Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Ε​​στω αργά ας το πάρουμε απόφαση: κανείς δεν θα μας σώσει.

Ε​​στω αργά ας το πάρουμε απόφαση: κανείς δεν θα μας σώσει. Πρέπει να δούμε μόνοι μας πώς θα διορθώσουμε την οικονομία και πώς θα αντεπεξέλθουμε στην προσφυγική κρίση. Μόνο εάν οργανωθούμε, εάν διαθέτουμε σχέδιο, θα μπορέσουμε να ζητήσουμε και να πάρουμε από τους εταίρους μας και από τη διεθνή κοινότητα αυτά που χρειάζονται για να επιβιώσουμε εμείς και για να είμαστε χρήσιμοι και σε άλλους. Εως τώρα περιμέναμε. Γίναμε αντικείμενο των σχεδίων άλλων. Ούτε αυτοί φάνηκαν ικανοί να μας διασώσουν, ούτε εμείς. Επειδή ξυπνάμε μόνο την ύστατη στιγμή, αυτή έφτασε.
Για να συμφωνήσουμε έστω σε αυτό, πρέπει πρώτα απ’ όλα να μιλάμε μεταξύ μας. Εμείς οι Ελληνες, που έχουμε επιζήσει από τόσες και τόσες καταστροφές, τώρα πνιγόμαστε με το σάλιο μας, με τη χολή που βγάζει ο ένας για τον άλλον. Για να συνεννοηθούμε, πρέπει να γνωριζόμαστε, και πρωτίστως ο καθένας τον εαυτό του.
Γνώθι σαυτόν. Ασφαλώς αυτό δεν είναι εύκολο – εάν ήταν, η αναζήτηση αυτή δεν θα ήταν θεμέλιος λίθος της σκέψης του Σωκράτη και του Πλάτωνα. Δυστυχώς, οι περισσότεροι που ευθύνονται για την τύχη της χώρας δεν έχουν αρχίσει καν να σκέφτονται ότι πρέπει να εκτιμήσουν ορθώς τις δυνατότητες και τις αδυναμίες των ιδίων, της χώρας και της Ε.Ε. Αδυνατούν να εκπονήσουν σχέδιο διαφυγής από τη διπλή παγίδα της οικονομικής και προσφυγικής κρίσης – την ώρα που παγκοσμίως τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται και οι διεθνείς παράγοντες βολοδέρνουν μεταξύ αδράνειας, κυνισμού και πανικού.
Τι μας τυφλώνει στους κινδύνους; Γιατί η κυβέρνηση που όφειλε να γνωρίζει ότι δεν τα καταφέρνει να δαμάσει τα κύματα συμπεριφέρεται ως παντοδύναμη, επιλέγοντας να επιτίθεται με κάθε τρόπο στην αντιπολίτευση και σε άλλους εσωτερικούς αντιπάλους; Γιατί χάνει το δίκιο της όταν απαντάει με σχολικού τύπου τσαμπουκάδες σε πραγματικά κακές συμπεριφορές άλλων χωρών; Είναι μόνο ότι δεν μπορούμε να διαφύγουμε από την αέναη εφηβεία που μας χαρακτηρίζει – με τα πάθη, τις υπερβολές και την εύκολη καταγγελία των άλλων, περιμένοντας από κάποιον «ενήλικα» να ενδώσει στις φωνές μας και να δώσει λύση;
Τέτοια συμπεριφορά είδαμε σε χορταστικές δόσεις στην πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, πριν τραβήξουν προς σόλο καριέρα ο κ. Βαρουφάκης, η κ. Κωνσταντοπούλου και ο κ. Λαφαζάνης (με τη μικρή του κομπανία).
Αυτοί που έμειναν στον ΣΥΡΙΖΑ και απαρτίζουν τη σημερινή κυβέρνηση δεν έχουν την ίδια αδυναμία επαφής με το περιβάλλον, παρόλο που ο αδιανόητος εξυπνακισμός δεν πεθαίνει (όπως μας υπενθύμισε ο κ. Σκουρλέτης με την πρόσφατη επίθεσή του εναντίον του Καναδού προέδρου της Eldorado Gold). Οι σημερινοί δεν είναι σαν αυτούς που πίστεψαν ότι έγιναν Ζαπάτα ή Ζαν ντ’ Αρκ επειδή έπαιζαν στο έργο: γνωρίζουν πολύ καλά ότι υποδύονται έναν ρόλο και είναι αποφασισμένοι να το παίξουν έως το τέλος. Οπως οι πρώην σύντροφοί τους, όμως, είναι εθισμένοι στο χειροκρότημα: οι μεν έφυγαν για να συνεχίσουν να πουλούν φαντασιώσεις, οι δε λειτουργούν στον πραγματικό κόσμο αλλά με τρόπο που υπονομεύει τη διαχείριση της πραγματικότητας. Παράδειγμα: η κυβέρνηση αναγκάζεται να περάσει νόμους κατά τις επιταγές των δανειστών αλλά αμέσως τούς υποσκάπτει με την αδράνεια, με τροπολογίες και με εγκυκλίους που τους ακυρώνουν· παραλλήλως, καθυστερεί τόσο να λάβει αναγκαία μέτρα, που στο τέλος κάθε κίνηση θα οφείλεται στην απόλυτη ανάγκη. Γενικώς, στην Ελλάδα κανείς δεν θέλει να χρεωθεί την υποστήριξη κάποιου προγράμματος ή κάποια λύση, προτιμάμε να ζούμε με το πρόβλημα, αρκεί να μπορούμε να κατηγορούμε άλλους γι’ αυτό.
Με αυτό τον τρόπο ούτε εαυτούς γνωρίζουμε, ούτε μπορούμε να ανταποκρινόμαστε σε όποια δυσκολία. Η οικονομική κρίση είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του πολιτικού μας κόσμου να ξεφύγει από το απλοϊκό σενάριο που υπηρετούσε τόσα χρόνια – με κυβερνήσεις και αντιπολίτευση να ξιφουλκούν πάνω στη σκηνή, όπου όλοι έπαιζαν τους καλούς, τους πατριώτες, τους δίκαιους, ενώ οι άλλοι ήταν πάντα οι κακοί, οι δωσίλογοι, οι διεφθαρμένοι. Ολα για το εύκολο χειροκρότημα. Τώρα, ενώ ο πρωθυπουργός βλέπει την ανάγκη για συναίνεση, δεν μπορεί παρά να συνεχίσει τον ρόλο που γνώριζε από πριν – του άτεγκτου ηγέτη μιας οργισμένης επανάστασης. Ετσι, είτε το θέλουν, είτε όχι, και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές απαντούν αναλόγως. Για χρόνια παρακολουθούσαμε (ή μάλλον συμμετείχαμε) σε έργο που νομίζαμε ότι ήταν όπερα μπούφα. Τώρα βλέπουμε ότι είναι τραγωδία. Την ώρα που η σκηνή καταρρέει, που πρέπει να ανάψουμε τα φώτα, να ξαναδούμε τους ρόλους, να επέμβουμε στο σενάριο, συνεχίζουμε να παίζουμε όπως πριν. Είτε επειδή είμαστε ανίκανοι να δούμε, είτε επειδή η επιμονή στον ρόλο είναι η μόνη μας παρηγοριά...
Έντυπη

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Η χώρα εξαιτίας ιδεοληψιών και κάκιστων κυβερνητικών χειρισμών οδηγείται σε δραματική απομόνωση. . .

Το 2015 επισκέφθηκαν την Ελλάδα 26 εκατ. τουρίστες, που απέφεραν έσοδα 14,5 εκατ. ευρώ, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο σε περίοδο κρίσης. Ποικίλοι ανευθυνοϋπεύθυνοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι προαναγγέλλουν ότι οι αριθμοί θα αυξηθούν σημαντικά το τρέχον έτος. Ωστόσο, σε άμεση και σταθερή συνάρτηση με την αύξηση των τουριστικών ροών βρίσκεται η προσφορά πολιτιστικών αγαθών και υπηρεσιών, η οποία φαίνεται ότι για τους αρμόδιους του υπουργείου Πολιτισμού είναι δεδομένη και ποιοτικά κατοχυρωμένη.
Το γεγονός ότι οι περισσότεροι αρχαιολογικοί χώροι της πρωτεύουσας, και όχι μόνον, είναι κλειστοί λόγω έλλειψης προσωπικού, ότι οι πολιτιστικοί οργανισμοί έχουν τεράστια οικονομικά προβλήματα και ανύπαρκτο πρόγραμμα, είναι προφανώς κάτι εντελώς άσχετο! Πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνευθεί ότι σε πρόσφατη συνέντευξή του ο υπουργός Πολιτισμού, Αριστείδης Μπαλτάς, ?έστω και με συγκεκαλυμμένη διάθεση υπεροψίας, κατά τα λεγόμενά του- ανέφερε ότι η Αθήνα μπορεί να μετεξελιχθεί σε ένα από τα πολιτιστικά κέντρα της Ευρώπης, ότι υπάρχει ένα ολόκληρο κλίμα που ωθεί προς την κατεύθυνση αυτήν, για να συνεχίσει ότι η Ελλάδα σήμερα συγκεντρώνει χάρη στις πολιτικές και τις επιλογές του το διεθνές ενδιαφέρον.
Αναρωτιέμαι αν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ κυβερνώντες ζουν σε ένα παράλληλο σύμπαν, αν έχουν επαφή με το τι συμβαίνει σήμερα στη χώρα, αν διακατέχονται από αυτιστικά συμπλέγματα, που δεν τους επιτρέπουν να δουν πέρα από τον εαυτό τους. Γιατί στην περίπτωση αυτή δικαίως διατυπώνουν τέτοιου είδους απόψεις.
Ανάμεσα στις παραμέτρους που συμβάλλουν καθοριστικά στην επιτυχία του τουριστικού προορισμού είναι πρωτίστως η ασφάλεια που νιώθουν οι επισκέπτες, η θετική αύρα που αποπνέει ο χώρος, η καθαριότητα και υψηλή αισθητική ποιότητα των τόπων. Προφανώς οι προσφυγικές ροές που αυξάνονται καθημερινά κατά εκατοντάδες, όχι μόνο στα νησιά του Βορείου Αιγαίου και της Δωδεκανήσου, αλλά και στο κέντρο της Αθήνας και στην υπόλοιπη Ελλάδα, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το παράλληλο σύμπαν των κυβερνώντων. Ετσι μπορεί να ερμηνευθεί το διεθνές ενδιαφέρον το οποίο εντοπίζει ο επί του Πολιτισμού υπουργός;
Το γεγονός ότι οι κοινωνίες και οι ασχολούμενοι με τον τουρισμό στην Κω, τη Μυτιλήνη, τη Χίο, στο Καστελόριζο εκπέμπουν σήμα κινδύνου φαίνεται ότι δεν φθάνει ως την κεντρική εξουσία. Ούτε βλέπουν, όπως όλοι οι κατοικούντες στο λεκανοπέδιο, ότι στον Πειραιά μετά την άφιξη των πλοίων από τα νησιά συνωστίζονται χιλιάδες ψυχές, ότι το κέντρο της Αθήνας έχει μετατραπεί σε απέραντο hotspot, ότι αυτήν τη στιγμή δεκάδες καταυλισμοί ταλαίπωρων συνανθρώπων μας απλώνονται σε όλη την επικράτεια, ότι η χώρα εξαιτίας ιδεοληψιών και κάκιστων κυβερνητικών χειρισμών οδηγείται σε δραματική απομόνωση.
Το τουριστικό πλεονέκτημα της χώρας εξανεμίζεται. Και η ευθύνη είναι της κυβέρνησης να ασχοληθεί σοβαρά και συγκεκριμένα με το Προσφυγικό.

