να ξεκινήσει κανείς και πού να τελειώσει. Βλέπετε, είναι πολλά τα αξιομνημόνευτα. Και κωμικοτραγικά στο σύνολό τους, αν και όπως καθημερινά πλέον διαπιστώνεται, είναι πολλά και σοβαρά αυτά που δεν ξέρουμε και μόνο μέσα από την αλληλοφαγωμάρα τους έχουμε αρχίσει και ψυλλιαζόμαστε.
Θα ήταν, όμως, παράλειψη αν από τον συγκεκριμένο εορτασμό απουσίαζε ένας καθοριστικός, ο καθοριστικότερος ίσως παράγοντας της περιπέτειας που ζούμε. Φυσικά εμείς, το εκλογικό σώμα, που μέσα σ’ έναν χρόνο έχουμε καταφέρει το αδιανόητο: να δώσουμε στο ίδιο κόμμα τρεις εκλογικές νίκες, παρόλο που κάθε φορά εφάρμοζε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που υποσχόταν προεκλογικά ότι θα εφαρμόσει.
Στα θετικά μας, ωστόσο, ότι τα γενέθλια τα γιορτάζουμε με υποδειγματικό τρόπο: ξεσηκωμένοι και στους δρόμους. Με κάποιες υπερβολές, φυσικά, αλλά έτσι είμαστε φτιαγμένοι, έτσι αντιδρούμε. Τι καλύτερο «δώρο», άλλωστε, για τα σημερινά γενέθλια από μια έμπρακτη υπενθύμιση της πρακτικής που τους έφερε στην εξουσία; Και που τώρα απειλεί να τους διώξει.

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

Έναν χρόνο από την πρώτη εκλογική τους νίκη .

Oι επέτειοι είναι σε κάθε περίπτωση ευκαιρίες περισυλλογής και απολογισμού. Απογραφής πεπραγμένων και προγραμματισμού ενεργειών. Αυτοκριτικής και εντοπισμού σφαλμάτων από τη μια και προσπάθειας αξιοποίησης της πείρας που με τα λάθη αυτά αποκτήθηκε από την άλλη. Και σ' αυτήν ακριβώς τη διεργασία είναι λογικό να επιδίδονται αυτές τις ώρες οι κυβερνώντες. Συμπληρώνοντας έναν χρόνο από την πρώτη εκλογική τους νίκη και την άνοδό τους στην εξουσία, οφείλουν να αποτιμήσουν την πορεία τους και να αποφασίσουν για τη συνέχεια.
Πολυτάραχος αναντίρρητα αυτός ο χρόνος. Με ανατροπές και εξελίξεις που και ο πιο ευφάνταστος μυθιστοριογράφος δεν θα αποτολμούσε να πιθανολογήσει. Και μόνο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά διασπάστηκε αλλά παρά ταύτα ξανακέρδισε τις εκλογές και πλέον προωθεί πολιτική που επισήμως έχει διακηρύξει ότι δεν την πιστεύει, είναι η απόδειξη της ιδιαιτερότητας αυτής της πρώτης αριστερής χρονιάς αλλά και της σοβαρότητας και της κρισιμότητας των αποφάσεων που πρέπει να ληφθούν εν όψει της δεύτερης.
Γνωρίζουν οι κυβερνώντες, και πρώτος ο πρωθυπουργός, ότι το σημαντικότερο ίσως λάθος που έχει γίνει τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη κυβερνητική περίοδο που η λαϊκή ψήφος τούς παραχώρησε υπήρξε η συνεχής χρονική μετάθεση λήψης δύσκολων αλλά αναπόφευκτων αποφάσεων. Και η πράξη όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης έχει αποδείξει ότι το κόστος μιας απόφασης που δεν λαμβάνεται σήμερα, αύριο θα είναι μεγαλύτερο.
Με βάση αυτήν τη λογική θα πρέπει να προγραμματίσει τις κινήσεις της η κυβέρνηση. Είναι, άλλωστε, η μοναδική που, σύμφωνα με τις δικές της εκτιμήσεις, είναι ικανή να ανοίξει τον δρόμο για την εφαρμογή της πολιτικής την οποία πιστεύουν και θέλουν. Το βήμα για την προώθηση μιας αποτελεσματικής αναπτυξιακής και επενδυτικής πολιτικής είναι η ρύθμιση του χρέους. Προϋπόθεση για τη ρύθμιση του χρέους είναι, όπως συνεχώς μας θυμίζουν οι εταίροι και δανειστές μας, η αξιολόγηση. Κι αυτή δεν πρόκειται να ευοδωθεί αν δεν ολοκληρωθούν οι δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί από το περασμένο καλοκαίρι.
Εύκολα, κατά συνέπεια, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο απολογισμός της πρώτης κυβερνητικής χρονιάς τους δείχνει στον ΣΥΡΙΖΑ και στον πρωθυπουργό ότι η πορεία προς το αύριο είναι ένας μονόδρομος, τον οποίο και οφείλουν να διασχίσουν το ταχύτερο δυνατό. Αν θα το καταφέρουν ή όχι είναι κάτι που θα εξαρτηθεί από τη διαπραγματευτική τους ικανότητα και την κυβερνητική τους αποφασιστικότητα. Οπως και να έχει, σύντομα θα πρέπει να ξέρουμε όχι μόνο την επιλογή τους αλλά και το αποτέλεσμά της.

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Απορίες


Παρακολούθησα τη χθεσινή υπουργική συνέντευξη για το Ασφαλιστικό κι έμεινα με μια απορία: αυτά τα περί διαλόγου στον οποίο η κυβέρνηση είναι ανοιχτή, γιατί δεν τα σκέφτηκαν πριν από μερικούς μήνες, όταν ξεκινούσαν την ασφαλιστική μεταρρύθμισή τους, αλλά τα θυμήθηκαν τώρα που κατέβασαν τους πάντες στον δρόμο και μόνο τα ΜΑΤ και τα δακρυγόνα τούς έχουν απομείνει ως πειστικό αντεπιχείρημα;
Τα παραδείγματα που έχουμε απ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο είναι πως όπου χρειάστηκε ν’ αναμορφώσουν το ασφαλιστικό τους σύστημα φρόντισαν να εξασφαλίσουν δύο προϋποθέσεις: άνεση χρόνου και ευρύτερη δυνατή συμμετοχή στη διαμόρφωση του σχεδίου. Στην Ελλάδα του 2015 κρίθηκε ότι όλα αυτά είναι περιττές πολυτέλειες κι ότι αρκούν δύο ή τρεις μήνες κι ο Κατρούγκαλος. Και τώρα τρέχουν και δεν φτάνουν. Δικαιολογημένα. Ετσι και ξεκινήσει στραβά η δουλειά, δεν ισιώνει με τίποτα.
Και προς το τέλος της συνέντευξης μού ήρθε κι άλλη μία απορία: αυτή την καραμέλα της συνωμοσίας και της προβοκάτσιας γιατί συνεχίζουν και την πιπιλάνε; Δεν το έχουν καταλάβει ότι δεν πουλάει πια; Ή μήπως έχει απομείνει κάποια κοινωνική ομάδα ή τάξη που να μην έχει κατέβει στον δρόμο και άρα είναι ενδεχόμενο να την προσεταιριστούν;
Η εσφαλμένη πληροφόρηση είναι ένα πρόβλημα που υπήρχε, υπάρχει και δεν θα πάψει να υπάρχει. Και είναι πολλοί οι λόγοι που την προκαλούν. Ανάμεσά τους είναι ασφαλώς και η δημοσιογραφική ανεπάρκεια ή σκοπιμότητα. Αλλά συχνότερη αιτία είναι η κυβερνητική πρακτική. Διαχρονικό είναι το κόλπο να διοχετεύουν οι κυβερνήσεις «ειδήσεις» για να δοκιμάσουν την αντίδραση της κοινής γνώμης απέναντι σε μέτρα που σχεδιάζουν να προωθήσουν ή αποφάσεις που σκοπεύουν να πάρουν. Και σ’ αυτό το παιχνίδι η σημερινή κυβέρνηση έχει καταγράψει υψηλές επιδόσεις.
Συμπέρασμα; Αν κάνουν έστω και καθυστερημένα οι κυβερνώντες όσα όφειλαν να είχαν κάνει από την αρχή, κάτι μπορεί να συμμαζέψουν. Αλλά αν νομίζουν ότι μπορούν, ερήμην των άμεσα ενδιαφερόμενων και του πολιτικού κόσμου, να στήνουν μέσα σ’ ένα τρίμηνο ένα νέο ασφαλιστικό σύστημα που θα πρέπει οι ενδιαφερόμενοι να το αποδεχτούν αδιαμαρτύρητα και τα πολιτικά κόμματα να το στηρίξουν ασυζητητί, τότε ας μη διαμαρτύρονται για τις θύελλες που θερίζουν. Αυτοί έσπειραν τους ανέμους.

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Αυτό κι αν είναι παλαιοκομματικό.

