Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Ο ΣΥΡΙΖΑ «η χρονιά της ανατροπής, η χρονιά της μεγάλης αλλαγής στον τόπο μας»


Δυστυχώς, η προσδοκία του ότι το 2013 θα είναι, κατά τη διατύπωσή του, «η χρονιά της ανατροπής, η χρονιά της μεγάλης αλλαγής στον τόπο μας» δεν είναι τελείως στον αέρα. Κατ’ αρχάς, επειδή βάσιμες είναι οι ενδείξεις ότι το στρατηγικό βάθος της συνεργασίας των τριών κομμάτων της συγκυβέρνησης έχει πλέον εξαντληθεί: ως επί το πλείστον, καταγίνονται με την περιχαράκωση των χώρων τους, αντί να αναζητούν κοινούς χώρους εποικοδομητικής συνεργασίας. Συγχρόνως, η συγκυρία προσφέρει στον ΣΥΡΙΖΑ, μέσω της λίστας Λαγκάρντ, ένα πρώτης τάξεως τακτικό πλεονέκτημα, το οποίο και εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Εδώ που τα λέμε, το ίδιο θα έκανε και όποιος άλλος αν ήταν στη θέση του αρχηγού της αντιπολίτευσης. Διότι την «κάθαρση», η οποία επιχειρείται σχετικά με τις ευθύνες για την αλλοίωση και την απόκρυψη της λίστας Λαγκάρντ, την επιβάλλει το πολιτικό κλίμα της εποχής και είναι αναπόφευκτη. Ωστόσο, το εγχείρημα είναι δίκοπο μαχαίρι: αν η «κάθαρση» προχωρήσει μέχρις ενός σημείου είναι δυνατόν να ευνοήσει την κυβέρνηση που την αποτολμά, εφόσον την παρουσιάζει ως ηθικά ανεπίληπτη και άτεγκτη· πέρα από αυτό το σημείο, όμως, μπορεί να την αποσταθεροποιήσει και, όπως ελπίζει ο Τσίπρας, να την ανατρέψει. Γιατί λοιπόν να μην κηρύσσει την ανατροπή ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ;
Το πρόβλημα είναι ότι με τον όρο «ανατροπή», που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον την τελευταία τριακονταετία, ο Τσίπρας δεν εννοεί το ίδιο με τους άλλους επαγγελματίες της πολιτικής που έμαθαν την τέχνη τον καιρό της ώριμης μεταπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα του οποίου η μεγέθυνση στα σημερινά εκλογικά ποσοστά οφείλεται κυρίως σε ψηφοφόρους οι οποίοι δεν μπορούν ακόμη να χωνέψουν ότι το μοντέλο του κρατισμού και της ευημερίας με δανεικά έχει τελειώσει, ενώ την ίδια ώρα ο κομματικός, στελεχικός πυρήνας του συντίθεται από όλες οι τάσεις της παλαβής Αριστεράς. Με άλλα λόγια, ιδεοληπτικοί μαρξιστές, αιθεροβάμονες ουτοπιστές, αναρχικοί μπαχαλάκηδες και καταληψίες οδηγούν ένα κοπάδι δυσαρεστημένης πασοκαρίας. Δεν είναι αποκαλυπτικό, λ.χ., πώς και μέχρι ποίου βαθμού έσπευσε ο ΣΥΡΙΖΑ να υπερασπισθεί τους καταληψίες της βίλας Αμαλία και τους πυρήνες του υποκόσμου που έβρισκαν άσυλο στην πρώην ΑΣΟΕΕ;
Ο ίδιος ο Τσίπρας ως πρόσωπο ενσαρκώνει αυτή την αντίφαση. Από τη μία πλευρά, είναι ένας άεργος, ακραία φιλόδοξος επαγγελματίας πολιτικός, ο οποίος μπήκε από μικρός στη «δουλειά» και ελάχιστα διαφέρει ως προς την αντίληψη για τη λειτουργία του ρόλου του από εκείνους τους οποίους κατακεραυνώνει. Χρησιμοποιεί με την ίδια άνεση τα αξεσουάρ του πολιτικού μάρκετινγκ και αναγνωρίζει στον εαυτό του τα ίδια δικαιώματα στην πολυτέλεια της εξουσίας. Οι διαφορές του με τους άλλους αφορούν τους τύπους και το στυλ, όχι την ουσία. Δεν διπλώνεται στα δύο, λ.χ., για να κολλήσει τα χείλη του στην ευτραφή χείρα κάποιου τοπικού μητροπολίτη· εμφανίζεται όμως με ένα μαύρο κορίτσι να τον συνοδεύει στο προεδρικό μέγαρο. Δεν δαπανά τα χρήματα των φορολογουμένων για να κάνει ένα long weekend σαν Αραβας πρίγκιπας στο Four Seasons των Παρισίων, με πρόσχημα ένα τυπικό συμβούλιο υπουργών· τα δαπανά όμως για ένα μηδαμινής πολιτικής αξίας πολυήμερο ταξίδι στη Λατινική Αμερική, παίρνοντας μαζί την οικογένειά του.