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Να λύσει έστω και ένα πρόβλημα του λαού που την εμπιστεύτηκε.

Ο έλεγχος με τους πρόσφυγες έχει χαθεί. Κατά χιλιάδες μεταφέρουν πλέον το δράμα τους στα σύνορα, που όμως τα βρίσκουν κλειστά. Την ίδια ώρα στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο το ενδεχόμενο της ανθρωπιστικής κρίσης στη χώρα μας φαντάζει όλο και πιθανότερο, στο Αιγαίοι αναλαμβάνει δράση το ΝΑΤΟ και εμείς, αν και έχουμε λάβει το τελεσίγραφο της 7ης Μαρτίου, δείχνουμε για μια ακόμη φορά χαμένοι στον κόσμο μας.
Κάθε σοβαρός λαός, όταν βρεθεί στα δύσκολα, εστιάζει σε αυτά την προσοχή και τις προσπάθειές του, κοιτάζει να βάλει τάξη στο νοικοκυριό του και αφήνει για αργότερα τους καβγάδες και τις διαφωνίες των κομμάτων του. Οταν καίγεται το σπίτι σου, κοιτάς να σβήσεις τη φωτιά και τον φταίχτη που την προκάλεσε τον ψάχνεις μετά.
Εξι χρόνια τώρα το ίδιο βιολί. Την ώρα της κρίσης κι όταν υπάρχουν ακόμη ελπίδες για απεμπλοκή από τα αδιέξοδα όλο και θα βρεθεί κάποιος που θα επιμείνει ότι «καλά όλα αυτά τα σοβαρά, τα μεγάλα και τα εθνικά», αλλά αφού είμαστε ανίκανοι να κάνουμε κάτι το ουσιαστικό γι’ αυτά, ας ρίξουμε κάναν ψιλοκαβγά για να μη χάνουμε και τη φόρμα μας. Ετσι έγινε και μπερδεύτηκαν το Προσφυγικό με τη διαφθορά, η λίστα Μπόργιανς με τα hotspots και αντί να έχουν ήδη καθίσει στο προεδρικό τραπέζι ψάχνοντας για μέτρα και πρωτοβουλίες που θα καλύψουν τις αδυναμίες και τα κενά μας, επαναβεβαιώνουν τη διαχρονική έλλειψη σοβαρότητας του πολιτικού μας συστήματος και την αδυναμία του να δρα ενιαία και μεθοδικά απέναντι στις εκάστοτε απειλές σε βάρος του λαού και του τόπου.
Δεν έχω αντιληφθεί κανέναν που να προσπαθεί να εμποδίσει την κυβέρνηση να τσακίσει τη διαφθορά. Αλλωστε, δεν βλέπω και ποιος είναι σε θέση να της κόψει τη φόρα. Ας κάνει ό,τι θέλει. Αλλά ας κάνει κι αυτό για το οποίο εκλέχθηκε. Κάποτε θα πρέπει και να κυβερνήσει. Να λύσει έστω και ένα πρόβλημα του λαού που την εμπιστεύτηκε. Και να πάψει επιτέλους να κρύβει την ανικανότητά της πίσω από κωμικές πλέον προσπάθειες μετάθεσης ευθυνών.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΥΓΕΝΑΚΗΣ*

«Η καλύτερη κυβέρνηση όλων των εποχών»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
«Η μετάδοση είναι αρκετά ισχυρή για να επιβάλει στους ανθρώπους όχι μόνο συγκεκριμένες απόψεις αλλά και συγκεκριμένους τρόπους να αισθάνονται.» (Γκιστάβ Λε Μπον, «Ψυχολογία των μαζών»)

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ενώ έχει χάσει τον έλεγχο σε όλα τα μέτωπα που έχει να διαχειριστεί –η κοινωνία βρίσκεται σε αναβρασμό, δεν κλείνει η αξιολόγηση, η χώρα αντιμετωπίζει ένα γιγαντιαίο ζήτημα για την εθνική της ασφάλεια–, επιλέγει να επιτεθεί στο Σύνταγμα και να δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες που θα της επιτρέψουν να διαμορφώσει τη «μετάδοση» των τηλεοπτικών καναλιών.

Oλα αυτά τα χρόνια το τηλεοπτικό τοπίο λειτουργούσε με όρους αδιαφάνειας. Αδιαφάνειας στη μετοχική σύνθεση, στη δανειοδότησή του, στη συμμετοχή του στην κρατική διαφήμιση, αλλά κυρίως στις σχέσεις εξάρτησης που δημιουργούνταν με τις εκάστοτε κυβερνήσεις.

Γι’ αυτούς και πολλούς άλλους λόγους η κοινωνία δαιμονοποίησε τους καναλάρχες. Ο κ. Τσίπρας όλα τα προηγούμενα χρόνια συνέβαλε τα μέγιστα σε αυτό. «Πάτησε» και καλλιέργησε αυτό το συναίσθημα, μίλησε για «καθεστωτικά media της διαπλοκής» και παρουσίασε τον εαυτό του ως φορέα κάθαρσης.

Το Νοέμβριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ εισήγαγε στη Βουλή προς συζήτηση σχέδιο νόμου, με το οποίο θα «έβαζε τάξη» στο τηλεοπτικό τοπίο, και με πύρινους λόγους κήρυξε τη μάχη στους «ολιγάρχες».

Ωστόσο, ο νόμος που ψηφίστηκε δεν είχε καμία σχέση με καταλογισμό οφειλών και καταβολή φόρων που διατυμπάνιζαν, ούτε και με τη διαμόρφωση ενός νέου τηλεοπτικού τοπίου. Στη μάχη αυτή απέναντι στους «ολιγάρχες» των ΜΜΕ, ο κ. Τσίπρας προτίμησε να πειράξει τους κανόνες του παιχνιδιού προς όφελός του και επέβαλε, κατά παράβαση του Συντάγματος, περιορισμένο αριθμό καναλιών και δημοπράτηση τηλεοπτικών αδειών με εξωπραγματικές προϋποθέσεις, μεταφέροντας όλες τις εξουσίες στον υπουργό Επικρατείας και όχι στην ανεξάρτητη αρχή. Ο κ. Τσίπρας επιδιώκει να αντιμετωπίσει την υπάρχουσα διαπλοκή με μια νέα διαπλοκή που θα του επιτρέψει να διατηρηθεί στην εξουσία. Διότι η κυβέρνηση πιστεύει ότι μέσα από τον εκβιασμό των καναλαρχών περνά η πολιτική της επιβίωση.

Δυστυχώς όμως για εκείνη ματαιοπονεί, διότι τα ζητήματα αυτά θα γίνουν αντικείμενο και δικαστικού ελέγχου από τα εθνικά δικαστήρια και διεθνούς δικαστικού ελέγχου, όπως συνέβη και με άλλες χώρες που έκαναν ωμές παρεμβάσεις στο πεδίο των μέσων ενημέρωσης. Οι πολίτες βλέπουν ότι η κυβέρνηση χάνει την ηθική και πολιτική της νομιμοποίηση, βλέπουν ότι η εξουσία που ασκεί είναι ωμή, ότι το πρόγραμμά της είναι χωρίς αφήγηση και στόχευση, χωρίς αξιακό και πολιτικό έρεισμα, και ο κ. Τσίπρας και η κυβέρνησή του σχεδιάζουν πώς θα κάνουν το μαύρο άσπρο, πολεμώντας φαντασιακές συνωμοσίες.

Κλείνουν τις τράπεζες, φταίνε οι Ευρωπαίοι. Υπογράφουν μνημόνια, φταίνε οι προηγούμενοι. Κλείνουν τα σύνορα, φταίει η Ευρώπη. Αποκαλύπτονται τα ψέματά τους, φταίνε τα κανάλια της διαπλοκής. Φθείρεται καθημερινά η αξιοπιστία τους, φταίει η Google.

Και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θέλει να μας πείσει ότι όλα είναι συνωμοσία εναντίον της «καλύτερης κυβέρνησης όλων των εποχών».

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Οι στιγμές που διανύει η χώρα είναι εθνικά κρίσιμες.

Η κυβέρνηση τις τελευταίες ημέρες επαναλαμβάνει με χαρακτηριστική άνεση τη στερεότυπη επωδό της: «Για όλα φταίνε οι άλλοι». Το καλοκαίρι ήταν οι Ευρωπαίοι, μετά το ΔΝΤ, αργότερα το ΝΑΤΟ, οι Τούρκοι, οι Αυστριακοί, οι Ούγγροι, οι Σλοβάκοι, οι άλλες χώρες του –περιβόητου πια– Βίσεγκραντ, η διαπλοκή, οι δημοσιογράφοι, τα «κανάλια», οι «μεγαλοτσιφλικάδες», οι «μεγαλοδικηγόροι», τα άλλα κόμματα κ.ο.κ. Η λίστα είναι τεράστια. Πέρα από τον προφανή πολιτικό κυνισμό που απαιτείται για την τροφοδότηση τόσο ακραία πολωτικού εσωτερικού κλίματος, τη στιγμή που τα βόρεια σύνορα της χώρας είναι κλειστά και τα ανατολικά ορθάνοιχτα, καθιστώντας την ένα τεράστιο γεωπολιτικό καζάνι που βράζει, είναι απολύτως προφανές ότι στον στενό κυβερνητικό κύκλο δεν αντιλαμβάνονται τη βαρύτητα των περιστάσεων. Ή απλά αδιαφορούν, κάτι που, βεβαίως, είναι πολλαπλώς χειρότερο.