Ποτέ και κανένας δεν ισχυρίστηκε ότι οι προηγούμενοι δεν είχαν χρησιμοποιήσει το Δημόσιο για το βόλεμα «ημετέρων». Ιστορικές έχουν μείνει, άλλωστε, οι αναφορές στους «πρασινοφρουρούς» και στα «δικά μας παιδιά». Αλλά επειδή τα είχαν κάνει κι εκείνοι, δεν σημαίνει ότι δικαιούνται να τα κάνουν και τούτοι. Ιδιαίτερα όταν επί χρόνια μάς βομβάρδιζαν με τη διαβεβαίωση ότι «δεν είμαστε όλοι ίδιοι» κι όταν ειδικά για τις περιπτώσεις των μετακλητών υπαλλήλων ο ίδιος ο Αλ. Τσίπας είχε δεσμευτεί ότι θα τους καταργήσει και θα εμπιστευτεί τους υπάρχοντες δημοσίους υπαλλήλους.
Φυσικά ούτε αυτή η κωλοτούμπα εκπλήσσει. Μέσα στον έναν χρόνο (παρά δύο μέρες) της διακυβέρνησής τους δεν άφησαν δέσμευση που να μην την έχουν ακυρώσει και ελπίδα που να μην την έχουν διαψεύσει. Και με μια άνεση μάλιστα που θα τη ζήλευαν και οι αντιπροσωπευτικότεροι εκπρόσωποι του παλαιοκομματισμού. Οταν ακούω τον πρωθυπουργό όχι απλώς να ζητά αλλά και ν’ αξιώνει από τους πολιτικούς αντιπάλους του συναίνεση, κατανόηση ή έστω προτάσεις, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι ο μοναδικός τομέας στον οποίο αδιαμφισβήτητα έχει διακριθεί έως τώρα είναι η επίδειξη θράσους.
Και οι συγκρίσεις. Τι κάνουμε εμείς αλλά και τι έκαναν οι άλλοι. Αλλά αυτό κι αν είναι παλαιοκομματικό. Μια ζωή με αυτό το επιχείρημα κονταροχτυπιόνταν νεοδημοκράτες και πασόκοι. Τι κάνουμε εμείς και τι έκαναν οι άλλοι. Μόνο που η λογική αυτή αποτελούσε και αποτελεί τον ορισμό της εξαπάτησης του ψηφοφόρου. Τα κόμματα ψηφίζονται με βάση τα όσα υπόσχονται προεκλογικά ότι θα κάνουν και κρίνονται, επιδοκιμάζονται ή αποδοκιμάζονται ανάλογα με τη συνέπεια ή την ασυνέπεια που θα επιδείξουν κατά την ενάσκηση της εξουσίας.
Δεν αρέσει στους συριζαίους, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα κι έτσι θα μείνουν. Μας υπόσχονταν ότι μαζί τους θα γυρίσουμε σελίδα, αλλά η μόνη καινούργια που είδαμε ήταν η μνημονιακή τους. Κι όσο για τη διαβεβαίωσή τους πως «εμείς δεν είμαστε σαν τους άλλους» βάλθηκαν να την αποδείξουν διορίζοντας τους συγγενείς τους, όταν οι άλλοι τουλάχιστον διόριζαν απλούς ψηφοφόρους τους.

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Η χώρα βρίσκεται σε έναν ιδιότυπο πόλεμο.

Η χώρα βρίσκεται σε έναν ιδιότυπο πόλεμο, και ακόμη δεν έχει «αποφασισθεί» αν πρέπει, και σε ποιο βαθμό, να επικοινωνούν και να συνεννοούνται ο πρωθυπουργός με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η σχέση των κορυφαίων πρωταγωνιστών του πολιτικού συστήματος πρέπει να χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια και στον βαθμό του δυνατού, αμοιβαία εμπιστοσύνη. Να ανεβάζουν τους τόνους στη Βουλή και όχι μόνο, να συγκρούονται σκληρά σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, αλλά να διατηρούν μια ομαλή και λειτουργική προσωπική σχέση, για το καλό της χώρας, αν φυσικά τους ενδιαφέρει.

Αν και εμφανίζεται αποφασισμένος να ασκήσει μια ιδιαίτερα επιθετική αντιπολίτευση, ο κ. Μητσοτάκης διεμήνυσε παράλληλα την πρόθεσή του να συμβάλει στην αναβάθμιση του πολιτικού διαλόγου και την εμπέδωση ενός νέου πολιτικού ήθους. «Να μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας. Αυτή είναι βασική προϋπόθεση για να συζητούμε. Εγώ θα το πράξω. Ευελπιστώ ότι θα το πράξετε κι εσείς» τόνισε, και αφού πρόσθεσε πως «είναι ξεκάθαρο ότι διαφωνούμε σε πολλά», κάλεσε τον πρωθυπουργό «τουλάχιστον να μιλάμε πολιτικά, χωρίς τον λαϊκισμό που έκανε τους πολίτες να αποστρέφονται την πολιτική».

H «ελληνική ιδιαιτερότητα» της ισοπεδωτικής αντιπολίτευσης, που συνεχίσθηκε και στη διάρκεια της κρίσης, πρέπει να αποτελέσει παρελθόν. Να κλείσει αυτό το καταστροφικό διαχρονικό, διακομματικό κεφάλαιο ανέξοδου λαϊκισμού που τόσο έχει κοστίσει στη χώρα.

Φυσικά, δεν είναι εύκολο για την ηγεσία και τα στελέχη της Ν.Δ. να προσφέρουν στήριξη σε αυτούς που τους έλεγαν «μερκελιστές» και «γερμανοτσολιάδες». Ούτε οι ατυχείς πρόωρες διαρροές τη στιγμή που η συνάντηση Τσίπρα - Μητσοτάκη βρισκόταν σε εξέλιξη, βοηθούν.

Για να αλλάξει το κλίμα και να παράσχει ο νέος αρχηγός της Ν.Δ. την όποια στήριξη σε κάποια μείζονα εθνικά ζητήματα, θα πρέπει ο πρωθυπουργός να βρει έναν τρόπο, αν όχι να ζητήσει συγγνώμη, τουλάχιστον να αναγνωρίσει ότι έσφαλλε όταν ως αρχηγός της αντιπολίτευσης έδινε ανέφικτες υποσχέσεις και εκτόξευε προσβολές, αλλά και για τον τρόπο που διαπραγματεύθηκε με τους εταίρους στο πρώτο εξάμηνο της πρωθυπουργίας του.

Η κυβερνητική θητεία και γενικότερη πολιτική παρουσία του νέου αρχηγού της Ν.Δ. οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτός δεν θα διολισθήσει σε λαϊκίστικες συμπεριφορές. Θα ασκήσει επιθετική αντιπολίτευση, αλλά τεκμηριωμένη. Δεν θα υποσχεθεί εύκολες λύσεις. Είναι και αυτή μια μορφή εθνικής στήριξης, με την έννοια ότι αφήνει περιθώρια κινήσεων στον κ. Τσίπρα στις δύσκολες αποφάσεις που θα κληθεί να πάρει.

Δεν χρειάζεται ο αρχηγός της αντιπολίτευσης να επιβραβεύει τις επιλογές του πρωθυπουργού. Αρκεί να υιοθετεί μια μετριοπαθή ρητορική και να καταθέτει ρεαλιστικές προτάσεις. Διότι είναι άλλο ο αντίπαλος να προτείνει μια διαφορετική, αλλά επίσης επώδυνη λύση, και άλλο να υπόσχεται σε όλους τα πάντα –όχι περικοπές, ή ακόμη και αυξήσεις μισθών και συντάξεων, επιδοτήσεις, παντός είδους ελαφρύνσεις, κ.λπ.– όπως έκαναν άλλοι στο παρελθόν.

Χωρίς το άγχος της ταχείας αναρρίχησης στην εξουσία που διακατείχε άλλους στο παρελθόν, και ενισχυμένος από την αίσθηση ανανέωσης που εξέπεμψε η εκλογή του και το προβάδισμα που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα βοηθήσει τη χώρα όντας χρήσιμος, όχι αρεστός.
Έντυπη

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Κομπογιαννίτικες πρακτικές


Aκουγα προχθές έναν αγρότη στην τηλεόραση να αναφέρεται στις οικονομικές παρενέργειες των μέτρων που προωθεί ο Γ. Κατρούγκαλος. Είπε πως από τα 20.000 ευρώ που είναι το ετήσιο εισόδημά του θα του μένουν, με βάση τους σχεδιασμούς του υπουργού Εργασίας, μόλις 350, το πολύ 400 ευρώ τον μήνα, για να συντηρήσει την οικογένειά του και να σπουδάσει τα παιδιά του. Στην ίδια ή ανάλογη θέση βρίσκονται και όλοι οι αγρότες που καλούνται ξαφνικά να εγκαταλείψουν τον φορολογικό παράδεισο στον οποίο είχαν καλομάθει, εδώ που τα λέμε, και, αντ’ αυτού, να βυθιστούν στη φορολογική κόλαση.
Και παράλληλα ακούω και διαβάζω και τις αντίστοιχες διαμαρτυρίες των ελευθέρων επαγγελματιών που οι εισφορές τους στον ΟΑΕΕ εκτοξεύονται σε δυσπρόσιτα ύψη, διότι μόνο έτσι λένε οι μαθηματικοί υπολογισμοί του Κατρούγκαλου και των συνεργατών του θα σωθεί το Ταμείο και θα συνεχιστεί η καταβολή συντάξεων. Και στην περίπτωσή τους η λογική των κυβερνώντων λέει πως το μεγαλύτερο κομμάτι των όποιων ετήσιων αποδοχών τους θα καταβάλλεται σε φόρους, ασφαλιστικές εισφορές και πάει λέγοντας.
Τι θα συμβεί έτσι και ψηφιστούν οι σχετικές ρυθμίσεις, τα έχουμε ξαναπεί. Οπως για παράδειγμα ότι φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή θα καταγράψουν απλησίαστα ρεκόρ. Αλλά εκείνο για το οποίο δεν έχουμε πει λέξη είναι η ανεξήγητη αισιοδοξία ότι τέτοιου είδους οικονομικοί στραγγαλισμοί θα αυξήσουν τα έσοδα των Ταμείων, ενώ είναι μαθηματικά βέβαιο ότι τα φέσια θα αυξηθούν.
Δεν ξέρω πώς καθορίζουν τις οικονομικές προτεραιότητές τους οι κυβερνώντες, αλλά είμαι απόλυτα βέβαιος πως ο αγρότης που θα βρεθεί ξαφνικά μπροστά στην αντικειμενική αδυναμία να τα βγάλει πέρα με 350 ευρώ τον μήνα μάλλον θα προτιμήσει να φεσώσει την Εφορία και τον ΟΓΑ, παρά να πεινάσει το σπίτι του. Κι όσο για τον ελεύθερο επαγγελματία, εκεί είναι που τα έσοδα του Ταμείου θα πιάσουν πάτο. Κατά ποία λογική εκείνος που δεν έχει να δώσει τις σημερινές εισφορές θα βρει για να δώσει τις αυξημένες αυριανές; Και πόσοι άραγε απ’ αυτούς που σήμερα τα κουτσοβολεύουν δεν θα διαπιστώσουν αύριο ότι δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του Κατρούγκαλου και τελικά θα μπουν κι αυτοί, θέλοντας και μη, στη μαύρη λίστα του ΟΑΕΕ;
Κομπογιαννίτικες ασκήσεις αριθμητικής και υπεραισιοδοξίας.

