Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Ο «κύκλος» των... αυτογκόλ!




  • 31/10
Οσοι περιμένουν από αυτήν τη στήλη να επικρίνει τον κ. Β. Πολύδωρα, κάνουν λάθος. Ο πρώην υπουργός, μέλος της λεγόμενης «λαϊκής Δεξιάς» (δεν το έκρυψε ποτέ άλλωστε), είναι ένας ευπατρίδης που πάντοτε είχε το θάρρος της γνώμης του. Από την εποχή που εκπροσωπούσε την κυβέρνηση του κ. Κων. Μητσοτάκη μέχρι την ημέρα που άφησε τη ΝΔ, την παράταξη στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε πολιτικά!
Κατά συνέπεια, η έκπληξη που υπήρξε μετά την ανακοίνωση για τη θέση του προέδρου του ΕΣΡ δεν θα πρέπει να αφορά τον πρώην υπουργό, αλλά τον κ. Τσίπρα. Ο πρωθυπουργός γνώριζε ότι καλούσε έναν πολιτικό ο οποίος λίγα χρόνια πριν είχε δηλώσει (σε αυτή την εφημερίδα) ότι «ο Συνασπισμός είναι φωλιά της βίας»! Εναν πολιτικό τον οποίο είχαν καταγγείλει στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ότι «φλέρταρε» με τη Χρυσή Αυγή...
Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, ο κ. Τσίπρας σήκωσε το τηλέφωνο και του πρότεινε τη θέση του προέδρου του ΕΣΡ. Η επιλογή αυτή δείχνει δύο πράγματα: ή ότι η κυβέρνηση βρίσκεται σε απόλυτη σύγχυση μετά το φιάσκο με τις τηλεοπτικές άδειες ή ότι δεν έχει διδαχθεί τίποτε από όσα έγιναν την τελευταία εβδομάδα και εξακολουθεί να παίζει μικροκομματικά παιχνίδια. Ο,τι κι από τα δύο κι αν συμβαίνει, το βέβαιο είναι ένα: η κυβέρνηση και τα στελέχη του Μεγάρου Μαξίμου αδυνατούν να διαχειριστούν μια μεγάλη πολιτική κρίση και τώρα βάζουν το ένα αυτογκόλ μετά το άλλο.
Η κυβέρνηση, αντί να συμβιβαστεί με την ήττα που υπέστη, επιχείρησε αρχικά να κάνει ότι δεν κατάλαβε την απόφαση του ΣτΕ και στη συνέχεια προσπάθησε δήθεν να εγκλωβίσει τη ΝΔ με την επιλογή Πολύδωρα. Τελικά, απλώς έπεσε στην παγίδα που η ίδια είχε στήσει και τώρα «τρέχει» να απολογηθεί και στους δικούς της βουλευτές και ψηφοφόρους...
Υ.Γ.: Οσον αφορά εκείνους (εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ) που «είδαν» πίσω από την επιλογή Πολύδωρα την... ψυχή του κ. Κ. Καραμανλή, ο πρώην πρωθυπουργός «έκοψε» νωρίς κάθε συζήτηση με τη φράση «καμία σχέση, καμία γνώση»...

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Για την ιστορία.

