Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Οι στιγμές που διανύει η χώρα είναι εθνικά κρίσιμες.

Η κυβέρνηση τις τελευταίες ημέρες επαναλαμβάνει με χαρακτηριστική άνεση τη στερεότυπη επωδό της: «Για όλα φταίνε οι άλλοι». Το καλοκαίρι ήταν οι Ευρωπαίοι, μετά το ΔΝΤ, αργότερα το ΝΑΤΟ, οι Τούρκοι, οι Αυστριακοί, οι Ούγγροι, οι Σλοβάκοι, οι άλλες χώρες του –περιβόητου πια– Βίσεγκραντ, η διαπλοκή, οι δημοσιογράφοι, τα «κανάλια», οι «μεγαλοτσιφλικάδες», οι «μεγαλοδικηγόροι», τα άλλα κόμματα κ.ο.κ. Η λίστα είναι τεράστια. Πέρα από τον προφανή πολιτικό κυνισμό που απαιτείται για την τροφοδότηση τόσο ακραία πολωτικού εσωτερικού κλίματος, τη στιγμή που τα βόρεια σύνορα της χώρας είναι κλειστά και τα ανατολικά ορθάνοιχτα, καθιστώντας την ένα τεράστιο γεωπολιτικό καζάνι που βράζει, είναι απολύτως προφανές ότι στον στενό κυβερνητικό κύκλο δεν αντιλαμβάνονται τη βαρύτητα των περιστάσεων. Ή απλά αδιαφορούν, κάτι που, βεβαίως, είναι πολλαπλώς χειρότερο.

Η συνταγή «Κούγκι κι όποιον πάρει ο χάρος» λειτούργησε μία φορά το περασμένο καλοκαίρι και, ενδεχομένως, κάποιοι στο κυβερνητικό στρατόπεδο να μη βρίσκουν άσχημη την ιδέα ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επαναληφθεί, αυτή τη φορά με διαφορετικούς όρους και με αφορμή ένα άλλο θέμα: το προσφυγικό. Το κακό για όλους μας είναι ότι το προσφυγικό δεν είναι ακόμη ένα πρόβλημα που επηρεάζει την τσέπη ή τις συνταξιοδοτικές απολαβές ή τις μελλοντικές οικονομικές προσδοκίες καθενός εξ ημών. Πρόκειται για ένα φαινόμενο με πολλαπλές προεκτάσεις που θα μπορούσε να λειτουργήσει διαβρωτικά για τις συνολικές προοπτικές της χώρας. Είναι προφανές, εδώ και αρκετούς μήνες, ότι στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ενωσης υπάρχει μια μεγάλη μερίδα κρατών η οποία επιθυμεί να περιορίσει το προσφυγικό πρόβλημα στην Ελλάδα. Να την καταστήσει «πάρκινγκ» μεταναστών. Και, δυστυχώς, κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να τους δώσουμε επιχειρήματα. Δεν έχει νόημα να επαναλαμβάνονται οι αυτονόητες ευθύνες της Τασίας Χριστοδουλοπούλου, η πολύμηνη απραξία η οποία ακολούθησε, μέχρι τη στιγμή που η «καυτή πατάτα» αφέθηκε στα χέρια του Γιάννη Μουζάλα και εν τέλει στις Ενοπλες Δυνάμεις. Ο Στρατός μπορεί να «έσωσε τη παρτίδα» σε ό,τι αφορά τα hotspots, ωστόσο –ευτυχώς– δεν μπορεί να κάνει πολιτική. Η Ελλάδα βρέθηκε προ τετελεσμένων στο ζήτημα των περιπολιών του NATO. Η δουλειά κάποιων επαγγελματιών, φιλότιμων υπηρεσιακών παραγόντων (και ελάχιστων πολιτικών προσώπων που λειτουργούν αθόρυβα) έφερε κάποια αποτελέσματα. Ωστόσο το πρόβλημα παραμένει. Η κυβέρνηση έχει χάσει κάθε ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών. Εξέλιξη διόλου παράξενη, καθώς το πρώτο εξάμηνο του 2015 η κυβέρνηση σπατάλησε σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο, με αποτέλεσμα οι εκκλήσεις του πρωθυπουργού στον διεθνή παράγοντα να ακούγονται με κάποια συμπόνοια, αλλά δίχως κάποιο αντίκρισμα. Οι στιγμές που διανύει η χώρα είναι εθνικά κρίσιμες. Και γι’ αυτό κάθε σκοτεινή, μικροπολιτική σκοπιμότητα δεν θα αντέξει ούτε για ένα λεπτό στο φως της ημέρας.
Έντυπη