Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Άρχισαν να αντιπολιτεύονται τον εαυτό τους.

Α​​ντί κάπως να ηρεμήσουμε μετά τις εκλογές, ενόψει και του θέρους, που μας ζορίζει με πρόωρα κυνικά καύματα, μπήκαμε σε νέα προεκλογική περίοδο. Και μάλιστα με την ευθύνη της κυβέρνησης και όχι της μείζονος αντιπολίτευσης, όπως συνηθίζεται. Μετά τον ευρηματικό ανασχηματισμό και την ευφάνταστη πρωθυπουργική προτροπή («δουλειά! δουλειά! δουλειά!»), που δεν έχει ξανακουστεί ποτέ και πουθενά, οι κυβερνώντες ανασκουμπώθηκαν, σήκωσαν τα μανίκια και ό,τι άλλο επικολυρικό λέγεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Και άρχισαν να αντιπολιτεύονται τον εαυτό τους. Σαν μνημονιακώς αντιμνημονιακοί. Υπόσχονται όσα αδυνατούν να δώσουν και δεσμεύονται (αν μπορεί να είναι δεσμευτική η πολιτικάντικη χρήση της γλώσσας) ότι θα κάνουν πράματα και θάματα, στο άκουσμα των οποίων ο κ. Τόμσεν δεν μπαίνει καν στον κόπο να μειδιάσει ειρωνικά.

Στον ακήρυκτο διαγωνισμό φιλολαϊκότητας που βρίσκεται εν εξελίξει, τα ενδοκυβερνητικά μέτωπα είναι ποικίλα, αφού καμία πτέρυγα δεν θέλει να παραδώσει αμαχητί τα πρωτεία της συμπόνιας για τον λαό σε κάποια από τις υπόλοιπες. Οι Νεοδημοκράτες λοιπόν αντιμάχονται τους Πασοκτζήδες σε παροχολογία και σε αντιμνημονιακά υπονοούμενα, οι δε Πασοκτζήδες τους Νεοδημοκράτες. Αλλά και στο εσωτερικό των δύο αρμονικά και ανιδιοτελώς συγκυβερνωσών παρατάξεων η ειρήνη απουσιάζει. Στους γαλάζιους, οι παλαιοί της συγκυβέρνησης φθονούν τους νεοεισελθόντες της λαϊκιστικής τηλεοπτικής δεξιάς και αφενός τους διαβάλλουν σαν αντιμεταρρυθμιστές, αφετέρου υιοθετούν τη δημοκοπική τους τεχνική, για να μη μείνουν πίσω στο άθλημα του μαζικού φενακισμού.