Μάλλον η τελευταία φορά που το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματικό κατά πλειοψηφία ένα μείζον πολιτικό θέμα ήταν ο νόμος για την ιθαγένεια στις αρχές του 2013. Τα ηνία κρατούσαν τότε Σαμαράς - Βενιζέλος. Αλλά ο νόμος ήταν έργο της προηγούμενης κυβέρνησης Παπανδρέου (και Βενιζέλου). Αμέσως μετά ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ως αρχηγός πλέον του ΠΑΣΟΚ, είχε ασκήσει έντονη κριτική στην απόφαση: «Θα ήθελα να πω πάρα πολλά ως επιστήμονας για την απόφαση αυτή ... Τίθενται πολύ σοβαρά ζητήματα μεθοδολογίας, δικανικής ακρίβειας, συγκρότησης των συλλογισμών και ορίων του ελέγχου, του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων...
Τα σχόλια τα κάνει η πολύ ισχυρή μειοψηφία της απόφασης ούτως ή άλλως... Η πλειοψηφία μπορεί να γίνει μειοψηφία σε μια επόμενη φάση και το αντίστροφο. Δεν είναι οριστικές ιστορικά οι αποφάσεις αυτές. ... Είναι οριστικές και αμετάκλητες δικονομικά, αλλά τα θέματα αυτά επανέρχονται... Πολλές φορές έχει αλλάξει η νομολογία, έχει κάνει εντυπωσιακές στροφές...».
Είχε σπεύσει τότε, όπως όφειλε, να εξαγγείλει πάραυτα νομοθετική πρωτοβουλία για τη συμμόρφωση των αντισυνταγματικών διατάξεων, στο πλαίσιο της απόφαση του ΣτΕ. «Ο Βενιζέλος ξαναφτιάχνει τον νόμο Ραγκούση» ήταν το μήνυμα. Για την ιστορία, ας προστεθεί εδώ ότι ο αρχιτέκτονας του νόμου είχε χαρακτηρίσει εκείνη την απόφαση της πλειοψηφίας του ΣτΕ «ως ιδεολογικό πυρήνα της ακροδεξιάς αντίληψης στην Ελλάδα...».
Αν έχει κάποιο νόημα αυτή η αποσπασματική παρελθοντολογία, τούτο βρίσκεται στη σημερινή αντίδραση του Ευ. Βενιζέλου και του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου. Αυτή σύμφωνα με την οποία η νέα νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης Τσίπρα για το τηλεοπτικό τοπίο, μετά την απόφαση του ΣτΕ για τον νόμο Παππά, συνιστά «επίσημη αναγγελία κατάλυσης του Συντάγματος... Οδηγεί σε νέα θεσμική κρίση... Πρόκειται για επικίνδυνη και αδίστακτη ομάδα που δεν σέβεται τη νομιμότητα ούτε το εθνικό συμφέρον».
Επομένως, στη βάση αυτή δικαιούνται το «μέτωπο» και ο Κ. Μητσοτάκης να σημάνουν προσκλητήριο για «δημοκρατική εγρήγορση» και «επαγρύπνηση». Κινδυνεύει η δημοκρατία και η πατρίδα (ένα ωχ από το παρελθόν ακούγεται εδώ). Ο εχθρός είναι μια νέα επικείμενη ρύθμιση της πλειοψηφίας (!) της Βουλής.
Για την ιστορία, επίσης, ένας άλλος... εχθρός της δημοκρατίας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όταν ίδρυε το ΣτΕ (1929) διακήρυσσε: «Αν οι περιστάσεις ήθελον ενδείξει δι' ιδιαιτέρων όλως διόλου εκδηλώσεων καταχρηστικώς διαθέσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, θα ήτο δυνατόν εις την κυβέρνησιν να καλέση τη Βουλή αμέσως, να θεσπίση νόμον ερμηνευτικόν ... Η κυβέρνησις ουδέποτε δύναται να μείνη άοπλος έναντι υποδεεστέρων αρχών».

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Η πολυπόθητη ανάκαμψη θα αργήσει .


Στα γνώριμα -για την ελληνική πολιτική ζωή- «μονοπάτια» βαδίζει τις τελευταίες εβδομάδες η κυβέρνηση. Εχει σηκώσει τη σημαία κατά της διαπλοκής, «βλέπει» παντού εχθρούς και συνωμοσίες και προχωρά. Κατηγορεί την αντιπολίτευση, τους δανειστές και όλους εκείνους που τολμούν να αμφισβητήσουν την ορθότητα της πολιτικής της!
Θα έλεγε κανείς ότι αυτό είναι και το νέο «αφήγημα» του κ. Αλ. Τσίπρα, που -πιθανότατα- θα τον οδηγήσει στις πρόωρες εκλογές. Οποιος άκουσε χθες τον πρωθυπουργό στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ θα παρατήρησε και τους υψηλούς τόνους που χρησιμοποίησε προσωπικά κατά του προέδρου της ΝΔ αλλά και το γεγονός ότι ταύτισε ολόκληρη την κυβέρνηση και το κόμμα του με τον νόμο Παππά! Αρα πρόκειται για μια «νέα» ρητορική, που θα μπορούσε εύκολα να χρησιμοποιήσει στον δρόμο προς τις κάλπες.
Καλές ειδήσεις στο πεδίο της οικονομίας δεν περιμένει, όπως άλλωστε φάνηκε και από τα αποτελέσματα των επαφών που είχε στις Βρυξέλλες. Η πολυπόθητη ανάκαμψη θα αργήσει και οι φόροι όσο περνά ο καιρός τόσο περισσότερα κοινωνικά στρώματα θα πλήττουν! Κατά συνέπεια αυτή η γενική μάχη (που ακούγεται εύκολα από τους Ελληνες) κατά των συμφερόντων θα μπορούσε να συσπειρώσει ένα τμήμα της εκλογικής βάσης του και να μετατοπίσει έστω και πρόσκαιρα την ατζέντα. Ωστόσο, αυτό που και η κυβέρνηση Τσίπρα δεν υπολογίζει είναι πως στο τέλος της διαδρομής θα κριθεί για άλλα πράγματα.
Στις επόμενες εκλογές, οποτεδήποτε και εάν γίνουν, ο κ. Τσίπρας θα κληθεί να απαντήσει στους πολίτες: Εκανε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τη ζωή τους καλύτερη; Ανέβασε την ποιότητα ζωής τους; Εφτιαξε ένα αξιόπιστο κοινωνικό κράτος; Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα τεθούν και όχι εάν οι άδειες των τηλεοπτικών σταθμών είναι 4 ή 14.

