Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Οι κυβερνώντες παγιδεύτηκαν σε μια επικοινωνιακή πατέντα.

Για άλλη μία φορά οι κυβερνώντες παγιδεύτηκαν σε μια επικοινωνιακή πατέντα, αδιαφορώντας για τις πολιτικές παραμέτρους των επιλογών τους.
Γνωρίζοντας πως καλούνται να πάρουν επώδυνες αποφάσεις, καλλιέργησαν την εικόνα ότι ανθίστανται. Δημιούργησαν κλίμα τεχνητής έντασης με τους πιστωτές, χρησιμοποιώντας τη «σκληρή διαπραγμάτευση» για λαϊκή κατανάλωση. Κι όλα αυτά για να αντιμετωπίσουν την αμφισβήτηση της πολιτικής τους και να συντηρήσουν την επισφαλή τους κυριαρχία. Μολονότι είχαν τη δυνατότητα να κλείσουν την αξιολόγηση, δεν το έπραξαν. Η εσκεμμένη ολιγωρία τους υπαγορεύτηκε από την πεποίθησή τους να καταστήσουν τη διαπραγμάτευση πρωτίστως επικοινωνιακό εργαλείο. Στην ουσία η κυβέρνηση για άλλη μία φορά υποκαθιστά την πολιτική με την επικοινωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι, ενώ αποδέχτηκε μέτρα 5,4 δισ. ευρώ, προβάλλει υπέρμετρα την αντίθεσή της για το προληπτικό πακέτο των 3,6 δισ. ευρώ. Ετσι ο πρωθυπουργός επανέκαμψε στη μόνιμη επωδό της «πολιτικής διαπραγμάτευσης», ζητώντας σύγκληση του Συμβουλίου Κορυφής. Αυτό είχε πράξει και πέρυσι τον Ιούλιο, υπερεκτιμώντας τη σημασία αντίστοιχων ενεργειών. Και μολονότι τότε τα αποτελέσματα υπήρξαν οδυνηρά για τη χώρα, είναι προφανές πως και τώρα επιδιώκει να στήσει εκ νέου σκηνικό δράματος. Ωστόσο, αγνοεί το στοιχειώδες: οι ευθύνες για την περαιτέρω βύθιση της Ελλάδας και της οικονομίας στην κρίση βαρύνουν αποκλειστικά την κυβέρνησή του.
Η απόρριψη της πρότασής του για Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον εξέθεσε. Η πρωτοβουλία του ήταν άστοχη. Αφενός γιατί δεν είχε προετοιμάσει την αποδοχή της και αφετέρου διότι θα μετέφερε στο ανώτατο επίπεδο τη δυστοκία ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, δυσχεραίνοντας περαιτέρω τη διαπραγματευτική θέση της χώρας. Ο Αλέξης Τσίπρας, αδυνατώντας να θεμελιώσει στρατηγική πρόταση για την έξοδο από την κρίση, επένδυσε επικοινωνιακά στη «σκληρή διαπραγμάτευση«. Μια αστόχαστη επιλογή, με αποδέκτη το εκλογικό του ακροατήριο. Απευθυνόμενος σ' αυτό επιχειρεί να συγκαλύψει την αποδοχή των μνημονιακών μέτρων, αλλά και να αποτρέψει τις τάσεις αποσυσπείρωσης των εκλογέων του. Ομως η αέναη και αντιπαραγωγική διαδικασία διαπραγματεύσεων που στην πραγματικότητα επέλεξε, αντιστρατεύεται τα συμφέροντα της χώρας και της οικονομίας, εγκλωβίζοντας και τον ίδιο σε πολιτικά αδιέξοδα.