Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Για αυτούς η δημοκρατία είναι μόνο διαδικαστική.

Tις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και του κράτους δικαίου. Κρίσιμο είναι ότι η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής μπορεί να ελεγχθεί και να επαληθευτεί από το Κοινοβούλιο, εάν αυτό ζητηθεί από το ένα τέταρτο των μελών του, που εκπροσωπούν τρεις τουλάχιστον πολιτικές ομάδες. Το Κοινοβούλιο αποφασίζει με την πλειοψηφία των μελών του, αφού ακούσει εκπροσώπους του κόμματος και συμβουλευτεί ειδική γνωμοδοτική επιτροπή απαρτιζόμενη από ανεξάρτητες προσωπικότητες. Κόμμα που διαπιστωμένα δεν υπηρετεί τις παραπάνω αρχές χάνει την ιδιότητά του αυτή και αποκλείεται από τη χρηματοδότηση.
Οι αντιρρήσεις στη ρύθμιση αυτή στηρίζονται κυρίως στη σκέψη ότι εφόσον υπάρχουν οπαδοί του ολοκληρωτισμού, τα πολιτικά κόμματα-εκφραστές του τελευταίου δικαιούνται ίσης μεταχείρισης με τα υπόλοιπα και προέρχονται από όσους βλέπουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά κατοχυρώνονται στα εθνικά Συντάγματα και στο ευρωπαϊκό δίκαιο, ως υποδεέστερα της υπερίσχυσης της πλειοψηφικής αρχής. Για αυτούς η δημοκρατία είναι μόνο διαδικαστική: ακόμη και ο Χίτλερ καλώς αφέθηκε να ανέβει στην εξουσία μέσω εκλογών. Το κράτος, σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, πρέπει να είναι ουδέτερο φιλοσοφικά. Θα σήμαινε αυτό, για παράδειγμα, ότι μια οργάνωση υπέρ της παιδοφιλίας θα έπρεπε να ενισχύεται εξίσου με μία που προστατεύει άπορα παιδιά.
Η συζήτηση παραπέμπει στην αέναη σύγκρουση μεταξύ διαδικαστικής και ουσιαστικής ελευθερίας. Το παράδοξο είναι ότι η δεύτερη προϋποθέτει και συνεπάγεται όρια στην πρώτη. Γι' αυτό και όσοι κατανοούν τη συνταγματική δημοκρατία ως αδιάσπαστο συνδυασμό διαδικασίας από τη μια, δηλαδή της πλειοψηφικής αρχής, και ουσίας από την άλλη, δηλαδή προστασίας της ίσης ελευθερίας όλων, δέχονται ότι η συνταγματική δημοκρατία δεν επιτρέπεται να περιθάλπει αυτούς που την επιβουλεύονται, δεν μπορεί δηλαδή να αυτοκαταργείται.

Ετσι καταλήγουμε σήμερα να μην έχουμε λεφτά...

 Αν το καλοσκεφτείς, αυτό που γίνεται τα τελευταία χρόνια είναι ότι το κράτος απορροφά με τους υπερβολικούς και έκτακτους φόρους όλη τη ρευστότητα για να βγάλει πρωτογενές πλεόνασμα και έτσι να πάρει τη δόση της χρηματοδότησης από την Ευρώπη ώστε να έχει να πληρώσει τις μεγάλες δαπάνες του. Αυτό είναι η περιγραφή ενός φαύλου κύκλου που δεν μας οδηγεί πουθενά. Αυτό που θα δημιουργούσε μια δυναμική στην οικονομία είναι η μείωση των δαπανών του Δημοσίου ώστε να χρειάζεται λιγότερους φόρους - έτσι θα απελευθερώνονταν λεφτά για να κινείται η αγορά και θα ξεκίναγαν κάποιες επενδύσεις. Ιδιαίτερα μάλιστα αν μείωνε το Δημόσιο τις λειτουργικές του δαπάνες και διατηρούσε ένα –έστω- μικρό ποσό για δημόσιες επενδύσεις. Ομως η κυβέρνηση και όλες οι παλιότερες και οι μελλοντικές δεν θέλουν να τα βάλουν με το Δημόσιο. Είναι ταυτισμένες μαζί του, είναι ένα και το αυτό.

Ετσι καταλήγουμε σήμερα να μην έχουμε λεφτά, να μην παράγουμε, να μην απορροφάμε τους ανέργους, οι περιουσίες -κινητές και ακίνητες- να απαξιώνονται και πολύ μεγάλοι και σημαντικοί κλάδοι της οικονομίας να καταρρέουν. Κανείς δεν έχει σκεφτεί πώς θα στηρίξουμε τη βιομηχανία, κανείς δεν έχει σκεφτεί πώς θα στηρίξουμε τις εξαγωγές, κανείς δεν έχει σκεφτεί πώς θα αυξήσουμε τις επενδύσεις, κανείς δεν έχει σκεφτεί εναλλακτικούς τρόπους χρηματοδότησης εκτός τραπεζών για τις επιχειρήσεις. Κανείς ακόμη δεν έχει σκεφτεί να μειώσει την παρέμβαση της Εφορίας, της Πολεοδομίας και των άλλων δημόσιων υπηρεσιών στις συναλλαγές εφαρμόζοντας πιο απλά και μοντέρνα συστήματα. Και δεν το έχει σκεφτεί κανείς διότι δεν θέλουν να μειώσουν τις παρεμβάσεις, αφού από αυτές προέρχεται όλη η διαφθορά, η οποία όμως εξασφαλίζει χρήμα και ισχύ στους δημόσιους υπαλλήλους, στους πολιτικούς και τα κόμματα. Ετσι, όμως, δεν πάμε πουθενά. 

Για να ξεφύγουμε από αυτό το πρόβλημα θα πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος παράκαμψης του Δημοσίου. Δηλαδή, αφού δεν θέλουν οι κυβερνήσεις να το περιορίσουν, θα πρέπει να το παρακάμψουν ώστε να γίνεται η δουλειά. Οπως, π.χ., έγινε με τα ΚΕΠ που δώσανε λύση σε χιλιάδες καθημερινές συναλλαγές του πολίτη με το Δημόσιο και περιόρισαν σημαντικά την καθημερινή μικροδιαφθορά. Κάτι τέτοιο πρέπει να γίνει με όλες τις δημόσιες υπηρεσίες.

Αντίστοιχα, σε όλους τους τομείς της οικονομίας πρέπει να υπάρχει ένα ελληνικό σχέδιο δράσης. Να ξέρουμε πού θέλουμε να πάμε και πώς θα πάμε προς τα εκεί, λαμβάνοντας υπόψη την ελληνική «ιδιαιτερότητα» της διαπλοκής δημόσιας διοίκησης, πολιτικής, κομμάτων και ψηφοφόρων.