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Μετατρέπεται σε κατεστραμμένο είδωλο της Ιστορίας.

Το αντιμνημόνιο έγινε Μνημόνιο. Η περιβόητη πολιτική διαπραγμάτευση εξελίχθηκε σε πλήρη αποδοχή των μέτρων της τρόικας. Η μεγαλεπήβολη διακήρυξη για τη διαγραφή του χρέους κατέληξε σε μια ατέρμονη διαδικασία για την απομείωσή του. Η επιδίωξή της να θέσει υπό τον έλεγχο του δημοσίου τις τράπεζες κατέστησε το τραπεζικό σύστημα έρμαιο των ξένων funds. Η δέσμευση για ακύρωση των εν εξελίξει ιδιωτικοποιήσεων όχι μόνο ξεχάστηκε, αλλά και η επιτάχυνσή τους τέθηκε ως καίριο προαπαιτούμενο. Το πρόγραμμα Θεσσαλονίκης αλλά και το αποκαλούμενο «παράλληλο» συνεθλίβησαν στις μυλόπετρες των σκληρών περιοριστικών μέτρων. Οι υπερφίαλες υποσχέσεις για την ανόρθωση της οικονομίας υποκαταστάθηκαν από τη φοροκαταιγίδα, εντείνοντας τη φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης και την ερημοποίηση της αγοράς. Η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και η ενίσχυση των συντάξεων, στα οποία επένδυσε, κατέληξαν στην αύξηση του πρώτου και στην «αναπλαισίωση» των δεύτερων.
Τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ αποκαλύπτει και η κυβερνητική πρακτική του σε καίρια ζητήματα της πολιτικής του, όπως η καταπολέμηση της διαπλοκής, η αναβάθμιση των θεσμών, η επίκληση άλλου ήθους διακυβέρνησης. Η επιχειρούμενη ποδηγέτηση της Δικαιοσύνης, η χειραγώγηση της ενημέρωσης, τα παιχνίδια με τους κρατικούς μηχανισμούς, καταδεικνύουν τη διαβρωτική δύναμη που ασκεί η εξουσία στους νεόκοπους και τους διαχρονικά εθισμένους. Ο κυβερνητισμός συνιστά σήμερα τη μεγαλύτερη παθογένειά του. Τον ευνουχίζει. Εξουδετέρωσε το πολιτικό και ιδεολογικό κέλυφος που διέθετε. Τον κατέστησε νόθο πολιτικό προϊόν.
Tο κυβερνών κόμμα είναι σήμερα ένα χωνευτήρι δυνάμεων με διαφορετικές καταβολές και αναφορές. Το αποδεικνύουν η ενσωμάτωση με τους ΑΝΕΛ, η συμπόρευση με τους παλαιοπασόκους, τους νεοκαραμανλικούς, καθώς και με διάφορους παντός καιρού πανεπιστημιακούς. Οι συμμαχίες του, ωστόσο, δεν εδράζονται σε κάποιο συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο για την έξοδο από την κρίση. Εκφράζουν τις προσωπικές φιλοδοξίες και επιδιώξεις των συνοδοιπόρων, οδηγώντας σε ακατάλληλους δρόμους. Η μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε μηχανισμό εξουσίας επιτείνει τη διάστασή του με τη ζώσα οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Απομειώνει την απήχηση και την επιρροή του. Τον αποξενώνει από τους πολίτες. Ετσι εξηγούνται και οι ρηγματώσεις στην άλλοτε ισχυρή κυριαρχία του. Ενσαρκώνοντας την Ελλάδα της υστέρησης και του τέλματος, η «πρώτη φορά Αριστερά» δεν αλλοιώνεται απλώς. Μετατρέπεται σε κατεστραμμένο είδωλο της Ιστορίας.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Να ξέρουμε τι ψηφίζουμε!

Να ξέρουμε τι ψηφίζουμε!», αναφώνησε ο κ. Τσίπρας όταν το συνέδριο, το «σώμα» κατά τον πρόεδρο του κόμματος, αποφάσισε ότι μόνον ένα στα τέσσερα μέλη του καθοδηγητικού οργάνου του κόμματος, της Κεντρικής Επιτροπής, θα μπορεί να συμμετέχει σε κρατικές θέσεις εξουσίας. Γρήγορος υπολογισμός έδειχνε ότι αν συνυπολογιστούν και οι βουλευτές στην έννοια «κράτος», τα μέλη της Κ.Ε. θα ήσαν εντελώς διαφορετικά από τα στελέχη του κόμματος στα οποία ο κ. Τσίπρας εμπιστεύεται το κράτος. Θα μπορούσε να ζητήσει τη διόρθωση ο πρόεδρος του συνεδρίου, αλλά για να αποφεύγονται περαιτέρω μπλεξίματα, το πήρε πάνω του ο Αλέξης Τσίπρας. Σε τελευταία ανάλυση, δικό του είναι το κόμμα! Τουλάχιστον μέχρις ότου χάσει την εξουσία, αυτός και μόνον, μαζί με την πολύ στενή ομάδα ανθρώπων «του», θα κάνει κουμάντο στο κράτος. Ως προς αυτό δεν υπάρχει τίποτε που να χρειάζεται να μάθουν: κράτος και κόμμα έσονται εις σάρκα μίαν και μοναδική. Το δίδαξε ο Λένιν, το είχαν όμως «ευαγγέλιο» όλα τα κυβερνητικά κόμματα της χώρας, πριν και μετά τη δικτατορία, αφού ως προς αυτό (και αρκετά άλλα, δυστυχώς) η μεταπολίτευση δεν βελτίωσε ιδιαίτερα την ποιότητα της δημοκρατίας.