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Οι προκλητικές συμπεριφορές βολέματος κάθε λογής ημετέρων.

Ο Σύριζα, ήρθε στην εξουσία καταγγέλλοντας σε όλους τους τόνους και σε όλες τις δυνατές αποχρώσεις το παλιό κομματικό σύστημα για τις παθογένειες που κουβαλούσε. Ήταν αρκετοί όμως λίγοι μήνες, για να αποκαλυφθεί ότι το νέο που επαγγελλόταν ήταν πιο παλιό και από το παλιό. Εφοδος για την κατάληψη του κράτους με όλα τα μέσα, με όλες τις μεθόδους. Κομματικά στελέχη, πρώην βουλευτές συγγενείς, φίλοι σε μια επέλαση αναξιοκρατίας διορίζονται καθημερινά σε υπουργεία, δημόσιες υπηρεσίες, πολιτικά γραφεία.

Δεν είναι όμως μόνο η διάψευση των υποσχέσεων, η απίστευτη  αναντιστοιχία με την πραγματικότητα. Είναι και η πέρα από κάθε ηθική παράδοση της αριστεράς, προσπάθεια δικαιολόγησης της κομματικής κατάληψης του κράτους, εν ονόματι των... αγώνων και των θυσιών του παρελθόντος. Με αποκορύφωμα τη θρασύτατη παρέμβαση του γραμματέα της νεολαίας, με την οποία επαιρόταν για το διορισμό συγγενών και φίλης του εν ονόματι των υπηρεσιών που έχουν προσφέρει στο κόμμα και της αγωνιστικής παράδοσης της οικογένειας του!

Το περίφημο ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς που επικαλούνταν σε όλους τους τόνους τα στελέχη του Σύριζα πριν τις εκλογές, κατάφεραν σε ελάχιστο χρόνο να το κάνουν κυριολεκτικά κουρέλια. Χωρίς αιδώ, χωρίς προσχήματα, προκαλούν την κοινωνία και το δημόσιο αίσθημα, ξεπερνώντας και τις χειρότερες παραδόσεις προηγούμενων κυβερνήσεων.

Με εκατοντάδες χιλιάδες ανέργους, με χιλιάδες νέους να καταφεύγουν στο εξωτερικό για να επιβιώσουν, γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους κάθε έννοια αξιοκρατίας, προκειμένου να βολέψουν τα δικά τους παιδιά και να αλώσουν τον κρατικό μηχανισμό.

Είναι πραγματικά απορίας άξιον, που δεν αντιλαμβάνεται κανείς στην ηγεσία του Σύριζα και της κυβέρνησης, ότι έχει περάσει ανεπιστρεπτί η εποχή που η κοινωνία ανεχόταν και βολευόταν με τέτοιου είδους αντιδημοκρατικές πρακτικές και μεθοδεύσεις. Και ότι πολύ γρήγορα θα διαπιστώσουν ότι ακόμα και οι πιο καλοπροαίρετοι, που πίστεψαν τις προσδοκίες που είχαν δημιουργήσει, θα τους γυρίσουν την πλάτη.

Γιατί πέρα από τα μνημόνια και τα μέτρα, αυτές οι προκλητικές συμπεριφορές βολέματος κάθε λογής ημετέρων, ούτε δικαιολογούνται, ούτε αντέχονται. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν γίνονται από μια κυβέρνηση εν ονόματι της αριστεράς και αυτών που θυσιάστηκαν για χάρη των ιδεών της...

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Οδεύουμε από το κακό στο χειρότερο.

Είναι προφανές,  ότι δεν πάμε καλά.  πως δεν θα είναι πολλοί εκείνοι που δεν αντιλαμβάνονται ότι με βεβαιότητα οδεύουμε από το κακό στο χειρότερο. Τα παθήματα της πρώτης διαπραγμάτευσης δεν δίδαξαν τίποτα στους κυβερνώντες. Και η ψευδαίσθηση ότι παίζουν μόνοι τους μετά την εκλογική επιτυχία του Σεπτεμβρίου ήταν τελικά ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να τους συμβεί. Περυσινό σκηνικό θυμίζουν. Μόνο ο Βαρουφάκης και η Κωνσταντοπούλου λείπουν για να ολοκληρωθεί η εικόνα.
Η ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης όχι μόνο δεν έγινε τον Νοέμβριο όπως προβλεπόταν, αλλά ένας Θεός ξέρει πότε επιτέλους μπορεί να συντελεστεί, οι αριστερές ιδεοληψίες ξαναβγήκαν στην επιφάνεια με ευθεία υπονόμευση του επενδυτικού κλίματος που κάθε άλλο παρά ανεβάζει τις μετοχές μας στις Βρυξέλλες και η κυβερνητική πρακτική ενισχύθηκε με τη χρήση δακρυγόνων σε βάρος συνταξιούχων και την καταγγελία εργαζομένων ότι «προδίδουν την ταξική τους συνείδηση» επειδή πασχίζουν να προστατεύσουν τις δουλειές τους.
Κι όλα πριν από την αλλαγή στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας και τις δημοσκοπήσεις που, αν μη τι άλλο, δείχνουν ότι ο Τσίπρας έχει και τυπικά πια αντίπαλο και ότι η κυβέρνηση δεν παίζει μόνη της όπως πίστευε, αλλά ίσως να είναι και σε χειρότερη θέση από πέρυσι που είχε μόνο το εξωτερικό μέτωπο. Τώρα πλέον έχει και το εσωτερικό. Και σε διπλή έκδοση. Και πολιτικό λόγω Μητσοτάκη αλλά και κοινωνικό λόγω γενικού ξεσηκωμού για το Ασφαλιστικό και όχι μόνο.
Πού πάμε; Αγνωστο. Ποιος να εγγυηθεί, άλλωστε, και τι όταν όλα εξαρτώνται από μια κυβέρνηση που ποτέ δεν είχε και ούτε και φρόντισε ν’ αποκτήσει έναν στοιχειώδη σχεδιασμό για να κινηθεί με βάση τις προδιαγραφές, τις λογικές και τις υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης; Αλλωστε, και τότε αλλά και τώρα άλλος ήταν και είναι ο στόχος της. Οχι να προσαρμοστεί αυτή στην ΕΕ αλλά να προσαρμόσει εκείνη στις συριζαϊκές νοοτροπίες. Και τώρα πληρώνουμε τον λογαριασμό. Δικαιολογημένα. Εμείς δεν τους αναθέσαμε, και μάλιστα δύο φορές, να κάνουν μια δουλειά που επί χρόνια μας έδειχναν πως ούτε την ξέρουν, ούτε και μπορούν να τη μάθουν;

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Ο... βλάκας που τα δηλώνει όλα ας πληρώνει


Το προ­τελευ­ταίο σχέδιο της κυβέρνησης ήταν το πλαστικό χρήμα για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Καθ’ όλα σωστό κι αναγκαίο, αν αποφευχθούν υπερβολές και ακρότητες. Αλλά ξαφνικά ανακοινώνεται το τελευταίο σχέδιο, που προβλέπει ότι για τους ελεύθερους επαγγελματίες θα ισχύσει το πλαφόν του 55% έως και 60% για συνολικές φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις και αυτόματα τινάζεται στον αέρα το προηγούμενο. Οταν θέλεις να χτυπήσεις τη φοροδιαφυγή, δεν προχωράς σε μέτρα που την ενισχύουν.
Μερικά πράγματα είναι τόσο απλά, που καταντά κουραστικό να τα εξηγείς. Ο χώρος των ελεύθερων επαγγελματιών είναι αυτός που κυρίως προσφέρεται για απόκρυψη εισοδήματος. Οι συνεπείς φορολογούμενοι είναι η μειονότητα. Και ξαφνικά βγαίνει ένας υπουργός και ανακοινώνει μέτρα που τους φορτώνει και με νέα οικονομικά βάρη. Οποιος δεν καταλαβαίνει ότι τους σπρώχνει στη φοροδιαφυγή είναι επιεικώς αφελής. Και το μόνο που καταφέρνει είναι ν’ αποδεικνύει την ανικανότητα κι αυτής της κυβέρνησης ν’ αντιμετωπίσει σοβαρά και υπεύθυνα το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας.
Δεν υπάρχει μεταπολιτευτική κυβέρνηση που να μη διακήρυξε ότι «το πρόβλημά μας δεν είναι περισσότεροι φόροι από τους λίγους, αλλά λιγότεροι φόροι από περισσότερους». Ωστόσο όλες εφάρμοσαν το αντίθετο. Μόνο που αν μέχρι το 2010 η πρακτική ήταν απλώς άδικη και άνιση, στα χρόνια της κρίσης έχει φτάσει να είναι επιεικώς απαράδεκτη, εξουθενώνοντας τον ειλικρινή φορολογούμενο και διατηρώντας στο απυρόβλητο τον συστηματικό φοροφυγά.
Σε μια χώρα όπου το 80% των ελεύθερων επαγγελματιών δηλώνουν ετήσιο εισόδημα κάτω των 10.000 ευρώ η δίωξη της φοροδιαφυγής ασκείται όχι μέσω μιας αυστηρής και δίκαιης νομοθεσίας αλλά μέσω της μιας ή της άλλης λίστας και με βασικότερο στόχο την πολιτική εκμετάλλευση και όχι την εξυγίανση του συστήματος που οι κυβερνώντες δείχνουν να θεωρούν πάνω από τις δυνάμεις τους. Αποτέλεσμα; H πρόθεση της κυβέρνησης να τιμωρήσει όποιον βγάζει 30, 40, 50, 60, 70 ή και 80 χιλιάδες «εκτελώντας» τον φορολογικά και ασφαλιστικά. Που είναι σαν να του λένε «αφού είσαι βλάκας και τα δηλώνεις, από εσένα θα τα πάρουμε».

