Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Επιστρέφει σταδιακά η αγωνία για το μέλλον της χώρας.

​Επιστρέφει σταδιακά η αγωνία για το μέλλον της χώρας. Αλλά αυτήν τη φορά κάτι έχει αλλάξει στην ατμόσφαιρα. Με την άνοιξη πια να κάνει δειλά την εμφάνισή της, αλλά ανήμπορη να διασκεδάσει το αίσθημα απογοήτευσης, εξάντλησης και γενικευμένης απάθειας, οι Ελληνες εμφανιζόμαστε όλο και περισσότερο πρόθυμοι να συμβιβαστούμε με την πραγματικότητα, όπως τουλάχιστον μας τη σερβίρει η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

Κάτω από διαδοχικά στρώματα ανορθολογισμού, συνωμοσιολογίας και ακραίου κυνισμού, αναβλύζει μια διάθεση συνθηκολόγησης ακόμα και με τις πιο ακραίες όψεις της κυβερνητικής πολιτικής. Ο κοινός παρονομαστής αυτής της φαινομενικά παράδοξης στάσης είναι «να πάμε, επιτέλους, παρακάτω, μήπως και ξεκολλήσουμε κάποια στιγμή». Εκλογές είχαμε πρόσφατα, ο Τσίπρας θεωρητικά «αντέχει» (δεν καταρρέει πάντως), και σε κάθε περίπτωση μήπως είναι καλύτερα να γίνει ό,τι να γίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, από το να επιστρέψουμε σε μια λύση με τις δυνάμεις του «Ναι» ξανά στα πράγματα και την Αθήνα να καίγεται κάθε τρεις και λίγο;

Εδώ προκύπτουν δύο πολύ βασικά ερωτήματα: Θέλει η ίδια η κυβέρνηση πραγματικά να πάμε παρακάτω; Κι αν υποθέσουμε ότι θέλει, μπορεί να βάλει τη χώρα στην επόμενη «πίστα»;
Η απάντηση και στα δύο δεν είναι εύκολη. Σύμφωνοι, όλοι θέλουμε να «πάμε παρακάτω». Το θέμα είναι πώς το εννοεί ο καθένας. Η ίδια η κυβέρνηση, πάντως, φαίνεται ότι επιλέγει εκ νέου μια στρατηγική μακρόσυρτης, «σκληρής» διαπραγμάτευσης, γιατί γνωρίζει, ανάμεσα σε άλλα, ότι είναι και η μόνη στρατηγική που μπορεί να της αποφέρει πολιτικά οφέλη. Το περίφημο «ταξικό πρόσημο» του υπουργού Εργασίας Γιώργου Κατρούγκαλου δεν είναι μόνο ένα επικοινωνιακό τέχνασμα. Η υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης και των «πλουσίων» (με την ταυτόχρονη υπεράσπιση και διαιώνιση κάθε παθογένειας στο ευρύτερο Δημόσιο) στηρίζει το νέο κυβερνητικό αφήγημα. Είναι η περαιτέρω φτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, που διευρύνει το κομματικό ακροατήριο του Αλέξη Τσίπρα με όλους τους παραδοσιακούς μύθους και τις θεωρητικές κατασκευές της ελληνικής Αριστεράς.

Το δεύτερο ερώτημα μοιάζει λιγότερο περίπλοκο: Μπορούμε να περιμένουμε από μια κυβέρνηση που αποστρέφεται ιδεολογικά την ελεύθερη οικονομία και λατρεύει το μεγάλο κράτος, να δημιουργήσει συνθήκες ανάκαμψης σε ένα περιβάλλον δημοσιονομικού στραγγαλισμού και, επομένως, διαρκώς μειούμενων δημόσιων επενδύσεων; Από πού θα προκύψουν οι νέες θέσεις εργασίας, όταν η κυβερνητική «μεγαλοψυχία» απέναντι στις ελάχιστες ιδιωτικοποιήσεις που προχώρησε επιδεικνύεται εξαιτίας της αφόρητης πίεσης των δανειστών; Ποιος ξένος επενδυτής θα τολμήσει να έρθει στην Ελλάδα, όταν γνωρίζει πόσο ιδεοληπτική και καχύποπτη είναι η κυβέρνηση της χώρας; Και ο χρόνος θα περνάει, θα πηγαίνουμε από «σκληρή» διαπραγμάτευση σε «σκληρή» διαπραγμάτευση, κι αν δεν συμβεί κάποιο ατύχημα στον δρόμο, θα σερνόμαστε όπως ακριβώς σερνόμαστε σήμερα. Εξάλλου, όλα μια συνήθεια είναι.
Έντυπη