Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Πού πάμε;

Πού πάμε;
Ταλαιπωρημένος και εξουθενωμένος ο ελληνικός λαός από τα δεινά των μνημονίων, έδωσε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου τη νίκη στον ΣΥΡΙΖΑ. Η αλήθεια είναι ότι δεν τον εμπιστεύθηκε πάρα πολύ, του έδωσε μόνο 36%, ένα σχετικά μέτριο εκλογικό ποσοστό, το οποίο κατά την εποχή του παλαιού δικομματισμού ήταν συνήθως το όριο κάτω από το οποίο δεν έπεφτε το δεύτερο κόμμα. Με τη βοήθεια όμως του bonus των 50 εδρών, το 36% στο εκλογικό σώμα έγινε σχεδόν 50% των εδρών στη Βουλή, και έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε, με τη σύμπραξη των ΑΝΕΛ, να σχηματίσει κυβέρνηση που διαθέτει μια σχετικά άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ο λαός δεν περίμενε κάποιες μαγικές λύσεις, ήθελε όμως να δοκιμάσει κάτι άλλο, με την ελπίδα ότι θα ήταν καλύτερο. Σίγουρα πάντως δεν ήθελε την έξοδο από την Ευρωζώνη, γιατί αντιλαμβανόταν, έστω και ενστικτωδώς, ότι η λύση αυτή θα ήταν χειρότερη από όλες τις άλλες και θα οδηγούσε στην πλήρη εξάρθρωση της οικονομίας μας και αναγκαστικά σε μια διαρκή και πιο άγρια λιτότητα για όλους, εκτός από εκείνους που έχουν αρκετά χρήματα σε τράπεζες του εξωτερικού.
Η κυβέρνηση όμως φαίνεται να ταλαντεύεται και να μην αποκλείει τη σύγκρουση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, εγκλωβισμένη στις προεκλογικές της υποσχέσεις, που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν εκτός των άλλων και για τον λόγο ότι δεν είναι συμβατές με τους κανόνες της οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρωζώνη, που πρέπει να γίνονται σεβαστοί από όλα τα μέλη της.
Ετσι, οι μέρες κυλάνε μάταια και ο κίνδυνος του ολέθριου ατυχήματος έρχεται ολοένα και πιο κοντά.
Οι προειδοποιήσεις του ξένου Τύπου είναι καθημερινές, και δεν είναι όλες κακοπροαίρετες. Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, με κύρια ευθύνη της κυβέρνησης, είναι επιτακτικό εθνικό συμφέρον να υπάρξει αμέσως συμφωνία με τους δανειστές μας, διότι για την ελληνική οικονομία ουκέτι καιρός.