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Ήλθαν στην εξουσία το πρώτο μέλημά τους ήταν και παραμένει η άλωση της δημόσιας διοίκησης.

Ομολογουμένως, πολύ καλά τα είπε προχθές ο πρωθυπουργός για τη δημόσια διοίκηση στην ομιλία του στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης. Ανέδειξε με γλαφυρό τρόπο όλες τις παθογένειες της κρατικής μηχανής και κυρίως τις πελατειακές σχέσεις πάνω στις οποίες δομήθηκε από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, τόνισε ιδιαίτερα τα δεινά που έχουν επιφέρει με τις πρακτικές τους σ’ αυτήν οι προηγούμενες κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης -προφανώς έχει ακούσει ότι πριν από το 1974 η δημόσια διοίκηση δούλευε σχεδόν σαν ρολόι- και διακήρυξε ότι ο ίδιος και η κυβέρνησή του είναι αποφασισμένοι να αποκομματικοποιήσουν (όχι να αποπολιτικοποιήσουν) το κράτος και να το καταστήσουν αποτελεσματικό και αδιάφθορο με νομοσχέδιο που είναι ήδη έτοιμο να κατατεθεί. Είπε δηλαδή όσα αυτονόητα έπρεπε να πει ως πρωθυπουργός και έχουν πει κατά καιρούς πολλοί προκάτοχοί του, όπως άλλωστε παραδέχθηκε.

Σαν μουσική στ’ αυτιά ακούστηκαν τα εμπνευσμένα λόγια του Αλ. Τσίπρα και δεν υπάρχει πολίτης με «σώας τας φρένας», που δεν θα ήθελε τη μεταρρύθμιση ενός κράτους που τον ταλαιπωρεί ποικιλοτρόπως από τα γεννοφάσκια του μέχρι και μετά θάνατον, λόγω ανικανότητας, αναποτελεσματικότητας, φαυλοκρατίας, γραφειοκρατίας, κομματικής πελατοκρατίας, συνδικαλιστικής συνδιοίκησης (ή και απολυταρχίας), έλλειψης λογικής, αδιαφορίας και σε μεγάλο βαθμό, διαφθοράς. Το κακό είναι ότι όλα αυτά ο πρωθυπουργός δεν τα είπε σε κενό αέρος, όπως πιθανότατα νομίζει, ούτε απευθύνθηκε σε πολίτες, χωρίς ελάχιστη μνήμη, που δεν ακούν, δεν βλέπουν και δεν μιλούν, όπως τα γνωστά τρία πιθηκάκια.

Από την πρώτη στιγμή που ο Αλ. Τσίπρας και το κόμμα του ήλθαν στην εξουσία, το πρώτο μέλημά τους ήταν και παραμένει η άλωση της δημόσιας διοίκησης και η εγκαθίδρυση του δικού τους καθεστωτικού κράτους. Οπου βρίσκουν ευκαιρία και μπορούν, τοποθετούν κομματικούς και σε πολλές, πάρα πολλές περιπτώσεις, συγγενείς και φίλους, λες και έχουν προσβληθεί από μανία νεποτισμού. Το νομοσχέδιο που θα μεταρρυθμίσει τη δημόσια διοίκηση είναι προϊόν πίεσης των δανειστών, συνάντησε πολλές αντιδράσεις από τους κομματικούς και όπως το περιέγραψε περιλαμβάνει και αμφιλεγόμενες διατάξεις στα θέματα αξιολόγησης των υπαλλήλων. Με λίγα λόγια, δεν έχει αποδείξει ότι αυτός και η κυβέρνησή του αντιμετωπίζουν διαφορετικά από τους προηγούμενους το κράτος. Το αντίθετο και προς το χειρότερο μάλιστα!
Έντυπη

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Το στοίχημα του Κυριάκου

Το στοίχημα του Κυριάκου
Οι μεταβατικοί καιροί διεγείρουν το πολιτικό ένστικτο των οπαδών της αλλαγής. Ετσι μπορεί να ερμηνευθεί η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ. Μετά την επικράτηση του Αλέξη Τσίπρα, ο έτερος πόλος του δικομματισμού εύλογα αναζήτησε νέα πολιτική έκφραση στον κεντροδεξιό χώρο. Ο νέος πρόεδρος καρπώθηκε την επιθυμία ενός ευρύτερου εκλογικού σώματος, στο υποσυνείδητο του οποίου εγγράφεται ως εκφραστής του "Ναι" του δημοψηφίσματος. Το ποσοστό του 38,69% συνέθεταν δυνάμεις με διαφορετικές ιδεολογικές και κομματικές καταβολές. Κοινή συνισταμένη τους, ωστόσο, ήταν ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας, ως προϋπόθεση για την υπέρβαση της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτισμικής υστέρησής της.
Το γεγονός αυτό θέτει καίρια ζητήματα ως προς τη δυνατότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη να ανταποκριθεί στις πεποιθήσεις και δεσμεύσεις του, ενώ ηγείται ενός ετερόκλητου σχήματος. Η εμφανής διάστασή του με το κόμμα ενέχει κινδύνους: Είτε να αφομοιωθεί είτε να βρεθεί μετέωρος. Ο πολιτικοϊδεολογικός πυρήνας της ΝΔ παραμένει βαθιά δεξιός, διαποτισμένος με συντηρητικές, αναχρονιστικές αντιλήψεις. Η μετάλλαξή της δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός βρίσκονται στο DNA της. Η αποκήρυξή τους από τον νέο πρόεδρο δεν σημαίνει και εξάλειψη. Το εγχείρημά του να μετακινήσει τη ΝΔ στο Κέντρο αποδεικνύεται σύνθετο και απαιτητικό. Θα προσκρούσει στα ιδεολογικά βαρίδια, με ενδεχόμενο την απομείωση και της δικής του δυναμικής. Συνεπώς, η αντινομία Μητσοτάκη-κόμματος δεν αντιμετωπίζεται με προσωπικές διευθετήσεις και διανομή ρόλων. Χρειάζονται πρωτοβουλίες που υπερβαίνουν τα κομματικά όρια, ενισχύοντας έτσι την πολιτική κυριαρχία και την ηγετικότητά του.
Εξάλλου, η εκλογή του δεν υπήρξε αποτέλεσμα φραξιονισμού ή απλώς αλλαγής εσωκομματικών συσχετισμών. Hταν προϊόν έξωθεν πίεσης, καθώς η αποδοχή του από ένα ευρύτερο εκλογικό ακροατήριο επιβλήθηκε στο κόμμα. Η επικράτησή του δεν αποδίδεται μόνο στις ιδέες του αλλά και στη σύνθεση της κοινωνικής και πολιτικής βάσης που τον στήριξε. Δεν συναρτάται με τον κομματικό μικρόκοσμο. Συσχετίζεται με τη μεγάλη εικόνα: την έξοδο από την κρίση. Η κάμψη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Ο θετικός απόηχος της εκλογής του επιβεβαιώνει ότι τα τείχη του παρελθόντος είναι σήμερα διάφανα και ο οριζόντιος άξονας της πολιτικής κυρίαρχος. Οι κάθετοι διαχωρισμοί δεν υφίστανται πλέον. Οι πλειοψηφίες διαμορφώνονται στη βάση θεματικών προσεγγίσεων και όχι παρωχημένων πολιτικών και ιδεολογικών αναφορών. Πρόοδος και συντήρηση ανασυντάσσονται γύρω από νέα πραγματικά δεδομένα, νέες προσδοκίες, χωρίς να ταυτίζονται με τις παλιές διαιρέσεις. Επομένως το στοίχημα του Κυριάκου Μητσοτάκη θα κριθεί από την ικανότητά του να θεμελιώσει μια σύγχρονη στρατηγική και να την επιβάλει στο κόμμα του, αποφεύγοντας συγκερασμούς και παραλυτικές ισορροπίες.

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Η χώρα έχει υποφέρει από τους μεσσίες.

Αν το αποτέλεσμα της Κυριακής στην ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν διαφορετικό, αναρωτιέται κανείς αν θα είχε ανακαλύψει ο ΣΥΡΙΖΑ τις «ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές», αν θα είχε διαπιστώσει την «άβυσσο» η Φώφη Γεννηματά, αν θα προχωρούσε στην αναζήτηση μεταρρυθμιστικών συμμαχιών το Ποτάμι και κυρίως αν οι χαμένοι θα μιλούσαν στη ΝΔ για «ανάγκη συνύπαρξης όλων» όταν ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης είχε δηλώσει προεκλογικά ότι «δεν θα κρατήσει κανέναν με το ζόρι». Η νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη δημιούργησε ελπίδα για καλύτερες εξελίξεις στη χώρα. Δεν είναι η πρώτη ελπίδα που εμφανίζεται στα χρόνια της κρίσης. Oλες ωστόσο σκόνταψαν στον λαϊκισμό, στις προσωπικές φιλοδοξίες και τις άλλες παθογένειες του πολιτικού συστήματος. Η προσπάθεια διακομματικής στήριξης της κυβέρνησης Παπαδήμου κάηκε πολύ νωρίς. Η «πολιτική» επετηρίδα δεν ανέχτηκε για πολύ την παραβίασή της από «τεχνοκρατικές» παρεμβάσεις.
Η «κίνηση των 58» δημιούργησε στη συνέχεια τη νέα -και σοβαρότερη- ελπίδα για τη συγκρότηση ενός κεντροαριστερού-σοσιαλδημοκρατικού πόλου, που θα έπαιρνε την πρωτοβουλία για την έξοδο από την κρίση με αναπτυξιακή κατεύθυνση. Η άρνηση της ΔΗΜΑΡ να αναλάβει τις ευθύνες της που μαζί με την αποχώρηση από την κυβέρνηση οδήγησαν στην εξαφάνισή της, αλλά και προσωπικές φιλοδοξίες για την ηγεσία του εγχειρήματος το ακύρωσαν στην πράξη. Η πιο πρόσφατη και τραυματική εμπειρία είναι αυτή της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Και δεν αναφερόμαστε στην ελπίδα που δημιούργησε στην πλειοψηφία των πολιτών ο ακραίος προεκλογικός λαϊκισμός, αλλά στην ελπίδα για ένα νέο ήθος στην πολιτική που διαψεύδεται καθημερινά από μια αριστεροακροδεξιά συμμαχία που καταργεί κάθε ίχνος αξιοκρατίας και προχωράει στην οικοδόμηση ενός σκληρού κομματικού κράτους.
Η πολύπαθη ελπίδα φαίνεται να περνάει τώρα στα χέρια του νέου προέδρου της ΝΔ. Oχι γιατί μπορεί από μόνος του -η χώρα έχει υποφέρει από τους «μεσσίες»- ούτε γιατί άλλαξε ξαφνικά η Δεξιά. Αλλά γιατί μπορεί να αποτελέσει τον μοχλό που θα κινήσει τα νήματα και θα προκαλέσει τις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες που θα υλοποιήσουν επιτέλους τις μεταρρυθμίσεις που κιτρίνισαν επί δεκαετίες στα εκάστοτε κυβερνητικά συρτάρια. Απαραίτητη προϋπόθεση φυσικά για όλα αυτά είναι να μην κάνει πίσω από τα «πιστεύω» που πρόσφατα διακήρυξε δημόσια. Συγκρίνοντας τις δύο πολιτικές συγκυρίες -και σε καμιά περίπτωση τις δύο πολιτικές προσωπικότητες- ας ελπίσουμε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα συναντήσει στο κόμμα του αντίδραση ανάλογη με εκείνη που συνάντησε στην περίοδο της διακυβέρνησής του ο Κώστας Σημίτης από το ΠΑΣΟΚ. Να τον ψηφίζουν για την εξουσία και να τον καταριούνται για την πολιτική του!

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Περί εκβιασμών


Δεν με ξάφνιασαν οι δηλώσεις του υπουργού Ενέργειας και της κυβερνητικής εκπροσώπου για την υπόθεση της Χαλκιδικής και τις αποφάσεις των Καναδών επενδυτών της Eldorado Gold. Το επικό «η κυβέρνηση δεν εκβιάζεται» είναι από τα βασικά σλόγκαν της αριστερής διακυβέρνησης και συχνά διακηρύσσεται αν και δεν θυμάμαι να υπήρξε περίπτωση που να επιβεβαιώθηκε. Αλλά αυτό είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία διάψευσης προσδοκιών κι ελπίδων.
Η υπόθεση είναι γνωστή. Οι επενδυτές διατείνονται ότι η κυβέρνηση δεν τηρεί τους όρους της σύμβασης και η κυβέρνηση επικαλείται ότι οι επενδυτές είναι που δεν προστατεύουν το περιβάλλον όσο πρέπει. Αρα πρέπει να βρεθεί λύση. Που ή θα είναι συναινετική και κοινά αποδεκτή ή η διαφωνία θα οδηγήσει σε ρήξη και η σύμβαση ή δεν θα προχωρήσει παραπέρα ή θα ακυρωθεί.
Απλά και λογικά πράγματα δηλαδή, στα οποία δεν έχουν καμία θέση μεγαλοστομίες περί «εκβιασμών» και άλλων ανοησιών που για λαϊκή κατανάλωση καλές είναι αλλά δεν προσφέρονται για λύση προβλημάτων. Σε κάθε είδους διαπραγμάτευση ο καθένας χρησιμοποιεί τα όπλα του. Ο Σκουρλέτης ως κυβέρνηση έχει το μαχαίρι, οι επενδυτές κρατάνε το πεπόνι. Ή και αντίστροφα. Αλλά εκείνο που μετράει είναι η ταυτόχρονη αξιοποίησή τους. Ή θα υπάρξει και θα βγουν και οι δύο πλευρές κερδισμένες ή δεν θα υπάρξει και η κάθε πλευρά θα μετρήσει τις ζημιές της.
Εκείνο που έκαναν οι Καναδοί ήταν να ρίξουν το γάντι και να θυμίσουν τι σημαίνει, ειδικά στις Σκουριές αλλά και συνολικά στην Ελλάδα, η παρουσία τους σε θέσεις εργασίας, εισόδημα εργαζομένων, φόρους και επενδυτικά κεφάλαια. Και δεν περιορίστηκαν στην παράθεση των στοιχείων, αλλά πήραν και σβάρνα τα πολιτικά κόμματα και φυσικά εξασφάλισαν τη συμπαράσταση όσων επισκέφθηκαν.
Σήμερα είναι η σειρά της κυβέρνησης να μιλήσει. Ο υπουργός θα συναντηθεί με τους επενδυτές. Και μένει να ακούσουμε τι το ουσιαστικό θα πει, γιατί βεβαίως δεν είναι επιχείρημα ότι πιέζεται λόγω προγραμματικών δεσμεύσεών τους. Και όχι μόνο προς τους Καναδούς, αλλά εμμέσως και προς τους εταίρους. Που κι αυτοί εμμέσως, διά της Κομισιόν, του διεμήνυσαν ότι βάσει του τρίτου Μνημονίου είναι υποχρεωμένος όχι μόνο να επιδιώκει την προσέλκυση επενδύσεων, αλλά και να προστατεύει τις ήδη υπάρχουσες.

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας δεν διαμορφώνει μόνο νέες προοπτικές για την αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά προκαλεί αλυσιδωτές  παρενέργειες συνολικά στο πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση του κ.Τσίπρα, αποκτά πλέον ένα αξιόμαχο αντίπαλο δέος, καθώς η ΝΔ  μετά από μια πορεία εσωτερικής καθήλωσης ,απόρροια των χαμένων εκλογικών αναμετρήσεων της περασμένης χρονιάς, μπαίνει σε ένα δρόμο  οργανωτικής και πολιτικής ανασύνταξης με τη δυναμική μάλιστα που της προσδίδει η νέα ηγεσία.

Είναι αξιοσημείωτο επίσης ότι ο κ.Μητσοτάκης εξελέγη με ένα καθαρό πολιτικό πρόγραμμα, με σαφή ευρωπαϊκό και μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό. Αν αυτή η πολιτική πρόταση επιβεβαιωθεί και στην πράξη, η κυβέρνηση θα έχει πλέον απέναντι της έναν αντίπαλο που θα ασκεί κριτική επί της ουσίας και δεν θα τις επιτρέπει να εμφανίζεται ως μοναδικός θεματοφύλακας της σταθερότητας και της πορείας εξόδου  από την  κρίση. Παράλληλα και οι ευρωπαϊκές ηγεσίες που ως τώρα δεν έβλεπαν άλλη εναλλακτική λύση για την Ελλάδα, εκτός του κ.Τσίπρα θα αρχίσουν ενδεχομένως να αναθεωρούν τη στάση τους.

Αλλά και για τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης, η επικράτηση Μητσοτάκη δημιουργεί πιέσεις για ανασύνταξη και ανανέωση. Φάνηκε ήδη από τις πρώτες αντιδράσεις τους ότι αισθάνονται ήδη αυτή την πίεση και αυτή την ανάγκη. Αν ο νέος αρχηγός της ΝΔ φανεί συνεπής στις προεκλογικές δεσμεύσεις του, οι δυνάμεις της κοινωνίας που επενδύουν στο σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και δεν είχαν αξιόπιστη πολιτική εκπροσώπηση, πειστούν από την πολιτική Μητσοτάκη,οι επιπτώσεις στην ελάσσονα αντιπολίτευση, θα αρχίσουν να γίνονται ορατές.

όλα αυτά βέβαια  με την προϋπόθεση ότι η νέα ηγεσία της ΝΔ θα αφήσει πίσω της τα βαρίδια, τις εύκολες λαϊκίστικες υποσχέσεις και θα επενδύσει στη  ριζική ανανέωση του κόμματος αλλά και σε συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές θέσεις και προτάσεις. Ο κ.Μητσοτάκης έχει την ευκαιρία να αποδείξει ότι η ανατροπή που πέτυχε στη μάχη για την ηγεσία της παράταξης του ,υποστηρίζοντας όχι ιδιαίτερα δημοφιλείς απόψεις για αρκετά θέματα,έχει συνέχεια και συνέπεια. Οτι δεν θα βάλει «νερό στο κρασί του» για λόγους κομματικών ή πελατειακών ισορροπιών αλλά θα μείνει συνεπής στις υποσχέσεις του, υποστηρίζοντας το γενικότερο συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας, αδιαφορώντας για τις σειρήνες του λαϊκισμού.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Η επόμενη μέρα για τη ΝΔ


