Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Η Ελλάδα ζει με δανεικά, με τη στήριξη των εταίρων της.

Τώρα, για την Ελλάδα δεν χρειάζεται και πολύ να θεωρητικολογούμε με τα αποφθέγματα του Καμύ. Εχετε κάτι πρακτικό να προτείνετε να απαλλαγούμε από τους κοτζαμπάσηδες που μας κυβερνούν με την Αυλή τους, όπως παλαιότερα οι Τούρκοι δυνάστες;». Δεν είναι ο μόνος. Συχνά, αναγνώστες εκφράζουν θυμό για άρθρα που, κατά τη γνώμη τους, δεν προτείνουν λύσεις. Αυτό είναι φυσικό όταν η χώρα παραδέρνει σε μια κρίση που δεν την απέτρεψαν ούτε οι δημοσιογράφοι, ούτε οι πολιτικοί, ούτε οι πανεπιστημιακοί, ούτε οι δικαστικοί, ούτε οι τραπεζίτες, ούτε κανένας από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Ε.Ε., ούτε κανείς άλλος. Τώρα, οι ίδιοι που δεν απέτρεψαν την καταστροφή καλούνται να δείξουν τη διέξοδο από την κρίση. Συχνά, όμως, η οργή των πολιτών και η σύγχυση που προκαλείται στη δημόσια συζήτηση από συγκρουόμενα συμφέροντα, θολώνουν την εικόνα της πραγματικότητας.
Οι δημοσιογράφοι φέρουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την κρίση, επειδή –είτε έβλεπαν τον κίνδυνο είτε αδιαφορούσαν– δεν έκρουσαν τον κώδωνα εγκαίρως. Σε αυτό δεν είναι μόνοι. Εν μέσω κρίσης, αν φέρουν κι άλλη ευθύνη, είναι ότι δεν έχουν βοηθήσει στη δημιουργία μιας πειστικής εικόνας για το πού βρίσκεται η χώρα και να παρουσιάσουν με νηφαλιότητα και αξιοπιστία τι πρέπει να γίνει. Αυτό δεν αφορά όλους τους δημοσιογράφους και δεν είναι μόνο οι δημοσιογράφοι που ευθύνονται για τη σύγχυση, αλλά και όλοι οι παράγοντες της δημόσιας ζωής.
Τώρα ας μιλήσουμε πιο «πρακτικά»: Η Ελλάδα ζει με δανεικά, με τη στήριξη των εταίρων της, και η συνέχιση του δανεισμού εξαρτάται από την εκπλήρωση ενός μεγάλου αριθμού δεσμεύσεων. Το Μνημόνιο το οποίο υπέγραψε η Ελλάδα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εμπεριέχει ένα σύνολο περίπου 900 δεσμεύσεων. Το γεγονός ότι η χρηματοδότηση της Ελλάδας εξαρτάται από την τήρηση αυτών των δεσμεύσεων συνεπάγεται μια διαρκή διαπραγμάτευση με τους δανειστές, αλλά και τεράστια μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Το Μνημόνιο είναι, ουσιαστικά, μια προσπάθεια επανίδρυσης του κράτους – κάτι που οι πολιτικοί μας δεν ντρέπονταν να διακηρύττουν, έως την ώρα που έπρεπε να το εφαρμόσουν, με τις επιταγές των εταίρων.