Το δεύτερο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν, όπως το είχαμε προβλέψει, ένα συνέδριο στέψης του Αλέξη Τσίπρα, του ανθρώπου που έφερε την ευρύτερη κομμουνιστική παράταξη από την ήττα του ένοπλου εμφυλίου στη νίκη του συγκεντρωτικού κοινοβουλευτισμού. Δεν είναι μικρό πράγμα! Οταν ο Ανδρέας Παπανδρέου πέτυχε, στην εποχή του, την εκλογή κι επανεκλογή του ριζοσπαστικού Κέντρου, αρχίσαμε να αισθανόμαστε μια κάποια ασφάλεια, και ορθώς, επειδή φάνηκε ότι η πολυκομματική δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει και στην Ελλάδα. Στην πράξη πάντως, η εναλλαγή των κομμάτων δεν βοήθησε το κράτος να αντιμετωπίσει τις πάμπολλες αδυναμίες του. Το διαπιστώσαμε με τον χειρότερο τρόπο όταν ο λαός χρειάστηκε αρωγό για να κρατηθεί όρθιος απέναντι στην ορμή της κρίσης.

Δυσκολεύομαι να κατανοήσω γιατί τα κόμματα δεν έχουν, επί σαράντα χρόνια, αντιληφθεί ότι αυτό που χρειάζονται για να αφήνουν πίσω τους έργο άξιο αναφοράς είναι έναν πολύ πιο αποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό. Αντιθέτως, αυτό που κάθε φορά επιδιώκουν είναι να φτιάξουν το δικό τους, κομματικώς ελεγχόμενο, κράτος.

Ο κ. Τσίπρας έχει πάρει τον ίδιο δρόμο: θα την πατήσει και αυτός με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που την πάτησαν οι προηγούμενοι. Επιδιώκοντας τη συγκρότηση του δικού τους κράτους, έναν μηχανισμό εξουσίας αυστηρά ελεγχόμενο από τη μικρή ομάδα του Μαξίμου και το μονολιθικό κόμμα του Τσίπρα, με τη βοήθεια βεβαίως του ακροδεξιού εθνικιστή συμμάχου που του προσέφερε η συγκυρία της βαθιάς κρίσης και η ανοργανωσιά της δεξιάς παράταξης. Αλλωστε, το κόμμα του δεύτερου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα υπάρχει μετά τις επόμενες εκλογές· θα το έχει καταβροχθίσει το κομματικό κράτος.
Έντυπη

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Με πρωταγωνιστές τους πάλαι ποτέ εκσυγχρονιστές.

