Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Η φθορά της σημερινής κυβέρνησης είναι ραγδαία.

Από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974 μέχρι τον Νοέμβριο του 2011 στη διακυβέρνηση της χώρας εναλλάχθηκαν δύο κόμματα εξουσίας. Σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις τις τέσσερις αυτές δεκαετίες, το άθροισμα των εκλογικών ποσοστών των δύο ισχυρότερων κομμάτων υπερέβαινε το 80%. Την απρόσκοπτη λειτουργία του δικομματισμού διευκόλυναν τόσο το Σύνταγμα, ιδίως μετά την αναθεώρηση του 1986, όσο και οι εκλογικοί νόμοι. Εξαίρεση στον κανόνα της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας αποτέλεσε η σύντομη παρένθεση του 1989-90, όταν το εκλογικό σύστημα δεν επέτρεψε στο πρώτο κόμμα να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση παρότι τα εκλογικά του ποσοστά ξεπέρασαν το 46%. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι η απλή αναλογική την περίοδο εκείνη δεν οδήγησε σε κατακερματισμό των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, αλλά σε ακραία πολιτική πόλωση.
Η οικονομική κρίση και τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν το 2010 σάρωσαν την παντοδυναμία των δύο πολυσυλλεκτικών κομμάτων. Οι κεντρόφυγες δυνάμεις προκάλεσαν την πολυδιάσπαση του κομματικού και κοινοβουλευτικού τοπίου, που αποτυπώθηκε στις δίδυμες εκλογές του 2012. Ενώ τον Οκτώβριο του 2009 τα δύο μεγάλα κόμματα άθροιζαν άνω του 80%, δυόμισι χρόνια αργότερα το πρώτο κόμμα συγκέντρωσε ποσοστό κάτω του 20%. Αυτό που αποκλήθηκε «εκλογικός σεισμός» οδήγησε αναπόφευκτα σε κυβερνήσεις συνεργασίας. Ομως το τέλος των μονοκομματικών κυβερνήσεων είχε ήδη γραφτεί τον Νοέμβριο του 2011. Φαίνεται ότι η κρίση δεν χόρτασε να κατασπαράζει πρωθυπουργούς. Η φθορά της σημερινής κυβέρνησης είναι ραγδαία, ως συνέπεια της πλήρους αποτυχίας της και της διάψευσης των προσδοκιών που καλλιέργησε.
Από την έκταση της δημοσκοπικής της κατάρρευσης θα εξαρτηθούν ο χρόνος των εκλογών και οι πιθανότητες επιστροφής σε μονοκομματικές κυβερνήσεις. Η αδυναμία της κυβέρνησης να υπερψηφιστεί η έναρξη ισχύος του νέου εκλογικού νόμου από τις ερχόμενες εκλογές επιτρέπει στην αξιωματική αντιπολίτευση να το προσδοκά. Παραμένει, ωστόσο, αβέβαιο αν την έξοδο από την κρίση θα διευκολύνει η επιστροφή στον πλειοψηφικό κοινοβουλευτισμό ή η εμπέδωση των συμμαχικών κυβερνήσεων.