Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Ένας λαός ρά­κος, μια κοινωνία σερνάμενη, μια κοινωνία σε μα­ρασμό και βαθιά μελαγχολία.

Δεν είναι που χάνονται τα εισοδήματα και οι μισθοί, οι εργασίες και οι βεβαι­ότητες, η αξιοπρέπεια σε συνέχειες… Είναι που χάνεται σιγά - σιγά και ανε­παισθήτως ο εαυτός μας. Γινόμαστε άλλοι, όχι κατ’ ανάγκην καλύτεροι ή χειρότεροι – άλλα απελπιστι­κά άλλοι. Τόσο που να μην εννοούμε τους εαυτούς μας, που να μην κατανοούμε τις σκέψεις μας, που να μην αναγνωρίζουμε τις πράξεις μας. Ζούμε υπό την επήρεια μιας παράδοξης μείξης φόβου κι ελ­πίδας που αντιμετωπίζει κάθε μέρα τα αδιέξοδα. Απογοήτευση, μελαγχολία, θυμός – από το πρωί ώς το βράδυ. Το κουράγιο χάθηκε μαζί με τα χρή­ματα, τον αυτοσεβασμό, το μέλλον. Ένας λαός ρά­κος, μια κοινωνία σερνάμενη, μια κοινωνία σε μα­ρασμό και βαθιά μελαγχολία. Ζούμε τη χειρότερη εκδοχή της πτώσης μας, της έξωσής μας από τον «παράδεισο», την επίγεια κόλασή μας, με τη νέα γενιά γερασμένη πριν από την ώρα της. Μέσα σε αυτόν τον ζόφο, το βαθύτατα χρεοκοπημένο πο­λιτικό σύστημα στέκει σταθερό φροντίζοντας για τα μίζερα ποσοστά του, τους συσχετισμούς δυνά­μεων, τις ανίερες συμμαχίες και τη διατήρηση των πολιτικών στερεοτύπων που μας οδήγησαν στην καταστροφή.
Από τη μια πλευρά, πουλάνε αέρα αισιοδοξίας σε ανθρώπους που δεν έχουν κουράγιο να ελπίζουν και να αισιοδοξούν, κλείνοντας ωστόσο πονηρά το μάτι διότι… το κόμμα δεν θα αφήσει τους δικούς του και επειδή ακόμα και τώρα υπάρχουν προσωπικές λύσεις, ατομικές διέξοδοι, αρκεί να στηρίξουμε το σύστημα, τον βουλευτή, τον υπουργό… Από την άλλη, είναι οι «άλλοι» που σε κάθε αισιόδοξη αναλαμπή τρομοκρατούνται και τρέχουν να διακηρύξουν επα­ναστατικά ότι είναι όλα μαύρα γιατί το μαύρο τούς δίνει υπόσταση, η απελπισία, πολιτική οντότητα και το τέλμα, λόγο ύπαρξης. Ανάμεσα σε αυτήν τη θλι­βερή πολιτική διανομή ρόλων και ρολίσκων στενά­ζει το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού.