Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Δεν έμαθαν ποτέ ότι το πρώτο όργανο της ομιλίας και της γραφής είναι το αυτί:

Το πότε πρέπει να φύγει το μαύρο από την οθόνη ήταν μία από τις αφορμές της διένεξης. Φιλονίκησαν λοιπόν οι υποστηρικτές τού «άμεσα» με τους προμάχους τού «αμέσως». Δεν πρόκειται βέβαια για αναβίωση της παλιάς έριδας για τα εις -ως επιρρήματα και τον «εκδημοτικισμό» της κατάληξής τους εις -α. Ως προς αυτό το μόνο που αξίζει να ειπωθεί είναι πως ο μύδρος των «καθαρών» («εσείς οι μαλλιαροί θα καταντήσετε να λέτε «σαφά» το «σαφώς"») δεν θα εξαπολυόταν αν οι λόγιοί μας είχαν προσέξει τον Ομηρο, τον Πίνδαρο, τους τραγικούς, τον Αριστοφάνη, τον Ξενοφώντα. Θα διαπίστωναν ότι όλοι τους χρησιμοποιούσαν συχνά το «σάφα» με την έννοια του «σαφώς». Οι ανελλήνιστοι.
Δεν ταυτίζονται το «αμέσως» και το «άμεσα», όπως αποσαφηνίζει και η προφορική χρήση τους. Αν το «άμεσα» με τη σημασία τού «αμέσως» (και όχι του «απευθείας» που είχε ώς τότε) εισήχθη από τους Πασοκτζήδες με τα «διαφωνώ κάθετα» κ.τ.λ. ή από παλαιότερους θιασώτες του γλωσσικού λαϊκισμού. Πρόκειται πάντως για μία επιπλέον παραγωγή των χειλιών ή της γραφίδας όσων πιστεύουν ότι μπορούν να μιλήσουν σε πιο γνήσια δημοτική και από τον ίδιο τον δήμο. Και οι οποίοι δεν έμαθαν ποτέ ότι το πρώτο όργανο της ομιλίας και της γραφής είναι το αυτί: Ακούς όσο πιο προσεχτικά γίνεται και όσο περισσότερους μπορείς. Αν άκουγαν οι υπερδημοτικιστές, θα είχαν παρατηρήσει πως η λαϊκή ομιλία και τις λεπτές αποχρώσεις διασώζει (λ.χ. ανάμεσα στο «καλά» και το «καλώς») και ελάχιστα (έως καθόλου) χρησιμοποιεί το «άμεσα» με την έννοια του «εδώ και τώρα».
Εχουμε λοιπόν ένα ημιλόγιο πλάσμα που αυτοπαρουσιάστηκε σαν λαϊκότερο του λαϊκού αλλά και σαν οιονεί υπερθετικός βαθμός τού «αμέσως». Κι όμως. Το συνειδητοποιήσαμε και με τον τωρινό καβγά: Το «αμέσως» εξακολουθεί να σημαίνει «αμέσως» και να ακούγεται ως απολύτως δεσμευτικό, ενώ το «άμεσα» είναι πολύ πιο χαλαρό. Και τουλάχιστον όταν το χρησιμοποιούν οι πολιτευόμενοι, κατέληξε να σημαίνει κάτι ανάμεσα στο «αύριο-μεθαύριο και βλέπουμε». Είναι δηλαδή τόσο σαφές και αυστηρό όσο το «δυο-τρία τσιγάρα δρόμος» με το οποίο σου απαντούσαν παλιά όταν ρωτούσες πού βρίσκεται το τάδε κάστρο.