Από την άλλη πλευρά, είναι ένας αριστερός με παρωπίδες και χωρίς εμπειρίες από τον ευρωπαϊκό κόσμο, διαπαιδαγωγημένος στις καταλήψεις σχολείων της δεκαετίας του 1990, αυτάρκης και αυτάρεσκος μέσα στον εσωστρεφή μικρόκοσμο του εγχώριου κατεστημένου της Αριστεράς, ο οποίος παραμένει προσκολλημένος στις υποτιθέμενες αιώνιες και ακατάλυτες αλήθειες των ευαγγελίων του μαρξισμού. Και μόνο το γεγονός ότι εντάχθηκε στην ΚΝΕ το 1989, όταν ο κομμουνισμός κατέρρεε υπό το βάρος της αποτυχίας του, έχει μια σημασία που δεν ξεθωριάζει με την πάροδο του χρόνου. Εξάλλου, δεν της επιτρέπει και ο ίδιος να ξεθωριάσει, αφού δηλώνει σε συνεντεύξεις ότι εξακολουθεί να μελετά τους κλασικούς του μαρξισμού και, χωρίς συναίσθηση των λόγων του, διαλαλεί ότι βρίσκει χρήσιμα διδάγματα στην «πολιτιστική επανάσταση» του Μάο, δηλαδή σε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ού αιώνα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ «η χρονιά της ανατροπής, η χρονιά της μεγάλης αλλαγής στον τόπο μας»


Δυστυχώς, η προσδοκία του ότι το 2013 θα είναι, κατά τη διατύπωσή του, «η χρονιά της ανατροπής, η χρονιά της μεγάλης αλλαγής στον τόπο μας» δεν είναι τελείως στον αέρα. Κατ’ αρχάς, επειδή βάσιμες είναι οι ενδείξεις ότι το στρατηγικό βάθος της συνεργασίας των τριών κομμάτων της συγκυβέρνησης έχει πλέον εξαντληθεί: ως επί το πλείστον, καταγίνονται με την περιχαράκωση των χώρων τους, αντί να αναζητούν κοινούς χώρους εποικοδομητικής συνεργασίας. Συγχρόνως, η συγκυρία προσφέρει στον ΣΥΡΙΖΑ, μέσω της λίστας Λαγκάρντ, ένα πρώτης τάξεως τακτικό πλεονέκτημα, το οποίο και εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Εδώ που τα λέμε, το ίδιο θα έκανε και όποιος άλλος αν ήταν στη θέση του αρχηγού της αντιπολίτευσης. Διότι την «κάθαρση», η οποία επιχειρείται σχετικά με τις ευθύνες για την αλλοίωση και την απόκρυψη της λίστας Λαγκάρντ, την επιβάλλει το πολιτικό κλίμα της εποχής και είναι αναπόφευκτη. Ωστόσο, το εγχείρημα είναι δίκοπο μαχαίρι: αν η «κάθαρση» προχωρήσει μέχρις ενός σημείου είναι δυνατόν να ευνοήσει την κυβέρνηση που την αποτολμά, εφόσον την παρουσιάζει ως ηθικά ανεπίληπτη και άτεγκτη· πέρα από αυτό το σημείο, όμως, μπορεί να την αποσταθεροποιήσει και, όπως ελπίζει ο Τσίπρας, να την ανατρέψει. Γιατί λοιπόν να μην κηρύσσει την ανατροπή ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ;