Ενα... πολιτικό δράμα εξελίσσεται υπογείως. Με πρωταγωνιστές τους πάλαι ποτέ εκσυγχρονιστές. Τους πρώην «επαγγελματίες» του μεταρρυθμισμού. Από τότε που το μετέωρο ευρωεκσυγχρονιστικό εγχείρημα άρχισε να υλοποιείται από τον ΣΥΡΙΖΑ. Εκ προοιμίου και προς άρση παρεξηγήσεων δεν κρίνεται εδώ αν αυτό ανταποκρίνεται ακριβώς στις ανάγκες της χώρας. Ούτε το πρόσημό του, ούτε αν προωθείται με τα πιο ορθολογικά μέσα. Ενδιαφέρει μόνο η διαπίστωση ότι βασικός μεταρρυθμιστικός φορέας τον τελευταίο χρόνο έχει αναδειχθεί η σημερινή κυβέρνηση.
Τόσες και τέτοιες αλλαγές, που επιχειρούνται ή βρίσκονται επί χάρτου, δεν έχουν προηγούμενο. Τουλάχιστον από τότε που η χώρα βρίσκεται υπό την επιτροπεία των εταίρων-δανειστών. Ξεπερνούν αθροιστικά όσες έκαναν μαζί Παπανδρέου - Παπαδήμος - Σαμαράς - Βενιζέλος. Το δράμα συνίσταται στο γεγονός ότι οι εκπρόσωποι του παλιού δικομματισμού, μαζί και οι νέοι επίδοξοι διάδοχοι του εκσυγχρονισμού, οι οποίοι ενσκήψανε στα χρόνια της κρίσης, έχουν χάσει έναν βασικό προνομιακό χώρο. Σαν να έφυγε το έδαφος κάτω από τα πόδια τους.
Παλαιότερα η βασική διαιρετική τομή, όπως υποστήριζαν όλες σχεδόν οι ηγεσίες σύμπασας της σημερινής αντιπολίτευσης, εντοπιζόταν μεταξύ εκσυγχρονισμού και λαϊκισμού. Υποτίθεται ότι στη μεν πρώτη πλευρά βρίσκονταν οι ίδιοι, ενώ στην άλλη οι αντιμνημονιακοί και ο ΣΥΡΙΖΑ. Μετά τη μετακίνηση του τελευταίου από τη μία πλευρά της τομής στην άλλη, παραδόξως, εξελίχτηκε και μια άλλη μετατόπιση. Οι πρώην εκσυγχρονιστές και αντιλαϊκιστές καταφεύγουν στη γραμματική και στο συντακτικό του λαϊκισμού. Σε ένα αφήγημα που θα μπορούσε να ονομαστεί «εκσυγχρονιστικός αντιλαϊκισμός». Ως όχημα νομιμοποίησης των προηγούμενων πολιτικών τους και επανόδου ή εσόδου στην κυβερνητική εξουσία.
Το χειροπιαστό αποτέλεσμα είναι η σημερινή τυφλή αντιπολιτευτική πρακτική. Η μετάλλαξη του αρχηγού της ΝΔ, για να μείνουμε σ΄ αυτόν, σε λαϊκιστή του αντιλαϊκισμού! Η πολεμική, που ασκεί εναντίον της κυβέρνησης στο όνομα ενός κάλπικου αντιλαϊκισμού, συνιστά ακριβώς έναν κατεξοχήν δημαγωγικό λαϊκισμό. Πρόκειται για μία από τις πολλές μορφές του σημερινού λαϊκισμού της ευρωπαϊκής Δεξιάς (και ακροδεξιάς) στην ελληνική εκδοχή του. Το ειρωνικό, σ' αυτήν τη μετάλλαξη, είναι ότι στην ουσία ο Κυρ. Μητσοτάκης, χωρίς ίσως να το υποψιάζονται ο ίδιος και η ηγετική ομάδα του, επιστρέφουν μετά φανών και λαμπάδων, σε ένα οικείο παρελθόν για τη συντηρητική παράταξη. Με προπολεμικές ρίζες στον «βελζεβούλ» Ελευθέριο Βενιζέλο και μεταπολεμικές σε αντικομμουνιστικά στερεότυπα. Οπου τον εχθρό κομμουνισμό αντικαθιστά, κατά κάποιον τρόπο, ό,τι αντιπροσωπεύουν η σημερινή κυβέρνηση, τα κόμματα και τα πρόσωπα που τη συναπαρτίζουν.

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Μακροβούτι στο παρελθόν.