Η εκκρεμότητα επιτέλους έληξε. Οι φίλοι και ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας ανέδειξαν αρχηγό της συντηρητικής παράταξης τον Κυριάκο Μητσοτάκη επικροτώντας προφανώς την προεκλογική του διακήρυξη για ένα νέο και ριζικά ανανεωμένο κόμμα, ικανό να ανταποκριθεί στα προβλήματα της εποχής και να επανακτήσει τη δυναμική παλαιότερων εποχών.
Αντικειμενικά η επόμενη μέρα διαμορφώνει ένα νέο πολιτικό τοπίο το οποίο δεν περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στον χώρο της ΝΔ. Εκεί, με δεδομένη και τη στάση του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ούτε κλυδωνισμοί αναμένεται να υπάρξουν, ούτε αντιδράσεις με αρνητικές παρενέργειες για την ενότητα και τη λειτουργία του κόμματος. Εκείνο που μένει να καταδειχθεί είναι αν και σε ποιον βαθμό η ανανεωτική ατζέντα και η όποια πολιτική στάση και τακτική που θα επιβάλει ο νέος αρχηγός θα κινήσουν το ενδιαφέρον και θα προσελκύσουν δυνάμεις από άλλους χώρους ή και από την τεράστια πλέον δεξαμενή των πολιτικά αποστασιοποιημένων.
Υπό άλλες συνθήκες η πρώτη αξιολόγηση της αρχηγικής παρουσίας του Κυρ. Μητσοτάκη θα γινόταν με βάση το υπό διαμόρφωση πολιτικό πρόγραμμά του και την ανανέωση που θα προωθούσε, αλλά η περίοδος, την οποία διερχόμαστε, δεν επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες.
Σήμερα, αύριο, το συντομότερο δυνατόν, ο νέος αρχηγός είναι υποχρεωμένος να θέσει τα διαχωριστικά όρια του κόμματός του από τον ΣΥΡΙΖΑ και την κυβερνητική πολιτική αλλά και να προσδιορίσει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης απέναντι στην υπό εξέλιξη διαπραγμάτευση και στα μεγάλα προβλήματα, τα οποία ούτως ή άλλως θα κριθούν μέσω αυτής. Οι εξελίξεις θα είναι πολύ ταχύτερες απ' όσο λογικά θα τις ήθελε και ο ίδιος ο νέος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Η λύση του ασφαλιστικού δεν θα μπορούσε να είναι εύκολη.

Η λύση του ασφαλιστικού δεν θα μπορούσε να είναι εύκολη. Είναι ένα παλαιό ζήτημα που επιδεινώνεται με τη δυσχερή δημογραφική κατάσταση, αλλά και τη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Η γήρανση του πληθυσμού και η ύφεση περιορίζουν ακόμα περισσότερο τα έσοδα του ασφαλιστικού συστήματος, που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί με ρουσφετολογικές ρυθμίσεις πολλών δεκαετιών. Προφανώς το λογικό είναι να μειωθούν όλες οι συντάξεις και να επιμηκυνθεί ο απαιτούμενος χρόνος εργασίας πριν από τη συνταξιοδότηση… Το πρόβλημα μόνον με μια ευρύτερη συναίνεση και δυσάρεστα μέτρα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, και μάλιστα σε βάθος χρόνου.

Αντί όμως για μια ρεαλιστική αντιμετώπιση του θέματος, βιώνουμε μια σουρεαλιστική παράσταση. Η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει την κοινωνία ότι οι συντάξεις δεν μειώνονται και όσες μειώνονται θα αυξηθούν από το 2018 επειδή θεωρεί δεδομένο ότι έπειτα από δύο χρόνια θα αυξηθεί το ΑΕΠ!

Το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι ότι το επικοινωνιακό επιτελείο της κυβέρνησης αισθάνεται την ανάγκη να ονομάσει αύξηση τη μείωση των απολαβών των συνταξιούχων. Αυτό είναι πρόβλημα των κυβερνητικών αξιωματούχων. Ούτε αποτελεί «πραγματικό» πρόβλημα ότι έχουν εξαπατηθεί οι ψηφοφόροι που πίστεψαν ότι θα πάρουν τη 13η σύνταξη. Αυτό είναι πρόβλημα των ψηφοφόρων.

Το ουσιαστικό πρόβλημα, που θα έχει σημαντικές επιπτώσεις, προκύπτει από την «ιδεολογική» αντιμετώπιση του πραγματικού προβλήματος της ανεπάρκειας πόρων στο ασφαλιστικό σύστημα. Η κυβέρνηση, επειδή ακριβώς βάλλεται για την ασυνέπεια των έργων σε σχέση με τις υποσχέσεις της, εφαρμόζει την ισοπέδωση προς τα κάτω, μια σοσιαλιστική –όπως νομίζει– εμμονή. Από τα μέτρα διασώζονται όσοι έχουν πολύ χαμηλές συντάξεις και ευνοούνται όσοι έχουν πολύ χαμηλά εισοδήματα. Οι υπόλοιποι, που έχουν μεγαλύτερο εισόδημα κι όσοι έχουν πληρώσει πολύ υψηλές εισφορές ή έχουν εργαστεί πολλά χρόνια καταβάλλοντας τις ανάλογες εισφορές, θα δουν τις συντάξεις τους να περιορίζονται. Θα διαπιστώσουν ότι δεν άξιζαν οι θυσίες τους, δηλαδή να καταβάλλουν υψηλές εισφορές περιορίζοντας το εισόδημα που έφερναν σπίτι.

Η απογοήτευση αυτή δεν σημαίνει εμπέδωση αισθήματος δικαιοσύνης, επειδή όλοι θα εισπράττουν περίπου την ίδια χαμηλή σύνταξη. Αντίθετα, θα οδηγήσει πολλούς να αναζητήσουν τρόπο βελτίωσης του εισοδήματος, χωρίς να χάνονται τα χρήματά τους στη μαύρη τρύπα του συστήματος, που δεν είναι ανταποδοτικό και δίκαιο. Ετσι όπως διαμορφώνεται η κατάσταση για τα εισοδήματα μεσαίου επιπέδου και πάνω, σχεδόν 55% των εσόδων θα είναι φόροι και ασφαλιστικές εισφορές.

Οσοι είναι επαγγελματίες θα φροντίσουν να έχουν έσοδα σε επιχείρησή τους που βρίσκεται σε κάποια γειτονική ή μακρινή χώρα με μικρή φορολογική επιβάρυνση. Οι μισθωτοί θα φροντίζουν να προσφέρουν αδήλωτη εργασία. Εργοδότες και εργαζόμενοι, επαγγελματίες και πελάτες, όλοι θα έχουν ισχυρό κίνητρο να φοροδιαφεύγουν…

Στην επίσημη σοσιαλιστική οικονομία, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, θα επικρατούν χαμηλές αποδοχές και υψηλή φορολογία. Στη «μαύρη» οικονομία οι αποδοχές θα είναι υψηλότερες και αφορολόγητες. Σε καμιά από τις δύο δεν θα γίνονται σοβαρές επενδύσεις. Στη βιβλιογραφία θα ασκείται κριτική στο υπόδειγμα του ισοπεδωτικού σοσιαλισμού, που εξισώνει τους φτωχούς, αλλά δεν είναι δίκαιο.
Έντυπη

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Η λογική του άσπρου-μαύρου .

Η λογική του άσπρου-μαύρου που επικρατεί για μια φορά ακόμα στο πολιτικό σκηνικό ,με αιχμή το ασφαλιστικό υπονομεύει το κλίμα σταθερότητας που έχει ανάγκη η χώρα. Σε μια περίοδο μάλιστα μεγάλης αναταραχής στις διεθνείς αγορές, λόγω της Κίνας, με άγνωστες ακόμα επιπτώσεις, το σκηνικό έντασης που διαμορφώνεται επιτείνει την ανησυχία για τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις.

Από τη μια η κυβέρνηση προσπαθεί με μια απλουστευτική λογική να ωραιοποιήσει τις προτάσεις της για το ασφαλιστικό υποστηρίζοντας ότι οι περικοπές που έρχονται είναι μικρές σε σχέση με αυτές που έγιναν στο παρελθόν και από την άλλη η αντιπολίτευση που επιμένει ότι οι επιπτώσεις στις συντάξεις είναι χειρότερες από κάθε άλλη φορά. Μεταξύ των δύο πλευρών, οι παραγωγικοί φορείς της οικονομίας, που βιώνουν το πρόβλημα σε όλη του την έκταση, προσπαθούν να ισορροπήσουν αναγνωρίζοντας την ανάγκη για αλλαγές αλλά με τις μικρότερες δυνατές επιπτώσεις και στη ζωή των συνταξιούχων και στη δραστηριότητα της οικονομίας.

Είναι αυτονόητο ότι η αναπόφευκτη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού για να αποδώσει, χρειάζεται ένα μίνιμουμ τουλάχιστον συνεννόησης και συναίνεσης.Ο δρόμος που χρειάζεται να διανύσουμε για να  μπει επιτέλους τέλος στην αβεβαιότητα που ταλανίζει την οικονομία και την κοινωνία είναι ακόμα μακρύς.Το ξεκαθάρισε άλλωστε με τον πιο ευθύ τρόπο ο πρόεδρος  του Εurogroup που δήλωσε χθες ότι ο χρόνος για την πρώτη αξιολόγηση θα διαρκέσει  μήνες και όχι εβδομάδες όπως υπολογίζει η κυβέρνηση.

Μετά το τραυματικό σοκ των τελευταίων μηνών, το μόνο που δεν χρειάζεται η χώρα είναι να μπούμε ξανά σε μια ατέρμονη διαδικασία διαπραγματεύσεων που θα παραλύσουν πάλι την οικονομία. Κι αυτό οφείλουν να το λαμβάνουν υπόψη τους, πρωτίστως η κυβέρνηση, αλλά και η αντιπολίτευση στις εσωτερικές τους αντιπαραθέσεις.

Η κούραση και η απογοήτευση που καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις για όλο το πολιτικό φάσμα, είναι μια σαφέστατη προειδοποίηση προς όλους.Οι πολίτες που υποφέρουν δεν αντέχουν μια ακόμα αδιέξοδη και καταστροφική πολιτική σύγκρουση .Απαιτούν συνεννόηση,σταθερότητα και υπεύθυνη ηγεσία που θα μπορέσει επιτέλους να ανοίξει το δρόμο για έξοδο από το τούνελ.

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

Σήμερα καλείται να πληρώσει το τίμημα της νίκης του.