Το πρόβλημα είναι ότι με τον όρο «ανατροπή», που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον την τελευταία τριακονταετία, ο Τσίπρας δεν εννοεί το ίδιο με τους άλλους επαγγελματίες της πολιτικής που έμαθαν την τέχνη τον καιρό της ώριμης μεταπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα του οποίου η μεγέθυνση στα σημερινά εκλογικά ποσοστά οφείλεται κυρίως σε ψηφοφόρους οι οποίοι δεν μπορούν ακόμη να χωνέψουν ότι το μοντέλο του κρατισμού και της ευημερίας με δανεικά έχει τελειώσει, ενώ την ίδια ώρα ο κομματικός, στελεχικός πυρήνας του συντίθεται από όλες οι τάσεις της παλαβής Αριστεράς. Με άλλα λόγια, ιδεοληπτικοί μαρξιστές, αιθεροβάμονες ουτοπιστές, αναρχικοί μπαχαλάκηδες και καταληψίες οδηγούν ένα κοπάδι δυσαρεστημένης πασοκαρίας. Δεν είναι αποκαλυπτικό, λ.χ., πώς και μέχρι ποίου βαθμού έσπευσε ο ΣΥΡΙΖΑ να υπερασπισθεί τους καταληψίες της βίλας Αμαλία και τους πυρήνες του υποκόσμου που έβρισκαν άσυλο στην πρώην ΑΣΟΕΕ;
Ο ίδιος ο Τσίπρας ως πρόσωπο ενσαρκώνει αυτή την αντίφαση. Από τη μία πλευρά, είναι ένας άεργος, ακραία φιλόδοξος επαγγελματίας πολιτικός, ο οποίος μπήκε από μικρός στη «δουλειά» και ελάχιστα διαφέρει ως προς την αντίληψη για τη λειτουργία του ρόλου του από εκείνους τους οποίους κατακεραυνώνει. Χρησιμοποιεί με την ίδια άνεση τα αξεσουάρ του πολιτικού μάρκετινγκ και αναγνωρίζει στον εαυτό του τα ίδια δικαιώματα στην πολυτέλεια της εξουσίας. Οι διαφορές του με τους άλλους αφορούν τους τύπους και το στυλ, όχι την ουσία. Δεν διπλώνεται στα δύο, λ.χ., για να κολλήσει τα χείλη του στην ευτραφή χείρα κάποιου τοπικού μητροπολίτη· εμφανίζεται όμως με ένα μαύρο κορίτσι να τον συνοδεύει στο προεδρικό μέγαρο. Δεν δαπανά τα χρήματα των φορολογουμένων για να κάνει ένα long weekend σαν Αραβας πρίγκιπας στο Four Seasons των Παρισίων, με πρόσχημα ένα τυπικό συμβούλιο υπουργών· τα δαπανά όμως για ένα μηδαμινής πολιτικής αξίας πολυήμερο ταξίδι στη Λατινική Αμερική, παίρνοντας μαζί την οικογένειά του.
Από την άλλη πλευρά, είναι ένας αριστερός με παρωπίδες και χωρίς εμπειρίες από τον ευρωπαϊκό κόσμο, διαπαιδαγωγημένος στις καταλήψεις σχολείων της δεκαετίας του 1990, αυτάρκης και αυτάρεσκος μέσα στον εσωστρεφή μικρόκοσμο του εγχώριου κατεστημένου της Αριστεράς, ο οποίος παραμένει προσκολλημένος στις υποτιθέμενες αιώνιες και ακατάλυτες αλήθειες των ευαγγελίων του μαρξισμού. Και μόνο το γεγονός ότι εντάχθηκε στην ΚΝΕ το 1989, όταν ο κομμουνισμός κατέρρεε υπό το βάρος της αποτυχίας του, έχει μια σημασία που δεν ξεθωριάζει με την πάροδο του χρόνου. Εξάλλου, δεν της επιτρέπει και ο ίδιος να ξεθωριάσει, αφού δηλώνει σε συνεντεύξεις ότι εξακολουθεί να μελετά τους κλασικούς του μαρξισμού και, χωρίς συναίσθηση των λόγων του, διαλαλεί ότι βρίσκει χρήσιμα διδάγματα στην «πολιτιστική επανάσταση» του Μάο, δηλαδή σε ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του 20ού αιώνα.