Η συνταγή «Κούγκι κι όποιον πάρει ο χάρος» λειτούργησε μία φορά το περασμένο καλοκαίρι και, ενδεχομένως, κάποιοι στο κυβερνητικό στρατόπεδο να μη βρίσκουν άσχημη την ιδέα ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επαναληφθεί, αυτή τη φορά με διαφορετικούς όρους και με αφορμή ένα άλλο θέμα: το προσφυγικό. Το κακό για όλους μας είναι ότι το προσφυγικό δεν είναι ακόμη ένα πρόβλημα που επηρεάζει την τσέπη ή τις συνταξιοδοτικές απολαβές ή τις μελλοντικές οικονομικές προσδοκίες καθενός εξ ημών. Πρόκειται για ένα φαινόμενο με πολλαπλές προεκτάσεις που θα μπορούσε να λειτουργήσει διαβρωτικά για τις συνολικές προοπτικές της χώρας. Είναι προφανές, εδώ και αρκετούς μήνες, ότι στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ενωσης υπάρχει μια μεγάλη μερίδα κρατών η οποία επιθυμεί να περιορίσει το προσφυγικό πρόβλημα στην Ελλάδα. Να την καταστήσει «πάρκινγκ» μεταναστών. Και, δυστυχώς, κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να τους δώσουμε επιχειρήματα. Δεν έχει νόημα να επαναλαμβάνονται οι αυτονόητες ευθύνες της Τασίας Χριστοδουλοπούλου, η πολύμηνη απραξία η οποία ακολούθησε, μέχρι τη στιγμή που η «καυτή πατάτα» αφέθηκε στα χέρια του Γιάννη Μουζάλα και εν τέλει στις Ενοπλες Δυνάμεις. Ο Στρατός μπορεί να «έσωσε τη παρτίδα» σε ό,τι αφορά τα hotspots, ωστόσο –ευτυχώς– δεν μπορεί να κάνει πολιτική. Η Ελλάδα βρέθηκε προ τετελεσμένων στο ζήτημα των περιπολιών του NATO. Η δουλειά κάποιων επαγγελματιών, φιλότιμων υπηρεσιακών παραγόντων (και ελάχιστων πολιτικών προσώπων που λειτουργούν αθόρυβα) έφερε κάποια αποτελέσματα. Ωστόσο το πρόβλημα παραμένει. Η κυβέρνηση έχει χάσει κάθε ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών. Εξέλιξη διόλου παράξενη, καθώς το πρώτο εξάμηνο του 2015 η κυβέρνηση σπατάλησε σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο, με αποτέλεσμα οι εκκλήσεις του πρωθυπουργού στον διεθνή παράγοντα να ακούγονται με κάποια συμπόνοια, αλλά δίχως κάποιο αντίκρισμα. Οι στιγμές που διανύει η χώρα είναι εθνικά κρίσιμες. Και γι’ αυτό κάθε σκοτεινή, μικροπολιτική σκοπιμότητα δεν θα αντέξει ούτε για ένα λεπτό στο φως της ημέρας.
Έντυπη

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Ετσι όμως δεν πάμε πουθενά.

Ζούμε μια τέτοια ιστορική στιγμή καθώς η Ελλάδα μοιάζει όλο και περισσότερο με αυτό που πριν από πάρα πολύ καιρό προσομοιάσαμε με failed state. Οι αγρότες έχουν παραλύσει κάθε οικονομική δραστηριότητα και ακολουθούν τις ακραίες, βίαιες συμπεριφορές τις οποίες έμαθαν από τους κυβερνώντες. Οι ροές προσφύγων και μεταναστών έχουν γίνει ανεξέλεγκτες και αποκόπτουν την Ελλάδα από την υπόλοιπη Ευρώπη. Βιαστικοί και άγαρμποι χειρισμοί στο λεπτό ζήτημα της νατοϊκής εμπλοκής στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο κινδυνεύουν να γίνουν μπούμερανγκ. Η πραγματική οικονομία έχει παγώσει και οι τράπεζες φοβούνται να πάρουν οιανδήποτε απόφαση. Και, εν τω μεταξύ, η χώρα κινδυνεύει να βρεθεί εκεί όπου ήταν το περασμένο καλοκαίρι, σε περίπτωση που η αξιολόγηση δεν κλείσει έγκαιρα.

Ο καθένας έχει μια λύση να προτείνει για το πώς θα βγούμε από αυτή την τέλεια καταιγίδα, τον συγκερασμό πολλαπλών, ταυτόχρονων αδιεξόδων. Αλλος θεωρεί τις εκλογές λύση, άλλος μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού ή και οικουμενική.

 Ακόμη και αν ανασταίναμε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ή και τον Καποδίστρια, θα είχαν πολύ μεγάλη δυσκολία να βάλουν τάξη στο νεοελληνικό χάος.

Η σημερινή κυβέρνηση είναι εξαιρετική στο να προβάλλει φαντάσματα και να εξολοθρεύει πραγματικούς ή φανταστικούς εχθρούς. Προσπαθώ να βρω και να πιάσω στα χέρια μου ένα λιθαράκι πραγματικής δημιουργίας της, κάτι παραγωγικό και καινούργιο, αλλά δυσκολεύομαι. Το μόνο που θέλει είναι να κρατάει έναν καθρέφτη μπροστά μας και να μας δείχνει συνέχεια τις αμαρτίες, που είναι πολλές, του παρελθόντος. Ετσι όμως δεν πάμε πουθενά, δεν κυβερνιέται ο τόπος.

Θα χτυπήσουμε σε τοίχο σύντομα.
Έντυπη

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Ασφαλώς δεν είναι ο διάλογος που θα ήθελαν οι αγρότες.

Περίεργη η σημερινή εξέλιξη. Σίγουρα δεν είναι ο διάλογος που θέλει και επιδιώκει η κυβέρνηση, για να μπορέσει να προχωρήσει απερίσπαστη στη διαπραγμάτευση. Και ασφαλώς δεν είναι και ο διάλογος που θα ήθελαν οι αγρότες, προκειμένου να αποχωρήσουν συνολικά από τα μπλόκα, προσβλέποντας σε κάποιες ρυθμίσεις που θα προσέγγιζαν τους αγωνιστικούς στόχους τους. Αυτός είναι, όμως, ο μοναδικός διάλογος που οι συνθήκες επιτρέπουν και οι άμεσα εμπλεκόμενοι αποδέχονται και σε αυτόν θα εναποτεθούν οι ελπίδες για μια ουσιαστικότερη συνέχεια.
Δεν θα είναι εύκολη η σύγκλιση των απόψεων. Και ίσως να μην καταστεί τελικά δυνατή όχι μόνο τώρα, αλλά ούτε και στις επόμενες προσπάθειες προσέγγισης της κυβέρνησης και του αγροτικού κόσμου, όταν μάλιστα η εκπροσώπηση των αγροτών δεν είναι ενιαία και η επιχειρηματολογία τους κοινή. Ωστόσο, ούτε οι μεν ούτε οι δε δικαιούνται να μη συνεκτιμήσουν τελικά τα όσα εξαρτώνται από τη στάση τους και από το αίσθημα ευθύνης το οποίο θα επιδείξουν.
Κι αυτό είναι που θα δούμε τις επόμενες ώρες αλλά και τα επόμενα εικοσιτετράωρα. Αν και σε ποιον βαθμό η κυβέρνηση θα εξαντλήσει τις δυνατότητές της, προκειμένου να παρουσιάσει στον αγροτικό κόσμο μια πρόταση που θα οδηγήσει στην απελευθέρωση των δρόμων σε όσο το δυνατόν περισσότερα σημεία. Και ανάλογη είναι και η προσδοκία να συνειδητοποιήσουν οι αγρότες ότι δυστυχώς έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που οι κυβερνητικές αποφάσεις τελούν υπό την έγκριση των εταίρων και δανειστών μας.
Δεν είναι ευχάριστο, δεν είναι ασφαλώς τιμητικό, αλλά η πραγματικότητα. Και με βάση αυτήν είμαστε υποχρεωμένοι να κινούμαστε και να αποφασίζουμε.

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Δεν μπορούν να πάνε στις εκλογικές τους περιφέρειες.

Οι απαράδεκτες εικόνες με τους βουλευτές που τρέχουν πανικόβλητοι να κρυφτούν και δέχονται ύβρεις και προπηλακισμούς αποκαλύπτουν το τεράστιο έλλειμμα δημοκρατικής συνείδησης που έχουμε ως κοινωνία. Δεν έχει καμιά σημασία αν οι βουλευτές που δέχονται τώρα τις επιθέσεις ανήκουν στον ΣΥΡΙΖΑ ή όπου αλλού. Το πρόβλημα παραμένει ίδιο και αποκαλύπτει τον κοινωνικό κατήφορο στον οποίο έχει διολισθήσει ο τόπος, ασχέτως αν γι' αυτό ευθύνονται σε μέγιστο βαθμό και αυτοί που σήμερα δεν μπορούν να πάνε στις εκλογικές τους περιφέρειες.
Η κατάσταση δεν επιδέχεται ανοχή και ολιγωρία από κανέναν διότι με την τροπή που έχουν λάβει οι αντιδράσεις θα φθάσουμε σε μια κοινωνία ζούγκλα και τότε δεν θα υπάρχει επιστροφή. Οφείλουμε να ξεχάσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και τα στελέχη του δίδαξαν την αυθαιρεσία και το χουλιγκανισμό στην πολιτική. Εχουμε χρέος να σταματήσουμε τον πολιτικό αναλφαβητισμό και τη βία από όπου και αν προέρχονται. Δεν πρέπει να παρασυρθούμε ως πολίτες από την κακεντρέχεια και τη μικροπολιτική υστεροβουλία.
Αλλο θέμα οι κινητοποιήσεις και η πολιτική ένταση και εντελώς άλλο η πρωτόγονη βία που δηλητηριάζει τον δημόσιο βίο και ανοίγει πληγές σε έναν ήδη κατακερματισμένο κοινωνικό ιστό. Οι όψιμες κραυγές κυβερνητικών που ανακαλύπτουν πρωτόγνωρα φαινόμενα απλώς τους εκθέτουν αλλά δεν επιτρέπεται σε καμιά περίπτωση διάθεση συμψηφισμού. Ο σεβασμός στους κανόνες της δημοκρατίας δεν είναι δικαίωμα αλλά υποχρέωση και επ' αυτού δεν χωρούν εκπτώσεις.
Τώρα το γεγονός ότι η κυβέρνηση είναι πελαγωμένη από τις δικές της αντιφάσεις και τα ασύστολα ψεύδη με τα οποία επιμένει να πολιτεύεται είναι άλλης τάξεως ζήτημα και αυτό καταγράφεται ήδη στις συνειδήσεις των πολιτών. Μια πρόχειρη ματιά στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις αποκαλύπτει πως η εποχή των ψευδαισθήσεων έχει παρέλθει και τώρα καταβάλλεται το τίμημα της παραμυθίας με την οποία διεκδίκησαν και κέρδισαν τη σχετική εμπιστοσύνη των πολιτών.
Ακριβώς επειδή καταγράφεται αυτό το κλίμα, άλλωστε, ο Αλέξης Τσίπρας και οι επιτελείς του δείχνουν μιαν απίστευτη αμηχανία. Ακόμη χειρότερα προωθούν εκδικητικές αλλά πρωτίστως αυταρχικές ρυθμίσεις που δεν επιδέχονται σοβαρή κριτική για να ξεφύγουν από την παγίδα που έχουν εγκλωβιστεί.
Κατασκευάζουν φανταστικούς εχθρούς για να εκβιάσουν ακόμη και τους βουλευτές τους διότι τώρα που βρίσκονται αντιμέτωποι με την πραγματικότητα που δημιούργησαν αποδεικνύονται ανίκανοι και ολίγιστοι ακόμη και για τα στοιχειώδη. Αυτό όμως θα κριθεί στην ώρα του (δεν μοιάζει και πολύ μακριά) από τους πολίτες που τώρα πια δεν έχουν αυταπάτες. Η βία, όμως, δεν έχει θέση σε καμιά περίπτωση και αυτό μας αφορά όλους.