Το 2015 ήταν η χρονιά του Αλ. Τσίπρα. Το εκλογικό σώμα, επιδεικνύοντας πρωτίστως τιμωρητική διάθεση έναντι των παλαιών, τον αντιμετώπισε ως φορέα του νέου και άφθαρτου. Η φρεσκάδα και το επικοινωνιακό του χάρισμα τον κατέστησαν ισχυρό παίχτη. Ετσι οικοδόμησε και εδραίωσε την πολιτική του κυριαρχία. Οι τρεις νικηφόρες εκλογικές αναμετρήσεις το επιβεβαιώνουν.
Σήμερα καλείται να πληρώσει το τίμημα της νίκης του. Επειτα από έντεκα μήνες διακυβέρνησης γίνεται εμφανές ότι οι πολιτικές που αναγκάζεται να ακολουθήσει βρίσκονται στον αντίποδα των όσων εκπροσωπούσε. Συνεπώς, η μεταστροφή του καθίσταται εγχείρημα σύνθετο και περίπλοκο. Δεν είναι εύκολα αφομοιώσιμη, λόγω των ενδογενών της αντιφάσεων. Ούτε διασφαλίζεται μόνο από τη βούλησή του. Συνδέεται και με άλλες παραμέτρους, που σε μεγάλο βαθμό επικαθορίζουν τη φορά των πολιτικών πραγμάτων.
Η σημαντικότερη είναι αναμφίβολα το ίδιο το κόμμα του. Ο ΣΥΡΙΖΑ, γεμάτος αντιφάσεις, παραμένει εγκλωβισμένος σε ιδεοληψίες. Το κυριότερο, βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τις συμφωνηθείσες προτεραιότητες της κυβέρνησης και την ανάγκη προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Προς το παρόν η συνεκτική ουσία της εξουσίας λειτουργεί. Ωστόσο, οι κυβερνητικές δυστοκίες και παλινωδίες είναι υπαρκτές. Παράλληλα, οι εκλογείς του συνέθεταν ένα μωσαϊκό αντιτιθέμενων επιδιώξεων και προσδοκιών. Εύλογα, αρχίζουν σταδιακά να αμφισβητούν τις επιλογές του πρωθυπουργού. Το βέβαιο είναι πως η εμπιστοσύνη τους θα δοκιμαστεί.
Αποδεχόμενος ο Αλ. Τσίπρας τη νέα συμφωνία, επέδειξε πράγματι θάρρος. Ο συμβιβασμός του ενίσχυσε περαιτέρω την κυριαρχία του. Σήμερα, άραγε, έχει την τόλμη να υπερβεί τις παραλυτικές ισορροπίες της κυβέρνησης, διευρύνοντας τις συμμαχίες του; Η σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ και το φλερτ με τον Β. Λεβέντη αποδεικνύουν τον εγκλωβισμό του σε έναν άκρατο τακτικισμό. Η έλλειψη πυξίδας τον καθιστά ευάλωτο στον λαϊκισμό, στον κρατισμό και στις πελατειακές τακτικές. Ταυτόχρονα, περιχαρακώνει το ακροατήριό του.
Ο πρωθυπουργός, επιμένοντας σε λογικές συγκερασμού, διακινδυνεύει να εξαντλήσει το πολιτικό του κεφάλαιο. Η διατήρησή του είναι δυνατή, όχι τρώγοντας από τα έτοιμα, αλλά μόνο μέσω της διευρυμένης αναπαραγωγής του. Επομένως, μοναδικός αντίπαλος του Αλ. Τσίπρα είναι ο εαυτός του. Αν θέλει να μείνει πιστός στον εαυτό του, έχει μία δυνατότητα: Να αλλάξει - όχι επειδή απέτυχε, αλλά ακριβώς διότι πέτυχε. Να περάσει από την πολιτική εφηβεία στην πολιτική ωριμότητα. Από τις μεγαλοστομίες και τις ανεδαφικές υποσχέσεις στον πραγματισμό, στις καθαρές θέσεις και προτάσεις. Επενδύοντας στους ιδεοληπτικούς και αυτάρεσκους του κόμματός του ή στους ακροδεξιούς και εθνολαϊκιστές, απομειώνει τη δυναμική του. Οι τακτικισμοί μετατρέπουν τις ευκαιρίες σε βαρίδια. Η απουσία καθαρής στρατηγικής πρότασης ανακυκλώνει τα αδιέξοδα της χώρας, επιβραδύνοντας την έξοδο από την κρίση.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Σε μια πατρίδα τελειωμένη .

Κραυγάζοντες μεγαλοστομούντες κατά πάντων με αοριστολογίες και ανερμάτιστα επιχειρήματα. Ιδεοληπτικοί, ημιμαθείς και ασυγκρότητοι ανέλαβαν ως ριζοσπαστική απαίτηση της κοινωνίας (τους) να αλλάξουν τη ζωή των ανθρώπων με όσα που ξέρουν (!) και με αυτά που φαντάζονται (!). Η «δυναμική» αρχή έγινε με τους «αγανακτισμένους» που ανέλαβαν να θέσουν τα θεμέλια του σύγχρονου «ριζοσπαστισμού». Ενα ανομοιογενές πλήθος (ανάξιων, επάξιων και διακεκριμένων, ακραίων εθνικιστών και διεθνιστών), που χλεύαζε και προπηλάκιζε... με αρχηγούς φυλών να διεκδικούν την ηγεσία του, με κριτήρια του ισχυρότερου χλευασμού και προπηλακισμού... Σε μια πατρίδα τελειωμένη που αναζητούσε την αναγέννησή της μετά την καταβαράθρωση δομών και θεσμών οι «αγανακτισμένοι», οι φυλές και οι ηγεμονίσκοι τους, προέβαλλαν τη βία της ανατροπής χωρίς προτάσεις και ιδεολογία ανασυγκρότησης.
Σε αυτό το ασαφές έως χαοτικό ιδεολογικό και πολιτικό εφαλτήριο συνθηματολογικού εθνικολαϊκιστικού «ριζοσπαστισμού» στηρίχθηκε όλο το καταστροφικό α' επτάμηνο του 2015. Ευαγγελίστηκε την ανατροπή της Ευρώπης, των αγορών και εντέλει του ίδιου του κράτους προσκαλώντας «μεσσίες» να εφαρμόσουν «ευαγγέλια» με τις δικές τους ερμηνείες και προτάσεις υπό τον όρο της πίστης τους στην ιδεοληψία «μιας» ανατροπής. Ετσι, στη θέση της ανατροπής της Ευρώπης και των αγορών ήρθε η χειραγώγηση από αυτές, αφήνοντας αποκλειστικό πεδίο δράσης του αγανακτισμένου «ριζοσπαστισμού»... το κράτος. Οχι όμως σε επίπεδο προτάσεων για την ανασυγκρότηση των δομών του, καθώς στον τομέα αυτόν ανέλαβε η Ευρώπη και οι αγορές τη μακροσκοπική καθοδήγηση. Αλλά σε επίπεδο μικροσκοπικής στοχοθεσίας. Μόνο που ο εθνικολαϊκιστικός «ριζοσπαστισμός» είναι γνωσιολογικά και τεχνοκρατικά ανίκανος να αλλάξει το κράτος ως δομή εξουσίας και διαμόρφωσης των σχέσεων μεταξύ των πολιτών, των επιχειρήσεων και του Δημοσίου.
Είναι ανίκανος να φορτίσει τους θεσμούς και το εκπαιδευτικό σύστημα με την προοδευτική ιδεολογία που έρχεται ως συνέχεια των κατακτήσεων του ελληνισμού, αρκούμενη σε εθνικιστικές παράτες και πολεμοχαρείς αφηγήσεις της ιστορίας. Είναι επικίνδυνος να διατηρήσει τη χώρα ως υποκείμενο του διεθνούς δικαίου και μέλος της διεθνούς κοινωνίας αποφεύγοντας την αμφισβήτηση της εδαφικής της ακεραιότητας και την περιφερειοποίησή της. Αντίθετα, ο εθνικολαϊκιστικός ριζοσπαστισμός είναι ικανός να διατηρήσει την πελατειακότητα του πολιτικού συστήματος με διορισμούς ημετέρων και έλεγχο της Δημόσιας Διοίκησης. Εκεί θα δώσει τη μάχη του ελπίζοντας μέσω αυτής τη συγκρότηση των δικών του ιεραρχημένων επιχειρηματικών συμφερόντων που θα συνεπικουρούν το έργο της «εθνικοαριστερής» αναπαλαίωσης του παρελθόντος.

