Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Το Σύνταγμα αποτελεί εγγύηση απέναντι στην κατεδάφιση αρχών και δικαιωμάτων .

Μέχρι τον Ιανουάριο του 2015, αλλά ακόμη και μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, η αντιμνημονιακή ρητορεία επικεντρωνόταν στην ανάδειξη συνταγματικών και θεσμικών «ατοπημάτων» των κυβερνήσεων της περιόδου 2010-2014. Πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, αιφνιδιαστική εισαγωγή και με συνοπτικές διαδικασίες ψήφιση νομοθετημάτων, συρροή τροπολογιών άσχετων με το κυρίως αντικείμενο νομοσχεδίων και πληθώρα ρυθμίσεων οριακής συνταγματικότητας περιλαμβάνονταν στην ημερήσια διάταξη του αντιπολιτευτικού λόγου.
Ωστόσο όλες αυτές οι πρακτικές δεν μεταβλήθηκαν μετά την ανάληψη του εξουσίας από τις «αντιμνημονιακές» πολιτικές δυνάμεις. Αντιθέτως, σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζονται εντεινόμενες. Εκείνοι που υποστήριζαν ότι ολόκληρα νομοθετήματα ήταν από την αρχή ως το τέλος αντισυνταγματικά, σήμερα εγκαλούν όσους θέτουν ζητήματα συνταγματικότητας ως πολιτικούς ακτιβιστές και εκ του πονηρού επικαλούμενους το Σύνταγμα. Παράλληλα, ο αριθμός των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, των άσχετων τροπολογιών και της επείγουσας νομοθέτησης έχουν αυξηθεί σημαντικά. Πράγματι, η εγγενής ελλειπτικότητα του Συντάγματος επιτρέπει στον καθένα, νομικό ή απλό πολίτη, να εκφέρει τη γνώμη του ως προς τη συνταγματικότητα των επιλογών του νομοθέτη. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ο πλεονάζων συνταγματικός λόγος αποδεικνύεται επωφελής είτε για την αξιοπιστία του Συντάγματος, είτε για εκείνους που επενδύουν την πολιτική διαφωνία τους με συνταγματικά επιχειρήματα. Η ερμηνεία του Συντάγματος και ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων αποτελούν μια επιστημονική διεργασία που προϋποθέτει εξειδικευμένη γνώση και συχνά τη συνέργεια περισσότερων κλάδων του δικαίου.
Aρα η κατάχρηση συνταγματικού λόγου, ιδίως όταν προέρχεται από όσους διαθέτουν θεσμικό ρόλο, ενδέχεται να οδηγήσει στην καλλιέργεια αστήρικτων προσδοκιών και στην απαξίωση του συνταγματικού κειμένου και των κρατικών οργάνων που λειτουργούν βάσει αυτού. Το Σύνταγμα αποτελεί εγγύηση απέναντι στην κατεδάφιση αρχών και δικαιωμάτων, όχι μέσο διευθέτησης πολιτικών διαφορών. Στη δημοκρατική πολιτική αντιμαχία η τελευταία λέξη διατυπώνεται στις γενικές εκλογές και όχι στις δικαστικές αίθουσες. Από την άλλη πλευρά ωστόσο, είναι εξόχως υποκριτικό όσοι επικαλούνταν μέχρι τις αρχές του 2015 την αντισυνταγματικότητα όποιου περιοριστικού μέτρου θεσπιζόταν, να εγκαλούν σήμερα όσους επισημαίνουν ζητήματα συνταγματικότητας στην τριτομνημονιακή νομοθεσία.