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Τα αδιέξοδα που δημιούργησε υποκαθιστά την πολιτική με την άρνηση.

Βασική παθογένεια της πολιτικής ζωής είναι ο καταγγελτικός λόγος. Δεν χρησιμοποιείται μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά ενίοτε και από την κυβέρνηση. Οι αντιπολιτευόμενοι επενδύουν στην άρνηση, προσδοκώντας οφέλη από τα λάθη και τις ανεπάρκειες εκείνων που ασκούν εξουσία. Οι κυβερνώντες, μόλις έρθουν αντιμέτωποι με τα προβλήματα και τις δυσκολίες, προσχωρούν στην κατά πάντων κριτική. Κυρίως αποποιούνται τις ευθύνες τους, μεταθέτοντάς τες στους αντιπάλους. Για να συγκαλύψουν τα ελλείμματά τους ανακαλύπτουν υπονομευτές.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο τρόπος που πολιτεύεται, χρόνια τώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ. Ως αντιπολίτευση ακολούθησε σκληρή αντιμνημονιακή ρητορική. Ενοχοποίησε τους αντιπάλους, εγκαλώντας τους για τη χρεοκοπία της χώρας. Υπέθαλψε ακραίες αντιδράσεις, δηλητηριάζοντας μεγάλο τμήμα πολιτών με τον ιό του εθνολαϊκισμού. Ποντάροντας στις συνέπειες της κρίσης, αλλά και στις παλινδρομήσεις της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, κατέλαβε την εξουσία. Στην πρώτη κυβερνητική του θητεία επιχείρησε να προωθήσει ανερμάτιστες αντιμνημονιακές επιλογές, με αποτέλεσμα να βρεθούμε με το ένα πόδι εκτός Eυρωζώνης. Η αναδίπλωσή του δεν αποτέλεσε καμιά τομή στην προγενέστερη στρατηγική του.
Hταν μια ανώμαλη προσγείωση στη σκληρή πραγματικότητα, με την οποία αδυνατεί να συμφιλιωθεί. Απόδειξη, η ακατάληπτη και σχιζοειδής πολιτική που ακολουθεί ακόμη και σήμερα. Είναι εμφανές πως η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στερείται στοιχειώδους ατζέντας. Βρίθει από αντιφάσεις, ενώ διακρίνεται από πολιτική και διαχειριστική ανεπάρκεια. Το κυριότερο, βρίσκεται σε διάσταση με τις πραγματικές ανάγκες της χώρας και της οικονομίας. Eτσι εξηγείται και η ασφυξία, στην οποία περιήλθε, με ορατό τον κίνδυνο να οδηγηθεί στην παράλυση. Εμμένοντας σε μια ατελέσφορη γραμμή πλεύσης, επαναλαμβάνει τη γνώριμη τακτική του «αντί».
Μετά το αντι-μνημόνιο, επιλέγει την αντι-διαπλοκή, υποδυόμενη ότι δίνει μάχες με τα μεγάλα επιχειρηματικά και οικονομικά συμφέροντα. Στοχοποιώντας όσους την αντιπολιτεύονται, υποδαυλίζει τα άγρια ένστικτα όλων εκείνων που ρέπουν σε σενάρια συνωμοσίας, παρασκηνίου, μεθοδεύσεων. Πυροδοτώντας μια παρωχημένη ταξική μισαλλοδοξία, κατασκευάζει εσωτερικούς εχθρούς. Επενδύει στον κοινωνικό αυτοματισμό, υποθάλποντας την αντιπαλότητα μεταξύ των επαγγελματικών ομάδων. Θεωρεί τον ιδιωτικό τομέα πυλώνα του νεοφιλελευθερισμού. Αντιμετωπίζει την επιχειρηματικότητα ως παρασιτική δραστηριότητα. Η αντιπολίτευση κατηγορείται ως τρόικα εσωτερικού. Οι Ευρωπαίοι εταίροι εγκαλούνται για υπονόμευση της χώρας. Μάλιστα, λαϊκίζοντας επικίνδυνα, βάλλει κατά των ΜΜΕ, θεωρώντας παθογένεια της δημοκρατίας την αυτονόμησή τους.
Η κυβέρνηση επιδίδεται σε σκιαμαχίες γιατί δεν μπορεί να θεμελιώσει μια πολιτική εξόδου από την κρίση. Μπλοκαρισμένη από τα αδιέξοδα που δημιούργησε υποκαθιστά την πολιτική με την άρνηση. Oμως ο καταγγελτικός λόγος της δεν συνιστά στρατηγική. Δεν συγκροτεί αφήγημα. Δεν συντηρεί προσδοκίες, ούτε συμβάλλει στη μεταστροφή του κλίματος. Δεν απαντά στα καίρια ερωτήματα των πολιτών ούτε ανταποκρίνεται στις αγωνίες της κοινωνίας. Η πολιτική ως «αντί» είναι δοκιμασμένη συνταγή, στην οποία καταφεύγουν όσοι διαπιστώνουν την εξασθένηση της κυριαρχίας τους, αδυνατώντας να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος.

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Ας είμαστε λοιπόν όσο σοβαροί απαιτούν οι καιροί μας.

Τα σωρευόμενα αδιέξοδα της κυβέρνησης οδηγούν πολλούς στην εκτίμηση της οικειοθελούς ή μη διαφυγής των κυβερνώντων κομμάτων από τις ευθύνες διακυβέρνησης. Αρκετοί προτείνουν ως διέξοδο μια κυβέρνηση συνεργασίας από την υφιστάμενη Βουλή με τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ. Με άλλα λόγια, μια κυβέρνηση που θα εκπορεύει πολιτικές ύστερα από συνεννόηση με στελέχη που έχουν επιδείξει ανικανότητα, ημιμάθεια όπως και τάση ολοκληρωτισμού και αναξιοκρατικής κομματοκρατίας. Συνεπώς προτείνουν μια κυβέρνηση με εξ ορισμού περιορισμένο χρόνο ζωής - εκτός εάν όλα τα συμμετέχοντα κόμματα αποδεχθούν να διαπραγματεύονται για θέματα εφαρμογής του Συντάγματος ή δημοκρατίας, οπότε θα μιλάμε για μια οικουμενική εκτροπή.
Παράλληλα, η πρόταση για κυβέρνηση συνεργασίας από την υφιστάμενη Βουλή αφήνει εξ αντικειμένου ως αιχμή του αντιπολιτευτικού -δραχμικού- μπλοκ τη Χρυσή Αυγή που σίγουρα θα βρεθεί, συν τω χρόνω, δεύτερο κόμμα και πάντως με υψηλότερα ποσοστά στο εκλογικό σώμα των αγανακτισμένων - κοινό τόπο ψηφοθηρίας με τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Ποιος άραγε δεν βλέπει μια τέτοια προοπτική με τις μεγάλες ή μικρές πιθανότητές της; Ποιος δεν συνυπολογίζει αυτούς τους κινδύνους υιοθετώντας απλουστευτικές, αγαθές ή αβέλτερες προσεγγίσεις για το μέλλον της χώρας;
Ποιος δεν ανατρέχει στην ιστορία του Μεσοπολέμου, τις αλλεπάλληλες απόπειρες κυβερνήσεων συνεργασίας που επέφεραν σταδιακή απαξίωση του πολιτικού συστήματος, οδηγώντας τον κοινοβουλευτισμό στα χέρια του Μεταξά εν αναμονή των συνεννοήσεων βενιζελικών-αντιβενιζελικών για κυβέρνηση συνεργασίας. Σήμερα, η ημιμάθεια και η ανιστορικότητα δεν συνάδουν με την απαιτούμενη ελαχίστη ποιότητα κοινοβουλευτισμού.
Ακόμα περισσότερο, η εξουσιολαγνεία είναι κακός σύμβουλος για τη χάραξη πολιτικής σε μια από τις κρισιμότερες καμπές στην ιστορία του τόπου, όπως και η κύλιση σε εύπεπτες και απλουστευτικές συνθηματολογικές εκστομίσεις. Η μόνη λύση για τον τόπο είναι η αποχώρηση της κυβέρνησης και οι εκλογές που θα αναδείξουν μια νέα αμιγώς και ειλικρινώς ευρωπαϊκή κυβέρνηση. Αυτή η προοπτική συνδέεται με την επάνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση, εισπράττοντας τα όποια λάθη της νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και της κυβέρνησής της, όσο και από τη συσπείρωση των εναπομεινασών δυνάμεών της. Κυρίως όμως αναδεικνύει τον ΣΥΡΙΖΑ σε ανάχωμα έναντι των προοπτικών συσπείρωσης των αγανακτισμένων στη Χρυσή Αυγή και τα άλλα ακροδεξιά μορφώματα, που θα είναι έτοιμα να υποστηρίξουν τη νέα μεταξική παράδοση της δημοκρατίας. Ας είμαστε λοιπόν όσο σοβαροί απαιτούν οι καιροί μας, ήτοι σοβαρότεροι.

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Η επιστροφή στον δικομματισμό.

Μέχρι τις εκλογές του 2012 το ελληνικό πολιτικό σύστημα ήταν σχεδόν αμιγώς δικομματικό. Δύο μόνο κόμματα, και πάντοτε τα ίδια, δηλαδή η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, ήταν σε θέση να κατακτήσουν την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή, και ένα από αυτά, άλλοτε η ΝΔ και άλλοτε το ΠΑΣΟΚ, επικρατούσε στην εκλογική αναμέτρηση και σχημάτιζε αυτοδύναμη κυβέρνηση. Μετά το 2012 το σύστημα μεταβλήθηκε σε πολυκομματικό. Κανένα από τα δύο πιο ισχυρά κόμματα, που τώρα πλέον είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ, δεν είναι σε θέση να κατακτήσει μόνο του την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή, χάρη όμως στην πριμοδότηση των 50 επιπλέον εδρών το εκάστοτε πρώτο κόμμα μπορεί με τη σύμπραξη ενός ή δύο μικρότερων κομμάτων να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού, λιγότερο ή περισσότερο σταθερή.
Η επιστροφή στον δικομματισμό, δηλαδή σε ένα σύστημα δύο μεγάλων κομμάτων πέριξ του 40% το καθένα, που θα εναλλάσσονται στην εξουσία και θα κυβερνούν μόνα τους, φαίνεται μάλλον απίθανη, τουλάχιστον στο προβλεπτό μέλλον. Υπό τις συνθήκες αυτές ορισμένοι θεωρούν ότι η σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος περνάει μέσα από τον διπολισμό: τη δημιουργία δύο σχετικά ομοιογενών προεκλογικών ή μετεκλογικών συνασπισμών, γύρω από τους οποίους εφεξής θα δομείται ο πολιτικός ανταγωνισμός.
Εξ ου και τα σενάρια για την αλλαγή του τρόπου παραχώρησης του bonus, ώστε να διευκολυνθεί η δημιουργία δύο τέτοιων πόλων. Δεν υπάρχουν όμως οι δομικές προϋποθέσεις για τέτοια μεταβολή του πολιτικού συστήματος, διότι δεν λειτουργεί πια η κλασική διχοτομία Δεξιά-Αριστερά: αδιάψευστος μάρτυς η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ούτε ένα σχήμα Δεξιά-Κεντροδεξιά, Κεντροαριστερά-Αριστερά είναι εφικτό, αφού οι διαφορές που χωρίζουν το ΠΑΣΟΚ από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι αγεφύρωτες, ιδίως σε θέματα που αφορούν τη λειτουργία των θεσμών: οι κομματοκρατικές και αντισυνταγματικές πρακτικές του ΣΥΡΙΖΑ δεν αφήνουν κανένα περιθώριο συνεννόησης. Αντίθετα, ανοιχτό είναι το ζήτημα της δημιουργίας ενός αυτόνομου «τρίτου πόλου» ανάμεσα στη ΝΔ και στον ΣΥΡΙΖΑ, που μπορεί να έχει καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Η κυβέρνηση είναι σήμερα σε αδιέξοδο.

Εναν χρόνο τώρα που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει αναλάβει να βάλει σε τάξη τα οικονομικά μας και να μας βγάλει από τον λαβύρινθο του μνημονίου και των απαιτήσεων των δανειστών μας, οι μοναδικές «λύσεις» που βλέπουμε να πέφτουν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης είναι αυτές που έχουν να κάνουν είτε με συνταξιοδοτικές είτε με φορολογικές επιβαρύνσεις. Οι διαχειριζόμενοι τα οικονομικά ζητήματα είναι προφανώς ανίκανοι να σκεφτούν κάτι λιγότερο επαχθές για την τσέπη μας.
Αντίθετα, σε άλλους τομείς η ευρηματικότητά τους είναι αξιοπρόσεκτη. Μια χαρά τα έχουν καταφέρει, για παράδειγμα, με την επάνοδο στο Δημόσιο όσων είχαν προσφύγει στη νομική συμπαράσταση που πρόσφερε ο Κατρούγκαλος και το δικηγορικό γραφείο του. Και μια χαρά βολεύουν και τους φίλους και συγγενείς τους ως μετακλητούς υπαλλήλους που κανονικά φεύγουν όταν φύγει και ο υπουργός, αλλά τη δική τους «αριστερή» σοδιά σκέφτονται, λέει, να τη μονιμοποιήσουν.
Γενικά, να ξοδεύουν λεφτά ξέρουν. Απόδειξη και οι αυξήσεις που θα δώσουν στο Δημόσιο και φυσικά θα τις πληρώσουν οι συνταξιούχοι. Εκεί που κολλάνε είναι στην εξεύρεση εσόδων. Πέρα από φόρους δεν βλέπουν τίποτε άλλο. Από επενδύσεις, ζουν με την ψευδαίσθηση ότι θα τις φέρουν με προσωπικές επαφές και διακρατικές συμφωνίες. Και από ιδιωτικοποιήσεις, με το ζόρι και υπό πίεση ξανάκλεισαν οι ήδη κλεισμένες των περιφερειακών αεροδρομίων και της Cosco.
Αλήθεια, η ιστορία με το Ελληνικό τι έχει απογίνει; 'Η με εκείνες τις παραθαλάσσιες εκτάσεις στη Ρόδο; 'Η με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ; 'Η με τα πολλά και αξιοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου που ενδιαφέρουν τους ξένους επενδυτές, αλλά οι ιδεοληψίες των κυβερνώντων δεν αφήνουν να προχωρήσουν σχέδια τα οποία και χρήματα θα φέρουν στα ταμεία του Δημοσίου και θέσεις εργασίας θα δημιουργήσουν και τα φορολογικά και ασφαλιστικά έσοδα θα ενισχύσουν;
Η κυβέρνηση είναι σήμερα σε αδιέξοδο. Και οι διαβεβαιώσεις του πρωθυπουργού ότι «σε λίγες μέρες κλείνουν τα μέτωπα» καλώς ή κακώς δεν πείθουν κανέναν. Μήπως είναι η ώρα να πέσουν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης οι αποκρατικοποιήσεις και άρα και οι επενδύσεις; Σοβαρά και υπεύθυνα και όχι μέσω πρωθυπουργικών ταξιδιών και άλλων ανεκδότων που και οι προηγούμενοι τα δοκίμασαν, αλλά ανέκδοτα παρέμειναν.

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Στον κόσμο τους...


  • 15/2
Συνήθως λέγεται για τους κιτρινίζοντες στη δημοσιογραφία. Αλλά ισχύει και για τους πολιτικούς. «Αν τα γεγονότα», λέει, «δεν συμφωνούν με τις απόψεις μας, τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα». Και δυστυχώς και για όσους πληρώνουν αναγκαστικά τον λογαριασμό της συνειδητής διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, που αν, πάντως, σου τύχει στη δημοσιογραφία τη γλιτώνεις σχετικά φτηνά. Αλλάζεις κανάλι ή εφημερίδα και ησυχάζεις. Αν, όμως, σου τύχει στην πολιτική και δη από κυβερνώντες, πώς την αντέχεις την τετραετία ή έστω όσο εκείνοι αντέξουν;
Και δυστυχώς τέτοια πραγματικότητα ζούμε. Διαβάζω στη συνέντευξη του πρωθυπουργού στην «Αυγή» ότι «μέσα στις επόμενες μέρες θα κλείσουν όλα τα ανοιχτά θέματα» και θυμάμαι το περσινό παραμύθι που μας σερβίριζε ο Αλ. Τσίπρας για τη διαπραγμάτευση που ή «από μέρα σε μέρα έκλεινε» ή που «το κείμενο της συμφωνίας είχε ήδη αρχίσει να γράφεται».
Και διάβασα πριν από λίγο και για τη δυσαρέσκεια της κυβέρνησης επειδή, λέει, οι διοικούντες την ΕΡΤ δεν καταφέρνουν να ανεβάσουν το κύρος της και τους δείκτες της τηλεθέασής της, αν και προσωπικά πιστεύω ότι οι επιδόσεις της είναι πολύ καλύτερες από εκείνες των άλλων κομματικών μέσων ενημέρωσης της κυβερνητικής παράταξης. Αλλωστε, για να μην ξεχνιόμαστε κιόλας, πριν διαπράξει ο Σαμαράς την ανοησία να την κλείσει με τον τρόπο που την έκλεισε, η ΕΡΤ δεν ήταν τίποτε άλλο για τον ΣΥΡΙΖΑ από «μια νέα ΥΕΝΕΔ».
Και φυσικά διάβασα και ξαναδιάβασα και τις επαναλαμβανόμενες αστειότητες για τα κανάλια και τη διαπλοκή που θα εξαφανιστεί μόνο και μόνο επειδή τα κανάλια από 8 θα γίνουν 4, αλλά οι ?υποτίθεται? διαπλεκόμενοι θα μπορούν να πλειοδοτήσουν και άρα να ξαναπάρουν τα κανάλια τους, πλην όμως αυτό δεν θα έχει καμία σημασία, γιατί στην Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ έτσι γίνεται, τα Μνημόνια επανέρχονται και μετά την κατάργησή τους οι τρόικες αναβαθμίζονται σε κουαρτέτα, το ΔΝΤ το μισούμε, αλλά δεν διστάζουμε και να το ευγνωμονούμε, και γενικά κυβέρνηση να είμαστε, διορισμούς να κάνουμε κι αν αυτά που λέγαμε δεν ήταν σοβαρά ή δεν τα τηρήσαμε, εσείς φταίτε που μας ψηφίσατε.

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Η χώρα φλέγεται από τις αντιδράσεις της κοινωνίας .

Την ώρα που η χώρα φλέγεται από τις αντιδράσεις της κοινωνίας στην ανερμάτιστη και εν πολλοίς χαοτική πολιτική της κυβέρνησης και το Μεταναστευτικό εξελίσσεται δραματικά, με τη διαπραγμάτευση ανοικτή, το επιτελείο του Μαξίμου επιδίδεται σε ασκήσεις ολοκληρωτισμού και φανταστικές συγκρούσεις με τη λεγομένη διαπλοκή. Τα δεδομένα που έχουμε αυτήν τη στιγμή είναι ασφυκτικά σε όλα τα μέτωπα, αλλά η κυβέρνηση αντιδρά σπασμωδικά και παράλογα αναπαράγοντας τα αδιέξοδα με κίνδυνο για το μέλλον του τόπου.
Το πρόβλημα δεν είναι φυσικά η οιαδήποτε σύγκρουση με το φάντασμα της διαπλοκής, αλλά ο αποπροσανατολισμός από τα πραγματικά προβλήματα που απειλούν την πορεία της χώρας και τη θέση της στον δυτικό κόσμο. Πέρα από τα ασύστολα ψεύδη του Νίκου Παππά για το πόσα κανάλια χωράνε και τι αντέχει η αγορά, έχουμε την απόλυτη αλαζονεία της εξουσίας που υποδύεται τον θεματοφύλακα της ενημέρωσης, ενώ κάνει το παν για να την ποδη­γετήσει. Η πολυθρύλητη διαπλοκή για να υπάρξει απαιτεί τουλάχιστον τη σύμπραξη της εξουσίας στο τρίγωνο του διαβόλου. Προφανώς η παρέα του Μαξίμου επιφυλάσσει κομβικό ρόλο για τον εαυτό της σε αυτήν την ανάρμοστη σχέση και ως εκ τούτου κόντρα στο Σύνταγμα αναθέτει στον υπουργό - καναλάρχη υπερεξουσίες που δεν του ανήκουν.
Επί του θέματος προσεχώς θα δοθούν οι δέουσες απαντήσεις από τις ελληνικές δικαστικές αρχές αλλά και τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τα οποία παρακολουθούν τις εξελίξεις. Δεν θα είναι άλλωστε η πρώτη φορά που η επιχείρηση χειραγώγησης των μέσων ενημέρωσης θα πέσει στο κενό.
Εδώ που φθάσαμε όμως τα συμπτώματα παρακμής μιας τόσο νέας εξουσίας προκαλούν ευλόγως ανησυχία, όχι για την τύχη της, αλλά για την πορεία της χώρας που στην πιο δύσκολη στιγμή αντί να λύνει προβλήματα στριφογυρίζει και εισπράττει καρπαζιές από παντού. Αν όλο αυτό το σκηνικό τεχνητής έντασης στοχεύει στην προσπάθεια για αλλαγή της πολιτικής ατζέντας, απλώς εκθέτει τους εμπνευστές του σχεδίου.
Αν πάλι έχουν στόχο να απο­δράσουν από τις ευθύνες τους και δημιουργούν άλλοθι, τότε τα πράγματα είναι σοβαρά και οι κίνδυνοι μεγάλοι. Σε κάθε περίπτωση η αντιπολίτευση οφείλει χωρίς ενοχές να σηκώσει το... γάντι και να αναλάβει τις ευθύνες της. Η στάση διακριτικής αναμονής για να βγάλει άλλος τα κάστανα από τη φωτιά δεν είναι η ενδε­δειγμέ­νη μέθοδος, καθώς ελλο­χεύει ο κίνδυνος ολοκαυτώματος.

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Το αδιέξοδο δείχνει να έχει επεκταθεί σε όλα τα μέτωπα .

Αυτήν την ώρα το αδιέξοδο είναι γενικό. Και δυστυχώς όχι μόνο με τους αγρότες. Το αδιέξοδο δείχνει να έχει επεκταθεί σε όλα τα μέτωπα που έχει να διαχειριστεί η κυβέρνηση. Τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Και αν κάτι είναι βέβαιο, αυτό δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι οι λύσεις δεν πρόκειται να προκύψουν από μόνες τους. Στις δημοκρατίες η ευθύνη για την εκτόνωση των κρίσεων και την αναζήτηση συγκλίσεων ανήκει στους κυβερνώντες. Και σε αυτήν την ευθύνη είναι που καλούνται να ανταποκριθούν ο Αλ. Τσίπρας και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Οι πληροφορίες από το κυβερνητικό στρατόπεδο βεβαιώνουν ότι η κυβέρνηση έχει επίγνωση της κρισιμότητας και της σοβαρότητας των προβλημάτων και σχεδιάζει τις κινήσεις της, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, προκειμένου να επανακτήσει τον έλεγχο των εξελίξεων. Κι ακόμη βεβαιώνουν ότι οι σχετικές πρωτοβουλίες της θα είναι και άμεσες αλλά και αποτελεσματικές.
Τι ακριβώς θα συμβεί και αν και κατά πόσο θα αποδώσουν οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες θα το δούμε μέσα στα επόμενα εικοσιτετράωρα. Και, φυσικά, η προσπάθεια θα κριθεί από το αποτέλεσμα και μόνο. Που εκτός των άλλων θα πρέπει να είναι και άμεσο. Διότι το πρόβλημα της κυβέρνησης δεν είναι μόνο τα εσωτερικά και εξωτερικά αδιέξοδα, είναι και η χρονική πίεση που της ασκείται.
Εστω και καθυστερημένα η κυβέρνηση πρέπει να καταλάβει ότι η χρονική μετάθεση της αναμέτρησης με το όποιο πρόβλημα λειτουργεί σε βάρος μας και το κόστος σε κάθε περίπτωση είναι σοβαρό. Ηδη τείνει να καταστεί, συνολικά, δυσβάστακτο. Η αντίδραση πρέπει να εκδηλωθεί σήμερα κιόλας. Και να είναι άμεσης απόδοσης.

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Η κυβέρνηση έχασε πολύτιμο .

Η κυβέρνηση έχασε πολύτιμο χρόνο μέχρι να συνειδητοποιήσει τις διαστάσεις της προσφυγικής κρίσης. Το τελευταίο διάστημα, υπό τις απειλές της έξωσης της χώρας από τη Σένγκεν και των κινήσεων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να «μετατοπιστούν» τα ευρωπαϊκά σύνορα στην ΠΓΔΜ, γίνονται βήματα ώστε να ανταποκριθεί η Αθήνα στις δεσμεύσεις της και να σταματήσει να προσφέρει αφορμές σε όσους εταίρους θέλουν να την απομονώσουν. Ωστόσο, στο εσωτερικό, και σε αυτό το ζήτημα ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να αντιμετωπίσει τις θύελλες που έσπειρε ως αντιπολίτευση. Η τότε ενθάρρυνση τοπικών κοινωνιών στην ανυπακοή –βλέπε Κερατέα, Σκουριές, διόδια κ.λπ.– πληρώνεται σήμερα με τις αντιδράσεις στην κατασκευή των hotspots. Το κόστος, όμως, το επωμίζονται οι πολίτες και το πληρώνει η χώρα.

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Κι εμείς στον κόσμο μας.

Το περσινό πάθημα δεν έγινε μάθημα για τον Τσίπρα και τους συνεργάτες του. Και τελικά στα ίδια αχνάρια ξαναβάδισε. Αγνόησε το σωσίβιο που του είχαν πετάξει η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, περιφρόνησε τη στήριξη που του πρόσφεραν για να ανταποκριθεί στις νέες υποχρεώσεις που ο ίδιος είχε δημιουργήσει και αλαζονικά επέλεξε «να τους τελειώσει».
Ποιους, όμως, «θα τελειώσει», πολύ φοβάμαι ότι σηκώνει μεγάλη κουβέντα. Γιατί τα μηνύματα είναι πολλά κι από πολλές πλευρές. Ή μάλλον απ’ όλες τις πλευρές. Στο εσωτερικό δεν έχει μείνει επαγγελματική ή κοινωνική τάξη που να μην έχει ξεσηκωθεί. Η διαπραγμάτευση με τους εταίρους πάει από το κακό στο χειρότερο. Και δεν είναι μόνο τα προαπαιτούμενα που εκκρεμούν. Είναι και τα άλλα καμώματα που δεν αρέσουν. Η εισβολή των φίλων, γνωστών και συγγενών στο Δημόσιο. Τα «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» στις τηλεοπτικές άδειες.
Και φυσικά και το Προσφυγικό. Χρειάστηκε η απειλή της εξόδου από τη Σένγκεν για να καταλάβουν οι κυβερνώντες ότι η συνεχής γκρίνια και η μόνιμη αδράνεια δεν αποτελούν σοβαρές προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος. Και τώρα τρέχουμε και δεν φτάνουμε, αντιμετωπίζοντας μάλιστα και το ενδεχόμενο να μας έρθει βαρύ το τίμημα που θα χρειαστεί να καταβάλουμε. Γιατί είναι πολλές οι απειλές που έχουν πέσει στο τραπέζι. Από το σφράγισμα των συνόρων με τα Σκόπια μέχρι την ανάμειξη του ΝΑΤΟ στη φύλαξη των θαλασσίων συνόρων. Και ποιος ξέρει τι άλλο μπορεί να μας έρθει αύριο...
Κι εμείς στον κόσμο μας. Με την ψευδαίσθηση ότι στην Πορτογαλία και την Ισπανία αλλάζουμε το μέλλον της Ευρώπης, ότι μέχρι και τις αμερικανικές εκλογές επηρεάζουμε κι ότι ξαφνικά γίναμε και η πύλη του Ιράν στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Εξακολουθεί να λέει ψεύδη στον ελληνικό λαό.

Το σχέδιο νόμου για το Ασφαλιστικό μάλλον διέρρηξε οριστικά τις κοινωνικές συμμαχίες που ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα εξουσίας και τον έφεραν στην κυβέρνηση. Φαίνεται μάλιστα ότι είναι η θρυαλλίδα όλων εκείνων των ιδεολογημάτων και των ανορθολογικών λόγων για επιστροφή στον απολεσθέντα παράδεισο της προ κρίσης εποχής. Στις απεργίες και στις διαδηλώσεις εναντίον αυτού του νόμου συμμετέχουν και διαδηλώνουν πολλά και διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, από τους εργαζομένους του δημόσιου τομέα μέχρι τις μεσαίες «επιστημονικές» κατηγορίες και τους αγρότες.
Στην αναταραχή του Ασφαλιστικού ήρθαν τις τελευταίες μέρες να προστεθούν με έντονο τρόπο και οι κατά τόπους αντιδράσεις για την επιβεβλημένη δημιουργία hotspots για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Και στις δύο περιπτώσεις, στο Ασφαλιστικό κυρίως από τους αγρότες, στο Προσφυγικό από μερίδα κατοίκων, εκείνο που ξαφνιάζει είναι η βιαιότητα των αντιδράσεων. Αγρότες και διαμαρτυρόμενοι κάτοικοι εισβάλλουν στα γραφεία του κυβερνώντος κόμματος, στελέχη του προπηλακίζονται, βουλευτές και υπουργοί λοιδορούνται. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έχει χάσει τον έλεγχο των πραγμάτων και τείνει να απονομιμοποιηθεί, ζει την αντιπολιτευτική αντιμνημονιακή του περίοδο από την ανάποδη. Από την Κερατέα μέχρι τις παρελάσεις δικαιολογούσε και νομιμοποιούσε παρόμοιες πρακτικές και μάλιστα εξέφερε έναν ιδιαίτερο εμπρηστικό και βίαιο λόγο εναντίον των τότε κυβερνώντων αλλά και όσων είχαν άλλη άποψη για την κρίση. Τώρα υφίσταται τα ίδια στον υπερθετικό βαθμό. Oμως κανένας νουνεχής άνθρωπος δεν επιχαίρει γι’ αυτό. Η κατάσταση του γενικευμένου κοινωνικού χάους που φαίνεται να επικρατεί είναι άκρως επιζήμια για τους πολίτες και τη χώρα.
Το ζήτημα τώρα δεν είναι η δικαίωση των πολιτικών και των ορθών τότε απόψεων. Τώρα πρέπει η οργή που ξεχειλίζει και η βία που εμφαντικά επανεμφανίζεται να τερματιστούν και να μετατραπούν σε πολιτική πράξη και στάση. Στην προσπάθεια αυτή ο ΣΥΡΙΖΑ είναι και πάλι αντίπαλος γιατί, όπως δείχνουν τα πράγματα, και τώρα ακόμα συνεχίζει την αλλοπρόσαλλη πολιτική του, επαναλαμβάνει τα περί σκληρής πολιτικής διαπραγμάτευσης και εξακολουθεί να λέει ψεύδη στον ελληνικό λαό και να καταφεύγει σε συνωμοσιολογίες για τις εναντίον του κινητοποιήσεις. Τώρα, όσο επιτρέπουν οι καιροί και οι συνθήκες, πρέπει οι δυνάμεις που επαγγέλλονται μια άλλη μεταρρυθμιστική πολιτική, στo πλαίσιo πάντα μιας δημοκρατικής σοσιαλιστικής οπτικής, να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Eχουν το ηθικό πλεονέκτημα ότι στο πρόσφατο παρελθόν είπαν την αλήθεια στον ελληνικό λαό για την κρίση και τις αιτίες της. Να παραμερίσουν, λοιπόν, τις όποιες διαφορές, ακόμα και τις προσωπικές, να ενοποιηθούν και να ισχυροποιηθούν πολιτικά και να αποπειραθούν να συγκροτήσουν μια στρατηγική εξόδου από το διαφαινόμενο επερχόμενο κοινωνικό χάος.

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Μία από τα ίδια


Είναι γενική η αίσθηση ότι έχουμε μπλέξει. Και, το χειρότερο, είναι και γενική η αμηχανία ως προς τη συνέχεια. Οι «ευρηματικοί» συνήθως πολιτικοί μας αποφεύγουν φρονίμως να ισχυρισθούν ότι «κάτι ξέρουν», «κάτι μπορούν» και «κάτι ετοιμάζουν». Τουλάχιστον αυτήν τη φορά αποφεύγουν τα μεγάλα λόγια.
Για την κυβέρνηση τα λέμε καθημερινά. Ούτε τους ξένους καταφέρνει να πείσει ούτε τους δικούς μας να ηρεμήσει. Οταν μπορούσε να περάσει μέτρα δεν τα πέρασε και τώρα αυτά που σχεδιάζει οι δανειστές τα βρίσκουν λίγα και οι απεργοί πολλά. Ο εφιάλτης του 2015 δείχνει να αναβιώνει.
Οι «μικροί» της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης ψάχνονται. Προοπτικές υπάρχουν, διάθεση εκδηλώνεται, αλλά το Ποτάμι δεν δείχνει διατεθειμένο, προς το παρόν τουλάχιστον, να συμπορευτεί με το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ. Σε τι καλύτερο μπορεί να προσβλέπει ένας Θεός το ξέρει.
Και μένει η Νέα Δημοκρατία που μέχρι στιγμής δεν έχει δείξει να ξέρει πού θέλει να πάει και τι θέλει να κάνει. Για σκληρή αντιπολίτευση προδιέθετε ο νέος αρχηγός της, αλλά σε «μία από τα ίδια» δείχνει να κινείται. Ούτε άδικη ούτε υπερβολική είναι η εκτίμηση ότι ο Μητσοτάκης δεν βιάζεται να διεκδικήσει την εξουσία, αλλά ελπίζει σε καλύτερες μέρες κι αφού ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχουν φορτωθεί τα δύσκολα και θα έχουν «εισπράξει» και το πολιτικό κόστος.
Μπερδεύομαι, όμως, με τέτοιες πρακτικές. Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να κατηγορείς μια κυβέρνηση πως είναι ανίκανη κι επικίνδυνη για τον τόπο και να μην έχεις ως άμεσο στόχο σου την ανατροπή της. Οπως, επίσης, δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να διακηρύσσεις ότι δεν θα έχεις πολλές κουβέντες με τον Τσίπρα, αλλά την προσέγγιση στο Προσφυγικό έσπευσες ήδη και την έκανες. Επειδή, λέει, το Προσφυγικό είναι «εθνικό θέμα». Δηλαδή τα πάρε-δώσε με τους εταίρους, η διαπραγμάτευση και η αξιολόγηση, το χρέος κι όλα τα άλλα δεν είναι «εθνικό θέμα»;
Εξι χρόνια συμπληρώνει φέτος η κρίση. Κι οι πολιτικοί στον κόσμο τους. Χαμένοι στα μικροκομματικά παιχνίδια τους. Ποιος θα κερδίσει και σε βάρος ποίου. Κι ο λογαριασμός στους ίδιους που επί χρόνια πληρώνουν.

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Απαιτείται χρόνος. Και χρόνος δεν υπάρχει.

Πέρα από τον δυναμισμό, η πρόσφατη απεργία κατέδειξε και την πλήρη σύγχυση του αντικυβερνητικού μετώπου. Ως θετικό καταγράφεται η διογκούμενη δυσαρέσκεια κατά της κυβέρνησης που πλέον έχει επιτύχει το πρωτοφανές: να έχει οπαδούς μόνο ανάμεσα σε εκείνους που έχουν συμφέρον. Η πολυσυλλεκτικότητα του αντικυβερνητικού μετώπου αποκαλύπτει και τη ρηχότητα της ιδεολογικής δεξαμενής της κυβέρνησης, που απογυμνωμένη από επιχειρήματα έχει μείνει απλώς να ταυτίζεται με ένα τοπίο κυνισμού και κομματοκρατίας. Οσο θα χάνει λίπος ο πυρήνας ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο θα εντείνεται η αντιδημοκρατική του δημαγωγία.

Το μεγάλο θέμα όμως στην κοινωνία είναι ότι παρά το τεράστιο πλήγμα που δέχονται όλες ανεξαιρέτως οι επαγγελματικές τάξεις, φαίνεται ότι απουσιάζει το διογκούμενο ωστικό εκείνο κύμα υπέρ των μεταρρυθμίσεων. Οσοι υποστηρίζουν την ανάγκη να αλλάξουν οι δομές και οι αντιλήψεις υπέρ ενός μικρού και ευέλικτου κράτους είναι αυτοί που υποστήριζαν τις ίδιες θέσεις εκείνο το αξέχαστο, δραματικό καλοκαίρι του 2015. Είναι εκείνο το 39%. Ο πυρήνας των ψηφοφόρων που απέχουν από τον αντιδυτικό λαϊκισμό. Πόσοι άραγε μπορεί να είναι σήμερα;

Διότι η αντίληψη των μπλόκων ή της συνοδοιπορίας στις διαδηλώσεις με την άδουσα Ζωή Κωνσταντοπούλου, είναι κάτι άλλο. Είναι απόγνωση, είναι ξέσπασμα, είναι άμυνα και επίθεση μαζί. Είναι και κατάντια. Πάντως αίτημα για μεταρρυθμίσεις δεν είναι. Είναι ανακύκλωση διαχρονικών ελληνικών αιτημάτων που μόνο μπροστά δεν μπορούν να πάνε την κοινωνία. Υπάρχει γενικευμένη ασάφεια ως προς το τι ζητάει ο καθένας, τι πιστεύει ότι πρέπει να γίνει και για το ποιος επί της ουσίας μπορεί να είναι ο δρόμος της ανάπτυξης. Στο αντισυριζαϊκό μέτωπο, ευρύ, βαθύ, ορμητικό και διογκούμενο, συνυπάρχουν φιλελεύθεροι αστοί και οπαδοί ολοκληρωτισμών που καίνε σημαίες. Υπάρχει άραγε κάποιος τρόπος να διευρυνθεί το κομμάτι που πρεσβεύει τις φιλελεύθερες αρχές μιας φιλοδυτικής, ανοικτής κοινωνίας;

Σαφώς και υπάρχει. Αλλά απαιτείται χρόνος. Και χρόνος δεν υπάρχει. Η κυβέρνηση, αφού έχει κάψει προ πολλού όλα τα χαρτιά της, βλέπει τον εγκλωβισμό της σε ένα τοπίο καταστροφής που η ίδια δημιούργησε. Αλλά ανάμεσα στους αντιδρώντες, ο καθένας έχει κάτι άλλο στο μυαλό του.

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Η ανεπάρκειες του πολιτικού συστήματος, οι οποίες το κρατούν καθηλωμένο.

Τα φλέγοντα προβλήματα της χώρας αποτελούν δείκτη της οικονομικής, κοινωνικής αλλά και πολιτικής της υστέρησης. Οφείλονται στις ενδογενείς στρεβλώσεις, παθογένειες και ανεπάρκειες του πολιτικού συστήματος, οι οποίες το κρατούν καθηλωμένο στον παρελθόντα χρόνο. Βασικά χαρακτηριστικά του συνιστούν ο ανορθολογισμός, οι εθνικιστικές εμμονές, ο κρατισμός, τα συντεχνιακά συμφέροντα, οι πελατειακές σχέσεις, η κομματοκρατία. Το αποτύπωμά τους είναι εμφανές σχεδόν στο σύνολο των κομμάτων. Η Ελλάδα ωστόσο είχε μια αναλαμπή την περίοδο 1996-2004. Ο ορθολογισμός και ο εξευρωπαϊσμός υπήρξαν κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα. Μετά τη σύντομη αυτή παρένθεση παλινδρόμησε στον εθνοκεντρισμό και τον λαϊκισμό.
Τα φαινόμενα εντάθηκαν στη νεοκαραμανλική κυβέρνηση, με συνέπεια τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Με τη χρεοκοπία δε της χώρας, απογειώθηκαν. Στη συνέχεια ο ΣΥΡΙΖΑ, γνήσιο προϊόν της κρίσης, επένδυσε στον ακραίο εθνολαϊκισμό. Διαχέοντάς τον μάλιστα σε ευρύτερες κατηγορίες πολιτών, εκτινάχθηκε επιβάλλοντας την κυριαρχία του. Επειτα όμως από την υπογραφή της νέας συμφωνίας, επέδειξε αδυναμία προσαρμογής. Αλλωστε, η μνημονιακή του μεταστροφή ήταν επίπλαστη. Δεν είχε ουσιαστικό περιεχόμενο. Εξυπηρετούσε απλώς και μόνο την παραμονή στην εξουσία. Εξ ου και οι κυβερνητικές αντιφάσεις, οι παλινωδίες και οι αμφισημίες. Στην πραγματικότητα η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παραμένει δέσμια των πλέον αναχρονιστικών και ιδεοληπτικών απόψεων. Εξ αντικειμένου αδυνατεί να αφομοιώσει τις πολιτικές με τις οποίες συμφώνησε. Μολονότι αναγκάζεται να τις υλοποιήσει, όπως η ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ ή η παραχώρηση των περιφερειακών αεροδρομίων, εντούτοις εξακολουθεί να πολιτεύεται με τις μανιέρες του παρελθόντος. Στην ουσία πατά σε δύο βάρκες. Αδιαφορεί για τις δυσμενείς συνέπειες των επιλογών της, προπαντός στην οικονομία και την κοινωνία. Καίριο μέλημά της, η με κάθε μέσο διατήρηση της εξουσίας.
Ο Αλέξης Τσίπρας, παγιδευμένος σε έναν αχρείαστο τακτικισμό, αδυνατεί να θεμελιώσει στρατηγική ανατοποθέτησής του. Η δυσαρμονία του με τις νέες ανάγκες και απαιτήσεις δεν του επιτρέπει να αξιοποιεί τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες που διαθέτει. Αντί να τις κεφαλαιοποιεί, τις απομειώνει. Δεν αντιλαμβάνεται ότι με παλιές φόρμουλες, βερμπαλισμούς, με διγλωσσία, όξυνση και αψιμαχίες, δεν διατηρείς επ' αόριστον την ισχύ σου. Η δυστοκία του να αρθρώσει λόγο καθαρό και εναρμονισμένο με τις πολιτικές που καλείται να ακολουθήσει, τον εγκλωβίζει σε έναν άγονο και επιζήμιο για τη χώρα εθνολαϊκισμό, στενεύοντας παράλληλα τον πολιτικό του ορίζοντα. Ηδη η κυριαρχία του αρχίζει να υποχωρεί. Εξάλλου, δεν εδραζόταν μόνο στη γοητεία του εθνολαϊκισμού, αλλά και στην έλλειψη αντιπάλων. Η δυναμική που εμφανίζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης καθιστά τη στρατηγική του ατελέσφορη. Η αμφισβήτηση των πολιτικών του είναι γεγονός. Η έξοδος από την κρίση απαιτεί πολιτικές που αντιστρατεύονται τον εθνολαϊκισμό. Το καίριο ερώτημα είναι αν ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να τις ενσαρκώσει. Η δωδεκάμηνη πρωθυπουργία του κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική είναι.