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

Εκ γενετής συνταξιούχος; Θα ήταν το ιδανικό. Κάτι σαν το τελευταίο γένος του Ησιόδου, που θα γεννιέται ήδη γερασμένο. Επειδή όμως τα ιδανικά δεν είναι για τον κόσμο τούτο, ας αρκεστούμε στην πραγματικότητα. Ακόμη και σήμερα, στη χώρα με το ενάμισι εκατομμύριο ανέργους, ο σαρανταπεντάρης ή ο πενηντάρης συνταξιούχος δεν είναι απαξιωμένος. Το αντίθετο μάλιστα. Είναι αυτός που πέτυχε, υλοποίησε το ελληνικό όνειρο πιο γρήγορα απ’ τους υπόλοιπους. «Δουλεύεις ακόμη;» – ερώτηση που διατυπώνεται με ύφος συμπόνοιας. «Εχω δύο χρόνια για να βγω» – απάντηση σε ύφος κάπως πονεμένο, πλην όμως ελαφρώς αισιόδοξο. Δύο χρόνια περνούν χωρίς να το πάρεις είδηση. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.
Κι αν δεν καταφέρεις να «θεμελιώσεις το δικαίωμα» στα πενήντα σου, τουλάχιστον φρόντισε να το εξασφαλίσεις από την ημέρα που θα αρχίσεις να δουλεύεις. Να βρεις μια σταθερή θέση, και να μείνεις σ’ αυτήν τη θέση ώς την ευλογημένη εκείνη ημέρα. Ακόμη και οι λέξεις έχουν τη σημασία τους – όση τους έχουμε αφήσει από τις καταχρήσεις. Δεν λέμε «άνοιξαν διακόσιες χιλιάδες δουλειές στο Δημόσιο». Λέμε «προκηρύσσονται διακόσιες χιλιάδες θέσεις». Οι δουλειές είναι για τον ιδιωτικό τομέα. Οι θέσεις για το Δημόσιο. Από τη μία η δουλειά, μετάφραση στη νέα ελληνική της λέξης δουλεία. Από την άλλη η θέση, με όση ακινησία κι αν αυτή συνεπάγεται.
Η λατρεία για το Δημόσιο, το κοινωνικό αλισβερίσι, είναι η εγκόσμια εκδοχή του ιδανικού, του εκ γενετής συνταξιούχου. Μπορεί να ταλαιπωρείσαι με ωράρια, κάρτες, ημέρες αργίας και πολιτικές αλλαγές, όμως όλ’ αυτά τα υπομένεις επειδή ξέρεις ότι στο τέλος σε περιμένει η σύνταξη. Η κινητικότητα προϋποθέτει συνεχή αξιολόγηση. Κάθε φορά που αλλάζεις δουλειά αξιολογείσαι εξαρχής. Οταν παραμένεις στην ίδια θέση από την πρώτη ημέρα, μετράς ημέρες για τη σύνταξη. Είναι λοιπόν εντελώς φυσιολογικό η ιδέα και μόνον της όποιας αξιολόγησης να σου φέρνει ανατριχίλα.
Το ελληνικό όνειρο είναι όνειρο ακινησίας. Κάθε μεταβολή, κάθε μετατροπή, η παραμικρή κίνηση προκαλεί ανασφάλεια, τρομάζει, φοβίζει. Η πίστη στην ακινησία έχει θρησκευτικά χαρακτηριστικά. Δεν είναι συντηρητισμός· ο συντηρητισμός προϋποθέτει έργο και δυνατότητα επιλογής. Επιλέγεις τι αξίζει να συντηρήσεις και τι πρέπει να αλλάξεις, για να μπορείς να συντηρήσεις αυτό που πρέπει. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ιστορική αδράνεια.
Η κάλπικη αριστερά αυτήν την αδράνεια προσπαθεί να εξασφαλίσει. Αδιαφορεί για το ενάμισι εκατομμύριο ανέργους, όμως παλεύει με νύχια και με δόντια να κρατήσει το ελληνικό όνειρο ζωντανό. Πόσοι παραμένουν εργαζόμενοι; Ενάμισι εκατομμύριο; Πόσοι είναι οι συνταξιούχοι; Ισάριθμοι. Κάθε εργαζόμενος δουλεύει για περίπου ένα συνταξιούχο.
Δεν ξέρω αν υπάρχει πολιτική ηγεσία που μπορεί να βρει τον αλγόριθμο ο οποίος θα αποτρέψει την κοινωνική ενδόρρηξη. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον πως κάποιοι έχουν το θάρρος, τη δύναμη και τις ικανότητες να αναλάβουν τον ρόλο της συλλογικής ψυχανάλυσης. Να εντοπίσουν πού, πώς και πότε δημιουργήθηκε το σύνδρομο της ακινησίας γύρω από το οποίο οικοδομήθηκε το ελληνικό όνειρο. Προς το παρόν, ας συμφωνήσουμε τουλάχιστον πως το όνειρο αυτό έχει γίνει εφιάλτης για όσους ζωντανούς μένουν ακόμη όρθιοι ανάμεσά μας.
Έντυπη

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

Και η σοβαρότητα είναι αναγκαία.

Σίγουρα ούτε η χρονική συγκυρία είναι η ενδεδειγμένη ούτε οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες είναι οι καταλληλότερες, για να επιχειρηθεί η καλύτερη δυνατή τομή στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας. Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα αυτή ισχύει για όλα όσα συμβαίνουν τα τελευταία έξι χρόνια στον τόπο μας και με βάση αυτήν αντιμετωπίζεται το παρόν και προγραμματίζεται το μέλλον. Τουλάχιστον μέχρι να απαλλαγούμε από την κηδεμονία των εταίρων και δανειστών και να επανακτήσουμε τη δυνατότητα να αποφασίζουμε μόνοι μας για τα του οίκου μας.
Δεν θα υποδείξουμε, φυσικά, στην κυβέρνηση αλλά ούτε και στα κόμματα της αντιπολίτευσης τι πρέπει να κάνουν. Αλλωστε ούτε τώρα δημιουργήθηκε το πρόβλημα ούτε και υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που να είναι τελείως ανεύθυνες για τις διαστάσεις και τη σοβαρότητά του. Απλώς τώρα βρισκόμαστε όλοι μπροστά στην υποχρέωση να πάρουμε ακόμη μία οδυνηρή απόφαση για ένα ούτως ή άλλως υπαρκτό θέμα. Και ο μόνος τρόπος για να το επιτύχουμε είναι να το αντιμετωπίσουμε με ρεαλισμό και σοβαρότητα.
Ο ρεαλισμός επιβάλλεται, γιατί η όποια απόφαση θα έχει ευρύτερες συνέπειες για τη χώρα και τον λαό, για το παρόν και το μέλλον. Αυτό είναι ένα δεδομένο που δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση. Γιατί, εκτός των άλλων, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σ' αυτόν τον τόπο επανειλημμένα έχει αποδειχθεί πως κάθε φορά που κρύβουμε κάποιο πρόβλημα κάτω από το χαλί, σύντομα το βλέπουμε να ξαναπροβάλλει εφιαλτικότερο.
Και η σοβαρότητα είναι αναγκαία, γιατί η όποια απόπειρα πολιτικής εκμετάλλευσης είναι προκαταβολικά καταδικασμένη σε αποτυχία. Προφανώς και το πολιτικό κόστος θα καταβληθεί κυρίως από τους κυβερνώντες αλλά όχι για όσα τελικά θα κάνουν, αλλά για όσα επιπόλαια είχαν υποσχεθεί. Οπως είχε συμβεί και με τους προκατόχους τους. Γιατί ούτε οι μεν ούτε οι δε αποφάσιζαν ή αποφασίζουν ελεύθερα. Συναποφάσιζαν οι μεν και θα συναποφασίσουν οι δε με τους εταίρους και δανειστές μας.

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Η επιστήμη σηκώνει τα χέρια με τους Ελληνες.

To 2015 που μόλις έφυγε ήταν - χωρίς αμφιβολία - η χειρότερη χρονιά της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Παρά τον αρχικό ενθουσιασμό όσων ψηφίζουν Αριστερά για την ανάληψη της εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ, η δραματική συνέχεια με τη χώρα να τρεκλίζει για μήνες στο χείλος του γκρεμού διέψευσε τις προσδοκίες κάθε σώφρονος πολίτη.

Οσα έγιναν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από την πρώτη φορά Αριστεροακροδεξιά δεν είχαν προηγούμενο.

Από την υιοθέτηση της «νιούσπικ» όπου η τρόικα μετονομάστηκε σε θεσμούς, το Μνημόνιο σε πρόγραμμα και το σβήσιμο του χρέους σε συμφωνία επιμήκυνσης, ως την άρνηση της κυβέρνησης για νέα χρηματοδότηση που οδήγησε στο πλήρες στράγγισμα και του τελευταίου ευρώ της οικονομίας (αποθεματικά Ταμείων, υπουργείων και δημοσίων οργανισμών) για να πληρωθούν οι δόσεις.

Από την αμέριμνη διαπραγμάτευση Βαρουφάκη, ο οποίος μιλούσε περισσότερο στα διεθνή μίντια παρά στους ομολόγους του, ως το κλείσιμο των τραπεζών και τα capital controls που ανάγκασαν εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους να περιμένουν ώρες στα ΑΤΜ μέσα στο λιοπύρι για τις συντάξεις τους.

Από την άρνηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να αποδεχθεί το πακέτο Γιούνκερ ως την αποδοχή από τον κ. Τσίπρα - ύστερα από ένα αλλοπρόσαλλο δημοψήφισμα που έβγαλε «Οχι» αλλά βαφτίστηκε «Ναι» - ενός πολύ σκληρότερου τρίτου Μνημονίου.

Συμπέρασμα πρώτο: αν μια κυβέρνηση δεν έχει σχέδιο και δεν έχει σφυρηλατήσει ισχυρές διεθνείς συμμαχίες, είναι ανόητο να συγκρουστεί με τους ισχυρούς - θα φάει τα μούτρα της και θα ζημιώσει ακόμη περισσότερο τον λαό της.

Συμπέρασμα δεύτερο: αν ο κ. Τσίπρας δεν είχε ρίξει την κυβέρνηση Σαμαρά -Βενιζέλου και είχε ψηφίσει τον - μοιραίο - κ. Κουβέλη για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η συμφωνία για το χρέος θα είχε ήδη υπογραφεί, η χώρα θα βρισκόταν σε ανάπτυξη έχοντας δημιουργήσει πάνω από 150.000 νέες θέσεις εργασίας και ο «σοβαρός και υπεύθυνος» ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν το φαβορί για τις εκλογές του 2016 - για μια διακυβέρνηση που θα έμοιαζε με βόλτα στο πάρκο.

Συμπέρασμα τρίτο: η επιστήμη σηκώνει τα χέρια με τους Ελληνες - αδυνατούν να συμφωνήσουν ακόμη και στα αυτονόητα, βαφτίζουν εχθρούς αυτούς που τους έδωσαν το μεγαλύτερο δάνειο στην ιστορία του κόσμου, ξοδεύουν περισσότερα χρήματα όταν οι τράπεζες είναι κλειστές με capital controls και ψηφίζουν ξανά κυβέρνηση αυτούς που παραλίγο να οδηγήσουν τη χώρα σε εθνική καταστροφή.

Καλή χρονιά και περισσότερο μυαλό στους κυβερνώντες.