Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Όταν µια χώρα απειλείται ταυτοχρόνως από οικονομική, κοινωνική και εθνική καταστροφή, με έναν τρόπο μπορεί να αντισταθεί:

Όταν µια χώρα απειλείται ταυτοχρόνως από οικονομική, κοινωνική και εθνική καταστροφή, με έναν τρόπο μπορεί να αντισταθεί: Αν διαθέτει πνευματική και επιχειρηματική ελίτ, πολιτικό σύστημα και κοινωνία που μπορούν να αντέξουν, προς το κοινό τους συμφέρον, το βάρος μιας, έστω πρόσκαιρης, συμμαχίας για το μεγάλο «όχι». Αν αυτοί οι τρεις παράγοντες θεωρούν την ύπαρξή τους συνδεδεμένη με την επιβίωση της χώρας στο σύνολό της.
Στην Ελλάδα σήμερα τίποτε δεν προϊδεάζει για κάτι τέτοιο. Η επιχειρηματική και πνευματική ελίτ, σε όλες τις εκδοχές της, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, επί δεκαετίες μαθημένη να τρώει το έτοιμο χρήμα των φορολογουμένων, κερδίζοντας μυθώδη ποσά χωρίς ρίσκο, συμμαχεί με τους οικονομικούς εισβολείς και μέλη της γίνονται οι ίδιοι κουκουλοφόροι και ρουφι-άνοι της τρόικας.
Η διατήρηση πολυετών «προνομίων» και η συνέχιση της απομύζησης του λαϊκού μόχθου και της εθνικής περιουσίας, κατά τη λογική τους, δεν συμβαδίζει με τη διατήρηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων της «πλέμπας».
Το παλαιό πολυπλόκαµο σύστημα πολιτικής εξουσίας, το οποίο κάποτε εισέπραττε (έναντι - ενίοτε ευτελών - ανταλλαγμάτων σε στρατιές πιστών παρασίτων) το 80% της ψήφου της «πλέμπας», χρησιμοποιώντας το κράτος σαν τσιφλίκι, μαθημένο να εξουσιάζει αλλά όχι να κυβερνά, προτιμά τη συμπόρευση με τους δυνάστες, φοβούμενο την πιθανή απόδοση λογαριασμού για τα πολυετή εγκλήματά του.
Η κοινωνία, σοκαρισμένη από την ωμή βία που υφίσταται, συχνά αλληλοσπαρασσό μενη στο πλαίσιο του «κοινωνικού αυτοματισμού», ενοχική επειδή άρπαζε με βουλιμία τα ψίχουλα που τεχνηέντως έπεφταν από το πλούσιο τραπέζι των λυμεώνων του δημοσίου χρήματος («Mαζί τα φάγαμε»), απλώς ελπίζει ότι δεν θα ζήσει αυτό που εκείνοι της περιγράφουν ως «το χειρότερο».