Είθισται, ύστερα από κάθε συζήτηση των πολιτικών αρχηγών στη Βουλή, να θέτουμε το στερεότυπο ερώτημα, αν γίναμε σοφότεροι με όσα ακούσαμε για το θέμα της συζήτησης ή όχι και, κατά κανόνα, να απαντάμε αρνητικά. Μας το επιβάλλει, νομίζω, ο εσωτερικός καθωσπρεπισμός του ανικανοποίητου· όμως δεν ισχύει στην πραγματικότητα. Η όποια κοινοβουλευτική παράδοση στην Ελλάδα θέλει τις συζητήσεις αυτές να ξεπερνούν την αφορμή τους και να εξελίσσονται σε εφ’ όλης της ύλης αντιπαραθέσεις, από τις οποίες όλο και κάτι χρήσιμο μαθαίνεις.
Εντάξει, ονόματα και διευθύνσεις δεν μάθαμε, από τον πρωθυπουργό τουλάχιστον. Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές τον είδαμε να στρέφει το βλέμμα στον Γ. Δραγασάκη – γιατί αυτός, ως αντιπολίτευση, είχε δεσμευθεί ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα αποκάλυπτε μέσα στη Βουλή τα ονόματα της διαπλοκής. Φαίνεται, όμως, ότι εκείνος δεν του είπε τίποτε, ειδάλλως θα το είχαμε ακούσει από τον πρωθυπουργό. Αντιθέτως, ακούσαμε ονόματα από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Δεν ήταν αυτά, όμως, το σημαντικότερο που μάθαμε προχθές. Το νέο στοιχείο με τη μεγαλύτερη αξία, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι είδαμε την κυβέρνηση να υποδύεται την αντιπολίτευση, προκειμένου να συσπειρώσει το κόμμα. Ηταν στιγμές που νόμιζες ότι έβλεπες το κανάλι της Βουλής να παίζει επαναλήψεις, όπως κάνουν οι ιδιωτικοί σταθμοί με τα σίριαλ.
Η φυγή από την πραγματικότητα είναι, βέβαια, μέσα στη φύση της Αριστεράς και, εν μέρει, αυτό ήταν που έκανε προχθές στη Βουλή ο πρωθυπουργός. Τον καταλαβαίνω, γιατί η πραγματικότητα είναι πολύ ζοφερή για την κυβέρνηση. Σε μια εποχή που χρειάζεται να επιδείξει αριστεροσύνη, λόγω συνεδρίου, η Ευρώπη παύει τα καλοπιάσματα και ξαφνικά σοβαρεύει. Φεύγει, λοιπόν, από τη σκηνή ο Μοσκοβισί και μπαίνει ο Σόιμπλε με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Μια πρόγευση των όσων συνεπάγονται πήραμε ήδη στο Eurogroup: η εκταμίευση της περίφημης δόσης (που καθυστερεί σχεδόν ένα χρόνο τώρα) μετατίθεται χρονικά ακόμη για λίγες ημέρες παρότι η αξιολόγηση ολοκληρώθηκε. Η κυβερνητική κωλυσιεργία γύρω από τα διάφορα ανοικτά ζητήματα ιδιωτικοποιήσεων δεν γίνεται πλέον ανεκτή και αρχίζουν οι συνέπειες – πλησιάζει, άλλωστε, και ο καιρός των εκλογών στη Γερμανία. Υπό το κράτος αυτής της πραγματικότητας, λοιπόν, ο Τσίπρας έκανε προχθές στη Βουλή το μακροβούτι στο παρελθόν – και δεν το εννοώ για τις υποθέσεις που επανέφερε, αλλά για τη θέση από την οποία μίλησε: του αντιπολιτευομένου την αντιπολίτευση. Για όσους έχουν σημασία αυτά, το άγχος ήταν εμφανές στο πρόσωπό του κάθε στιγμή. Δεν ξέρω, αλλά αν εγώ ήμουν ΣΥΡΙΖΑ, πολύ θα ανησυχούσα...

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Αραγε πιάνουμε τον σφυγμό της κοινωνίας;


Πώς άραγε πιάνουμε τον σφυγμό της κοινωνίας; Η απλή απάντηση που κατά καιρούς χρησιμοποιούν τα κόμματα και οι κυβερνήσεις είναι ότι αυτό που νομίζουν είναι η άποψη της κοινής γνώμης. Νομίζουν -αυθαίρετα- πως ό,τι λένε αυτοί είναι κι αυτό που λένε οι περισσότεροι. Πολλές φορές αντλούν τη βεβαιότητά τους από το γεγονός ότι κάποιοι τους ψήφισαν. Ετσι αφού τους ψήφισαν κάποτε συμφωνούν με ό,τι αυτοί θεωρούν σωστό.
Αν η νομοθετική εξουσία ή η εκτελεστική έχει κάποιο δίκιο -με την έννοια ότι αφού ψηφίστηκαν οι ψηφοφόροι τους ακολουθούν πιστά- η δικαστική εξουσία δεν έχει. Οι αποφάσεις της βασισμένες στον νόμο που ψηφίζει η Βουλή οφείλουν να μη βασίζονται στην άποψη της πλειονότητας. Αλλωστε, πώς καταγράφεται η άποψη της πλειονότητας;
Η στατιστική και η πολιτική επιστήμη έχουν απαντήσει σε αυτό ότι κάνουμε μια δημοσκόπηση σε ένα τυχαίο και αντιπροσωπευτικό δείγμα, την οποία ονομάζουμε και σφυγμομέτρηση, και μετράμε τη γνώμη των πολιτών. Αραγε η νομοθετική εξουσία έχει τέτοια δυνατότητα; Και αν την έχει, έχει υποχρέωση να την ακολουθεί; Υπάρχουν και άλλες απαντήσεις. Αντιπροσωπευτικό είναι ό,τι λέει η κυβέρνηση. Αλλά τότε έχει υποχρέωση να το ακολουθεί; Και στις δύο περιπτώσεις, είτε διαπιστώνει τη γνώμη της πλειονότητας μέσω σφυγμομετρήσεων ή μέσω της γνώμης της πλειονότητας της Βουλής, τότε πρακτικά γίνεται άχρηστη. Αυτό είναι και το χειρότερο.
Πολύ περισσότερο που το 60% των πολιτών, αν όχι περισσότερο, πορεύεται με τη νοοτροπία ότι νόμος είναι αυτό που ο καθένας θεωρεί σωστό για τον εαυτό του. Που νομίζει -εγωιστής και κακομαθημένος- ότι όλοι οφείλουν να δεχτούν σαν σωστό αυτό που αυτός ή αυτή νομίζει σωστό. Ετσι κάποιοι πιστεύουν ότι σε καθέναν που πήρε ένα δάνειο και δεν μπορεί να το πληρώσει, πρέπει να του το χαρίσουμε. Οτι για κάποιον μαγικό λόγο πρέπει να πληρώνουμε οι άλλοι για τη συντήρηση των δημόσιων υποδομών της περιοχής του και έτσι αυτός να μην πληρώνει τίποτα.
Επιμένει το ΣτΕ ότι πρέπει να σφυγμομετρεί την κοινωνία; Πολύ αμφιβάλλω. Τότε θα ήταν άχρηστο! Και αυτό δεν το θέλει κανείς εκτός από τους εραστές του ολοκληρωτισμού. Που νομίζουν ότι όλοι τούς χρωστούν και όλοι οφείλουν να δουλεύουν γι’ αυτούς...

