Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

Η χώρα βρίσκεται σε αναμονή, χωρίς να ξέρει κανείς τι ακριβώς περιμένουμε.

Η χώρα βρίσκεται σε αναμονή, χωρίς να ξέρει κανείς τι ακριβώς περιμένουμε. Φόβοι επαληθεύονται, ελπίδες διαψεύδονται, όσα πιστεύαμε ότι ήταν ακόμη ασφαλή καταργούνται. Η Ελλάδα έφτασε στο όριο της αυτοεξορίας από την Ευρώπη, μόνο για να βρεθεί μέσα στην απομόνωση του ασθενούς. Και μέσα σε όλα αυτά, οι Ελληνες υπομένουν, παλεύουν να επιβιώσουν, να κρατήσουν όσα μπορούν από τη ζωή που γνώριζαν. Κάποιοι θρηνούν το τέλος των ψευδαισθήσεων, άλλοι αρνούνται να τις εγκαταλείψουν. Αλλοι ελπίζουν ότι μπορούμε να απαλλαγούμε από τα κακά του παρελθόντος και να καταπιαστούμε με τα προβλήματα της χώρας, να προχωρήσουμε προς το μέλλον.

Ο σημερινός αποσυντονισμός έχει δύο σκέλη. Την απόλυτη διάψευση ότι υπάρχει εύκολη έξοδος από την κρίση· και την απομόνωση και ανασφάλεια που προκάλεσε το κλείσιμο των τραπεζών και η επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Εως πριν από λίγες εβδομάδες, ενώ διανύαμε τον πέμπτο χρόνο της κρίσης, πολλοί πίστευαν ακόμη ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς, ότι, εάν πίεζαν αρκετά, θα μπορούσαν να επαναφέρουν τις ζωές τους περίπου εκεί που ήταν πριν από τα Μνημόνια. Αυτή η πεποίθηση εκφράστηκε με το μεγάλο «Οχι» στο τόσο ασαφές ερώτημα του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου. Οσα ακολούθησαν, όμως, απέδειξαν ότι η ελπίδα, η οργή, η απαίτηση και η απελπισία δεν τιθασεύουν την πραγματικότητα. Η Ελλάδα δεν μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τη βοήθεια των εταίρων και δανειστών – και δεν θα είχε αυτή τη βοήθεια εάν δεν τηρούσε τους κανόνες που οι άλλοι επέβαλλαν. Το κλείσιμο των τραπεζών ήταν η δραματική απόδειξη ότι η χώρα έφθασε στα όρια. Ενώ ο πρωθυπουργός έστριψε το καράβι την τελευταία στιγμή, η κεκτημένη ταχύτητα των δεινών της οικονομίας το οδήγησαν στην ξέρα. Τώρα, ενώ κυβερνητικά στελέχη διαπραγματεύονται νέα δανειακή σύμβαση και το κυβερνών κόμμα οδηγείται σε διάσπαση, οι πολλοί μήνες ασφυξίας στην αγορά και τα capital controls προκαλούν ακόμη μεγαλύτερες ζημίες στην οικονομία, με τις εβδομαδιαίες απώλειες να φθάνουν έως και 2,8 δισ. ευρώ, σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής.