Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Δεν μπορούν να κάνουν πια τράκα από τον Λαό, γιατί απλούστατα ο Λαός είναι ρέστος, πιο στεγνός...


Απίθανοι τύποι, συνδικαλισταράδες με βρώμικο μάτι, κολλητοί και παρατρεχάμενοι, αφού πούλησαν στη λιανική το παραμύθι που εισήγαγε χονδρικώς η ηγεσία του πάλαι ποτέ κινήματος, αφού προσκύνησαν την διαπλοκή κι έγιναν κολαούζοι της, στο τέλος, επί του ψηλού παιδιού από τη Μινεσότα, φάγανε πολύ βαρύ επιδόρπιο: νεοφιλελευθερισμό, ωμό και σε διπλή μερίδα. Έτσι στο κύκνειο άσμα του το ακούνητο και πετρωμένο ως στήλη άλατος «κίνημα», συγκρούστηκε με τον ίδιο τον σκληρό πυρήνα του. Αυτή την ιδιόμορφη κι αντιπαραγωγική κομματική και κρατική γραφειοκρατία, που έχτισε τείχη σκανδαλωδών προνομίων για μια νομενκλατούρα ημιμαθών έως αγράμματων, όπου συχνά οι πιο επικίνδυνοι ήταν όμως οι πιο «γραμματιζούμενοι». Ο λόγος απλός. Τελειώσανε τα φράγκα. Τα δανεικά που έπαιρναν τα κορόϊδα, ήτοι ο Λαός, τα οποία δεν ήταν τελικά αγύριστα, στέρεψαν. Το «αεροπλανάκι» του ελληνικού ντεμέκ σοσιαλισμού, όπως όλα τα «αεροπλανάκια», κάποια στιγμή έσκασε και τώρα τρέχουμε και δεν φτάνουμε.

Πάνε οι χρυσές εποχές του πλιάτσικου, όπου τα έργα χρεώνονταν διπλά και τρίδιπλα, όπου οι παρέες στην γνωστή πλατεία φουμάρανε αυτάρεσκα τις πουράκλες τους. Χρηματιστήρια, Ολυμπιακοί Αγώνες, όπλα, προμήθειες, μεγάλες μπίζνες. Τότε παχύνανε οι ισχνοί αγωνιστές, βγάλανε τα ζιβάγκο του «Τρίτου Δρόμου», φορέσανε γυαλιστερά κουστουμάκια, σαν τραγουδιστές σκυλάδικου και το ρίξανε ζαλισμένοι στην ντόλτσε βίτα. Στο ράφι σκονίζονταν οι φωτογραφίες με τον Ορτέγκα και τον Αραφάτ και κάτι απωθημένα για καλάσνικοφ κι ένοπλους αγώνες. Έμεινε μόνον η χρήσιμη συμπάθεια προς τον προθάλαμο της εγχώριας τρομοκρατίας και τους μπαχαλάκηδες, τόσο χρήσιμα σε δύσκολους καιρούς κι όποτε η επάρατος δεξιά πήγαινε να κουνήσει καμμιά πέτρα από τα θεμέλια της μεταπολιτευτικής παράγκας.

Τώρα όμως η μηχανή που παρήγαγε χλιδάτη ζωή για τις καραπροοδευτικές στελεχάρες έμεινε από καύσιμο. Βερεσέ γιοκ. Δεν μπορούν να κάνουν πια τράκα από τον Λαό, γιατί απλούστατα ο Λαός είναι ρέστος, πιο στεγνός κι από την έρημο Σαχαρά.