Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Η διαχείριση της εξουσίας υπακούει μόνο στον ρεαλισμό.

Συμπληρώνει τρίμηνο σε μερικές μέρες η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και το μόνο βέβαιο είναι πως όσοι την αποτελούν καθώς και όσοι τη στηρίζουν κοινοβουλευτικά δεν κινούνται με βάση μια κοινή πολιτική πρόταση αλλά στην καλύτερη περίπτωση αυτοσχεδιάζουν, ενώ στη χειρότερη επιδίδονται στην ικανοποίηση των ιδεοληψιών τους.
Τα παραδείγματα περισσεύουν. Και δεν είναι περίεργο που η όποια κυβερνητική ή άλλη παρέμβαση όχι μόνο δεν περιορίζει τις παρενέργειες κάποιας προβληματικής κατάστασης, αλλά αντίθετα προκαλεί νέες και σοβαρότερες. Χωρίς μια ουσιαστική μελέτη και κάποια στοιχειώδη σοβαρότητα ούτε λύθηκε ούτε πρόκειται να λυθεί ποτέ το πρόβλημα.
Πώς φαντάζονται, για παράδειγμα, ότι θα υπάρξει μια στοιχειωδώς ομαλή λειτουργία της Τριτοβάθμιας Εκπαί­δευσης, όταν η κυβερνητική πολιτική ενθαρρύνει την αντιεξουσιαστική δραστηριότητα και όταν ο πρωθυπουρ­γικός σύμβουλος υποδεικνύει στη Σύγκλητο του ΕΚΠΑ να συνεδριάσει αλλού, μια και τα γραφεία της είναι υπό κατάληψη;
Πώς πιστεύουν ότι θα καταστεί η Ελλάδα λιγότερο ελκυστική για τους λαθρο­μετανάστες, όταν η κυβέρνηση τους καλωσορίζει, τους εκχωρεί «άδεια διαμονής» και τους μεταφέρει στην πρωτεύουσα, όπου τους παρέχει τη δυνατότητα να κινηθούν κατά βούληση;
Και πώς νομίζουν ότι μπορεί ν' αποδώσει μια διαπραγμάτευση όπου όχι μόνο δεν τηρούνται τα όσα κατά διαστήματα συναποφασίζονται, αλλά διεξάγεται από πλευράς μας από έναν υπουργό που διαφημίζει ότι στο τέλος του χρόνου θα εκδοθεί το νέο βιβλίο του με το οποίο υποστηρίζει πως αν η Ευρώπη συνεχίσει στον δρόμο που έχει χαράξει, τότε ίσως οδηγηθούμε στον Γ' Παγκόσμιο Πόλεμο και ότι εν πάση περιπτώσει «η Ευρώπη είναι πολύ σημαντική για ν' αφεθεί στους Ευρωπαίους». Πιστεύει κανείς ότι με τέτοιες απόψεις είναι αξιόπιστος διαπραγματευτής ο Γ. Βαρουφάκης;
Καλώς ή κακώς η διαχείριση της εξουσίας δεν έχει καμία σχέση με τις πρακτικές μέσω των οποίων εκφράζονταν μέχρι πρότινος πολιτικά οι ασκούντες σήμερα κυβερνητική πολιτική. Ούτε με θεωρητικές συζητήσεις έχει να κάνει ούτε και με διατύπωση αφελών ιδεοληψιών. Η διαχείριση της εξουσίας υπακούει μόνο στον ρεαλισμό. Γιατί, όπως εύστοχα έχει ειπωθεί, η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού, αν και οι κυβερνώντες αμετακίνητα πιστεύουν ότι είναι η τέχνη του «έτσι γουστάρω».

Μέρες του 1974

Μέρες του 1974
Αρκετό καιρό προσπαθώ να προσδιορίσω μια ανησυχητική διάχυτη αίσθηση που περιφέρεται πάνω από τη χώρα και συνοψίζεται σε δύο πόλους, ο ένας αφορά τον καθησυχασμό του λαού από την ηγεσία του και ο δεύτερος αφορά τον εφησυχασμό του λαού ότι τίποτε το επικίνδυνο δεν επαπειλείται πάνω στα κεφάλια μας και τα κεφάλια των τέκνων μας, αλλά κάποιου είδους εκβιασμός γίνεται από σύσσωμη την ευρωπαϊκή κοινότητα στο πλαίσιο της διαπραγματευτικής τακτικής προκειμένου να κάμψουν το ηθικό μας και να προσχωρήσουμε στις θέσεις τους. Δεν διανοούμαστε ότι μπορεί να βρεθούμε στο απόλυτο χάος και δεν το διανοούμαστε επειδή μας φαίνεται αδιανόητο ότι θα αφήσουν τους απογόνους ενδόξων προγόνων να σέρνονται θλιβεροί ικέτες και επαίτες στη διεθνή αλληλεγγύη, ότι δεν θα επιτρέψουν οι Δυτικοί να καταρρεύσει το ανάχωμα που εμποδίζει το Ισλάμ να επεκταθεί, ότι δεν θα μας ωθήσουν στην αγκαλιά της Ρωσίας.
Οσοι έχουν γνώση της Ιστορίας μπορούν να φέρουν στο μυαλό τους ανάλογα περιστατικά καθησυχασμού και εφησυχασμού ανάξιων ηγετών και ανόητων λαών τις παραμονές των μεγάλων συμφορών. Εμείς ως Ελληνες έχουμε αρκετά τραυματικά περιστατικά. Ας αρχίσουμε από κάπως παλιά. Ποιο ήταν το κλίμα και η κατάσταση που επικρατούσε στην Κωνσταντινούπολη λίγες μέρες πριν από την άλωση και ενώ η πόλη ήταν ασφυκτικά πολιορκημένη από τους Τούρκους; Η κυρίαρχη αίσθηση ήταν ότι δεν χρειάζεται να πολεμήσουν, διότι θα εμφανιστεί στα κάστρα η Υπέρμαχος Στρατηγός, η Παναγία, και θα κατατροπώσει τους εχθρούς και εν πάση περιπτώσει στη μεγάλη ανάγκη θα καταφύγουν στην Αγία Σοφία και τις πύλες της θα τις κρατούν απαραβίαστες οι Αγγελοι Κυρίου με τις πύρινες ρομφαίες. Στο πρόσφατο ιστορικό παρελθόν έχουμε τα πολεμικά γεγονότα του 1974 και την εθνική ταπείνωση της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.
Οι άνω των εξήντα ετών θυμόμαστε πολύ καλά τον εφησυχασμό ηγεσίας και λαού αρνούμενοι να δεχτούμε το ενδεχόμενο ότι οι Τούρκοι θα έκαναν απόβαση στην Κύπρο. Μέναμε με την εντύπωση ότι αποκλείεται το ΝΑΤΟ να επιτρέψει στρατιωτική εισβολή σε σύμμαχο χώρα, ότι ο έκτος στόλος θα εμποδίσει τα τουρκικά αποβατικά, ότι οι Σοβιετικοί δεν θα αφήσουν ανυπεράσπιστον και εκτεθειμένον τον φίλο τους Μακάριο, ακόμη και όταν τα τουρκικά αποβατικά έπιασαν Κερύνεια αρνούμασταν να το πιστέψουμε αποδεχόμενοι την αμερικανική συμβουλή να μην αμυνθούμε, διότι οι Τούρκοι δεν κάνουν εισβολή... αλλά άσκηση! Πρόσεξε, κύριε Τσίπρα, μήπως οι Ευρωπαίοι κάνουν άσκηση όπως έκαναν οι Τούρκοι το 1974.