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Ούτε μία «συγνώμη»


Το έχω θίξει κι άλλη φορά πως μία από τις χειρότερες αδυναμίες των πολιτικών μας είναι ότι δεν διδάσκονται από τα λάθη τους, αλλά επιμένουν να τα επαναλαμβάνουν. Και το ακόμη χειρότερο είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις επιμένουν στην τακτική αυτή από εγωισμό και μόνο. Επειδή δεν τους πάει να πουν, έστω και περιφραστικά, μία «συγνώμη, ήταν λάθος, δεν θα το ξανακάνω».
Στην πρώτη του παρουσία στη Βουλή ο νέος αρχηγός της ΝΔ έδειξε ότι διαθέτει τη στοιχειώδη εξυπνάδα να μην πατά την πεπονόφλουδα που ρίχνει στον αντίπαλό του. Οταν κατηγόρησε τον ΣΥΡΙΖΑ για τους κομματικούς και ρουσφετολογικούς διορισμούς και εισέπραξε την εύλογη απάντηση πως η ΝΔ είναι η τελευταία που δικαιούται να διατυπώνει τέτοιες κατηγορίες, έσπευσε να συνομολογήσει ότι έτσι ήταν, αλλά ήταν λάθος και δεν θα ξαναγίνει.
Αν είναι ειλικρινής ή όχι θα το δούμε αν και όταν αυτός και το κόμμα του βρεθούν στην εξουσία. Αλλά στη θέση αυτή είναι τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ. Κι εκείνο που καθημερινά αποδεικνύεται, από τις διαμαρτυρίες του Φλαμπουράρη για στοχοποίησή του μέχρι και τις κομματικές και κυβερνητικές καταγγελίες για τις επιθέσεις και τις αποδοκιμασίες εναντίον βουλευτών και υπουργών στα μπλόκα και όπου αλλού, είναι ότι οι κυβερνώντες αυτά τα ψήγματα ευφυΐας δεν τα διαθέτουν.
Δεν έχω ακούσει ούτε έναν συριζαίο να αποδοκιμάζει τις στοχοποιήσεις που επί χρόνια έκαναν και ακόμη συνεχίζουν να κάνουν. Δεν έχω ακούσει έστω κι έναν συριζαίο να ζητά συγνώμη για τη συστηματική χυδαιολογία σε βάρος των πολιτικών αντιπάλων τους, δεν είχα ακούσει να ενοχλούνται τότε που με την παρουσία τους (μήπως και με τη συμμετοχή τους;) κυριαρχούσε στις πλατείες το φασιστικό σύνθημα που υποκινούσε σε πυρπόληση της Βουλής, δεν είχα δει να κοκκινίζει έστω κι ένας τους όταν έμμεσα ή και απροκάλυπτα επικρατούσαν τραμπούκικες πρακτικές που καθιστούσαν αδύνατες ακόμη και προεκλογικές συγκεντρώσεις πολιτικών αντιπάλων τους.
Μια «συγνώμη, κάναμε λάθος» είναι όλο κι όλο. Αλλά προφανώς δεν έχουν το κουράγιο ή την εξυπνάδα να το πουν. Ή και δεν θέλουν να την πουν. Ισως για να μείνουν και σε κάτι συνεπείς από όσα έλεγαν και έκαναν πριν φτάσουν στην εξουσία.

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Περαστικά μας.

Και τώρα; Με τα capital controls έχει περισταλεί η μία βασική ελευθερία που είχαμε. Η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων. Δυστυχώς όλοι νομίζουν ότι οι επιπτώσεις εξαντλούνται στο ποσό που μπορούν να σηκώνουν από την τράπεζα. Με τις διάφορες ενέργειες που γίνονται και τις κορώνες που έχουν κατά καιρούς ειπωθεί, κινδυνεύουμε να χάσουμε και τη δεύτερη ελευθερία. Της ελεύθερης κίνησης ανθρώπων. Οσοι θυμούνται τους ελέγχους και τις ουρές στα σύνορα δύσκολα θα νομίσουν ότι δεν τρέχει τίποτα. Αν πιστέψουμε την τέως πρόεδρο της Βουλής, ακόμη και ο πρωθυπουργός εκτιμούσε ότι μόνο μια αλλαγή του πολιτικού συστήματος θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Αστεία πράγματα...
Ομως, όπως πάντα η διαχείριση κρίσεων δεν είναι το φόρτε της διοίκησης. Αναζητούνται έσοδα για τη συντήρηση του πελατειακού κράτους με καινοφανή επιχειρήματα. Αν η οικογένεια χρειάζεται επίδομα, να νομοθετήσουν για επιδόματα στις οικογένειες. Οχι να λένε ότι η σύνταξη είναι επίδομα και για αυτό αυξάνουν φόρους και ανακαλύπτουν εισφορά ανάλογη με το εισόδημα. Δεν καταλαβαίνουν ότι οι «κακομοίρηδες» κατά τον πρόεδρο της Βουλής δεν μπορούν να συνεχίσουν να πληρώνουν; Δεν καταλαβαίνουν ότι αν αυξήσουν τους φόρους απλά δεν θα παράγεται πλούτος; Γιατί πλούτος δεν είναι οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι και κυρίως η δημιουργικότητά τους και τα κίνητρα που τους δίνεις παράγουν πλούτο. Δεν είναι πλούτος.
Διολισθαίνουμε με τις τοποθετήσεις μελών της οικογένειας σε αυταρχικού τύπου καθεστώτα. Διολισθαίνουμε με την προσπάθεια να αποφασίσει η κυβέρνηση διά της πλειοψηφίας των 153 τον αριθμό αδειών σε αυταρχικού τύπου καθεστώτα. Σίγουρα δεν θα τους ενοχλούσε να αποφασίσουν και ποιοι θα πάρουν τις ραδιοτηλεοπτικές άδειες. Θα ξεφυτρώσουν πειρατικοί σταθμοί. Τι νομίζουν; Οτι στην εποχή της ψηφιακής πραγματικότητας θα γίνουν αναλογικά τα κανάλια; Πλάνη οικτρά.
Σιγά σιγά, δειλά δειλά ψελλίζουν την πιθανότητα εκλογών. Δύο έγιναν το 2015. Να μη γίνουν και το 2016; Νομίζουν ότι με την απειλή θα συγκρατήσουν τους 153 που έχουν ακόμη και άλλα μέλη της οικογένειάς τους. Αναπαράγουν ολοκληρωτικά επιχειρήματα. Πώς το έλεγαν στην ΕΣΣΔ; Οποιος απεργεί, απεργεί κατά της λαϊκής εξουσίας. Αρα εναντίον του λαού. Και έτσι η απεργία δεν υπήρχε. Εσπειραν ανέμους, θα θερίσουν θύελλες. Περαστικά μας.

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

. Δεν αντέχει ο κόσμος άλλα ψέματα.

Η χώρα μοιάζει να βρίσκεται στα πρόθυρα κοινωνικής έκρηξης. Είναι φανερό ότι αυτό που εξοργίζει περισσότερο τους πολίτες δεν είναι τόσο τα ίδια τα μέτρα που προτείνει η κυβέρνηση, όσο οι υποσχέσεις και προσδοκίες που αποδείχθηκαν κίβδηλες. Δεν αντέχει ο κόσμος άλλα ψέματα ούτε άλλη κρίση ύστερα από τόσα χρόνια. Μόνο κάποιος ανόητος ή αδιάφορος για το εθνικό συμφέρον μπορεί να χαίρεται για την εξέλιξη των πραγμάτων, καθώς η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με το χάος, λόγω προσφυγικού, κοινωνικής έντασης και μη έγκαιρης ολοκλήρωσης της διαπραγμάτευσης. Ναι, έσπειραν ανέμους και θερίζουν θύελλες. Μόνο που οι θύελλες σαρώνουν ό,τι βρουν μπροστά τους, έχουν ιδεολογική και κομματική αχρωματοψία. Δεν θα αργήσει η ώρα που θα χρειαστεί και οι κυβερνώντες και η αντιπολίτευση να βάλουν εγωισμούς και πικρίες στην άκρη για το καλό του τόπου. Αν δεν το κάνουν, ελλοχεύει ο κίνδυνος να θεριέψουν, με άλλη μορφή και ένταση, οι δυνάμεις που θέλουν την Ελλάδα εκτός Ευρώπης και οι οποίες είναι έτοιμες να εκμεταλλευθούν την αίσθηση απελπισίας και προδοσίας που νιώθει ο καταταλαιπωρημένος Ελληνας πολίτης.