Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Οταν μια μηχανή δεν δουλεύει καλά, δεν βοηθάει να βάζουμε φθηνότερα ή λιγότερα καύσιμα, αλλά να την φτιάξουμε.

Γνωρίζοντας τη σημερινή σπατάλη και την ανοργανωσιά, είναι πολύ πιθανό ότι η σωστή διαχείριση θα φέρει τόσα κέρδη, που ούτε οι παροχές προς τους ασθενείς θα κινδυνεύσουν ούτε θέσεις εργασίας και αποδοχές. Αυτό ισχύει και σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες. Πριν μιλήσει κανείς για το κόστος του Δημοσίου και για το αν περισσεύουν εργαζόμενοι, είναι σημαντικό να θυμάται πως το πρόβλημα είναι ότι η μεγαλύτερη ζημιά είναι η αναποτελεσματικότητα. Οταν μια μηχανή δεν δουλεύει καλά, δεν βοηθάει να βάζουμε φθηνότερα ή λιγότερα καύσιμα, αλλά να την φτιάξουμε. Εκτός αν δεν θέλουμε να λειτουργεί.
Θα πει κανείς ότι είναι αργά για τέτοιες κουβέντες, ότι ο χρόνος τρέχει, ότι ο χρόνος είναι χρήμα και το χρήμα παρέχεται από τους δύσπιστους δανειστές. Το ίδιο, όμως, λέγαμε πριν από τον Μάιο του 2010, «πριν μπούμε στο Μνημόνιο». Και τότε φαινόταν πως ήταν πολύ αργά για αναδιοργάνωση, ότι η μόνη λύση ήταν άμεσες περικοπές εισοδημάτων και παροχών και αυξήσεις φόρων. Το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνο ύφεση, ανεργία και πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις, αλλά και η συνέχιση της ανικανότητας και της σπατάλης.

Οσο οι πολίτες δεν βλέπουν καλύτερες υπηρεσίες, οι θυσίες τους θα είναι μάταιες. Οσο δεν βλέπουν αποτελεσματικότερο κράτος –το οποίο και θα μαζεύει φόρους και θα τιμωρεί τους κάθε λογής παραβάτες– θα αυξάνεται το αίσθημα της αδικίας. Οσο υπάρχουν αδικίες και αστοχίες στη λειτουργία του κράτους και στα μέτρα «εξυγίανσης», τόσο θα αυξάνονται η καχυποψία και η απελπισία. Υπό τέτοιες συνθήκες, περαιτέρω περικοπές θα είναι και βάναυσες, άχρηστες και επικίνδυνες. Αν, όμως, πετύχαινε η αναδιάρθρωση και δεν πήγαιναν χαμένοι οι κόποι και οι θυσίες μας, ίσως οι περικοπές να ήταν και περιττές.