Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Η καταθλιπτική Δημοκρατία μας


Πριν από αρκετά χρόνια κυκλοφόρησε στη Γαλλία ένα βιβλίο που πολύ γρήγορα έγινε «μπεστ-σέλερ». Ισως γιατί είχε επιτυχημένο τίτλο. Η «μελαγχολική Δημοκρατία» του Πασκάλ Μπρυκνέρ. Αν εκφράζω σωστά το κλίμα των συζητήσεων σε ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά περιβάλλοντα σήμερα, ο αντίστοιχος τίτλος θα έπρεπε να είναι η «καταθλιπτική Δημοκρατία».
Δυστυχώς το ρεύμα των πολιτών που βλέπουν ελπίδα και προοπτική στα δημόσια πράγματα δεν ξεπερνά τους «σκληρούς πυρήνες» των δύο ισχυρότερων κομμάτων, του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ. Μόλις και μετά βίας δηλαδή ένα ποσοστό κοντά στο 25% του εκλογικού σώματος. Οι υπόλοιποι απλώς εκβιάζονται να τοποθετηθούν χωρίς όρεξη και με μύριες επιφυλάξεις, εντελώς καταθλιπτικά, στο στρατόπεδο του ενός ή του άλλου μονομάχου.
Οι περισσότεροι πολίτες φαίνεται ότι ανήκουν στο ρεύμα του «ούτε-ούτε». Ούτε η ρητορεία του success story και της Ελλάδας που βγαίνει στην ανάπτυξη τους πείθει. Ούτε η ρητορεία του ΣΥΡΙΖΑ ότι διαθέτει κυβερνητικό πρόγραμμα και λύσεις για τα προβλήματα. Απλώς επιλέγουν το «μη χείρον» σύμφωνα με το αξιολογικό τους σύστημα και τις ατομικές τους προτεραιότητες.
Στη μια «Ορθοδοξία» στρέφονται εκείνοι που φοβούνται το ρίσκο μιας πολιτικής αλλαγής. Στην άλλη όσοι βαρέθηκαν να πληρώνουν το κόστος και τα λάθη της ισχύουσας πολιτικής.
Τι κάνουν λοιπόν οι υπόλοιποι, οι πιο πολλοί και σίγουρα οι πιο ενδιαφέροντες πολίτες της «καταθλιπτικής Δημοκρατίας»; Απλώς περιφέρουν την αδιαφορία τους. Ορισμένοι παραμυθιάζονται για λίγο με διάφορους προφήτες ενός «Τρίτου Δρόμου» και μετά επιστρέφουν στην περιφορά της αδιαφορίας τους. Ο πραγματικός «Τρίτος Δρόμος», μια σύγχρονη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, μοιάζει όνειρο απατηλό. Σίγουρα δεν εμφανίζεται πουθενά στις ρεαλιστικές επιλογές του σήμερα και του «εγγύς αύριο».
Το αποτέλεσμα είναι η «σιωπηλή πλειοψηφία» των πολιτών να διαπιστώνει ότι βιώνουμε την πιο άνυδρη και φτωχή πολιτική ζωή που έχει γνωρίσει ο τόπος. Μια ψυχροπολεμική σύγκρουση μεταξύ δύο «Ορθοδοξιών», η μια με Μητρόπολη το Μαξίμου και η άλλη την Κουμουνδούρου, θεμελιωμένες σε δόγματα σαθρά και αδιέξοδα.
Δεν κάνω τη δουλειά του ψυχαναλυτή, αλλά είμαι βέβαιος ότι και οι δύο «Πατριάρχες» νιώθουν παρόμοια ασφυξία και ανασφάλεια. Τόσο ο Σαμαράς όσο και ο Τσίπρας φαντάζομαι ότι θα καταλαβαίνουν πόσο στενός, αφιλόξενος και γλιστερός είναι ο πολιτικός χρόνος και χώρος στον οποίο κινούνται.
Και επειδή είναι και οι δύο έξυπνοι πολιτικοί φαντάζομαι ότι θα επιθυμούσαν να υπερβούν τα στενά παραταξιακά όρια και να καταφέρουν να συνομιλήσουν δημιουργικά με την ευρύτερη κοινωνία των πολιτών, αυτούς δηλαδή που δεν πολυπιστεύουν στις «Ορθοδοξίες» τους. Μπορούν όμως;