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Αν βγούμε ποτέ σώοι από όλη αυτή την περιπέτεια, δεν θα είμαστε οι ίδιοι.

Αν βγούμε ποτέ σώοι από όλη αυτή την περιπέτεια, δεν θα είμαστε οι ίδιοι. Θα μας ταλανίζουν διάφορα υπαρξιακά ερωτήματα: Συνέβησαν όλα αυτά ή ήταν στη φαντασία μας; Είχαμε μνημόνιο ή όχι; Είναι έξω μέρα ή νύχτα; Το έλεγε ένας φίλος τις προάλλες πολύ χαρακτηριστικά (ψηφοφόρος ΣΥΡΙΖΑ, για να προλάβω μερικούς): «Το newspeak της κυβέρνησης πρέπει να διδάσκεται στα πανεπιστήμια. Μπορούν να επιχειρηματολογήσουν άνετα ότι αυτό που βλέπουμε αυτή τη στιγμή μπροστά μας δεν είναι πιάτο, είναι ποτήρι. Εκαναν τέχνη τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας».

Μια κοπέλα στο Twitter είχε τη φαεινή ιδέα να γκουγκλάρει τη φράση «δεν είπα ποτέ», με αποτέλεσμα να προκύψει μια τραγελαφική τομή της ειδησεογραφίας των τελευταίων μηνών: ο Τσίπρας «δεν είπε ποτέ» ότι θα σκίσουν τα μνημόνια με ένα νόμο και ένα άρθρο, ο Κούλογλου «δεν είπε ποτέ» ότι η κυβέρνηση έκανε συμφωνία με τον Καλογρίτσα, ο Κουρουμπλής «δεν είπε ποτέ» ότι θα έχουν ποινικές ευθύνες όσοι ανακήρυξαν υπερθεματιστή τον εργολάβο, η Αυλωνίτου είπε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «δεν είπε ποτέ» ότι θα καταργήσει τον ΕΝΦΙΑ, ο Κατρούγκαλος «δεν είπε ποτέ» ότι δεν είσαι φτωχός με εθνική σύνταξη, η Φωτίου είπε ότι η κυβέρνηση «δεν είπε ποτέ» ότι δεν θα κοπεί το ΕΚΑΣ κ.ο.κ. Οσοι τα ακούσαμε με τα αυτιά μας, είδαμε τα βίντεο, διαβάσαμε τις απομαγνητοφωνήσεις είναι προφανές ότι κάναμε λάθος, «απομονώσαμε φράσεις», «πήραμε αποσπασματικά στοιχεία από το Διαδίκτυο», είμαστε «όργανα της διαπλοκής», τα γνωστά.

Και εντάξει, ας δεχθούμε ότι είναι δύσκολο για μια αριστερή κυβέρνηση να παραδεχθεί ότι ψήφισε μνημόνιο, πρακτική που πολεμούσε λυσσαλέα κάποτε – έπρεπε να φτιάξουν το περιτύλιγμα, κατανοητό. Ας αποδεχθούμε επίσης, μπας και προχωρήσουμε ποτέ, ότι δεν έκαναν ούτε το «Οχι» «Ναι» στο δημοψήφισμα, αυτή την αξέχαστη γιορτή της δημοκρατίας από την οποία βγήκαμε όλοι καλύτεροι άνθρωποι – εμείς δεν καταλάβαμε σωστά. Μα εδώ δεν μας χαρίζονται ούτε στα απλά, τα άνευ κόστους. Δεν ήταν δα και κανένα έγκλημα του κ. Πολάκη που δεν ήξερε το copy paste, γιατί δεν μπορεί να δεχθεί την κριτική, την ίδια που θα γινόταν σε οποιονδήποτε δημόσιο λειτουργό σε περίπτωση παρόμοιου σαρδάμ. Τι σχέση έχουν πάλι «τα βοθροκάναλα και τα πληρωμένα σάιτ», στα οποία με το γνωστό του ύφος αναφέρθηκε, αντί για ένα απλό mea culpa, που θα τέλειωνε τη συζήτηση; Τα ίδια και με τον Δημ. Μάρδα, που πριν από λίγες ημέρες πήρε στα σοβαρά χιουμοριστικό σχόλιο στο Facebook από δήθεν Σύρο επενδυτή που του ζητούσε πληροφορίες για την έκδοση επενδυτικής βίζας. Οι πολίτες που ανέδειξαν την γκάφα συνάντησαν και πάλι τοίχο, την πλήρη άρνηση της πραγματικότητας. Πώς να περιμένουμε παραδοχή λάθους στα μεγάλα;

Υφιστάμεθα το βάρος όλων των λαθών, παλιών και νέων. Να μας βγάζουν συστηματικά τρελούς πάει πολύ. Από την άλλη, μπορεί αύριο να μάθουμε ότι δεν έπεσαν ποτέ χημικά στους συνταξιούχους, ότι ήταν κι αυτό μια πλάνη.
Έντυπη

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Η Ελλάδα ζει με το όνειρο μιας Αριστεράς που όταν κυβερνά απογοητεύει.

Τακτικισμοί και ανασύνταξη δυνάμεων, μέχρις ότου οι συσχετισμοί αλλάξουν και οι καταστάσεις το επιτρέψουν ώστε να προχωρήσουμε στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, είναι η πολιτική που ακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την «ήττα» που υπέστη τον δραματικό Ιούλιο του 2015. Ετσι, η πρώτη αξιολόγηση μισοέκλεισε σχεδόν έναν χρόνο μετά! Και σε τι διαφέρει τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ από τους «γερμανοτσολιάδες σαμαροβενιζέλους», θα ρωτούσε κάποιος αφελής. Στο ότι αυτός θέλει να αλλάξει το οικονομικό σύστημα στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο, ενώ εκείνοι δήθεν το υπηρετούσαν!
Κατά τα άλλα, ο κυνισμός του ΣΥΡΙΖΑ στην προώθηση των πιο ακραίων πολιτικών, που οι αστοί πολιτικοί που κυβέρνησαν πριν από αυτόν ούτε καν διανοούνταν να υλοποιήσουν, όπως το υπερταμείο, το οποίο απέρριπταν ασυζητητί κάθε φορά που τους το ζητούσαν, είναι εντυπωσιακός. Διότι, ακριβώς, δικαιολογείται ιδεολογικά με όρους όπλου παρά πόδα... Κι όμως, αυτή η αερολογία βρίσκει ακροατές στην Ελλάδα!
Διότι είμαστε η μόνη χώρα στην οποία δεν έγιναν αντιληπτοί οι λόγοι για τους οποίους κατέρρευσε το ανατολικό μπλοκ. Κι αυτό γιατί στη χώρα μας είχαμε ήδη εμβολιασθεί απέναντι σε μια τέτοια εξέλιξη, αποκαλώντας συστηματικά τον σοσιαλισμό εκείνο «υπαρκτό». Είχαν φροντίσει γι' αυτό οι αριστερές πομφόλυγες που κυριάρχησαν ιδεολογικά στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Τάχα, για τους αριστερούς, ο υπαρκτός δεν ήταν σοσιαλισμός. Αλλος ήταν ο σοσιαλισμός των ονείρων τους. Είχε, όμως, πεθάνει κάπου μεταξύ Λένιν και Στάλιν, όταν κανείς μας δεν είχε γεννηθεί για να θυμάται.
Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση και τον Λαό στην εξουσία, όμως, το θυμόμαστε. Οι αριστεροί έλεγαν τότε πως τάχα ούτε αυτό ήταν Αριστερά. Σήμερα λένε τα ίδια ακριβώς για τον ΣΥΡΙΖΑ. Οπως και για την Κούβα, τη Βόρειο Κορέα, τη Βενεζουέλα κ.ο.κ. Αυτοί δεν είναι αριστεροί! Μπα, και τι είναι, σύντροφοι; Κι αν δεν είναι αυτοί αριστεροί, πού είναι οι πραγματικοί αριστεροί που κυβέρνησαν επιτυχώς έναν τόπο αριστερά, να τους γνωρίσουμε επιτέλους; Στον Αρη;
Η Ελλάδα ζει με το όνειρο μιας Αριστεράς που όταν κυβερνά απογοητεύει, μέχρι η απογοήτευση να ξεχαστεί, ώσπου να γεννηθεί η επόμενη αριστερή αυταπάτη. Στη χώρα μας η Αριστερά απέδειξε ότι δεν πρόκειται ποτέ να κυβερνήσει αριστερά. Ιδεολογικά (και όχι μόνο), είναι σήμερα υπεύθυνη για την κατάντια στην οποία οδηγήθηκε ο τόπος, λόγος για τον οποίο, όπως έλεγε ένας παλιός... αριστερός, δεν δικαιούται διά να ομιλεί. Είτε βρίσκεται στην κυβέρνηση, είτε όχι.