Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Με όλα τα μέτωπα ανοιχτά;

Με όλα τα μέτωπα ανοιχτά;
Στα σεμινάρια περί της τεχνικής των διαπραγματεύσεων που είχα παρακολουθήσει κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας μου στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, έμαθα ότι χρυσός κανόνας της επιτυχίας είναι ο προσδιορισμός τού κάθε φορά κεντρικού στόχου και η συγκέντρωση στον στόχο αυτόν των μειζόνων δυνατών συμμαχιών και συνεργειών για την επίτευξή του. Είναι προφανές ότι για την Ελλάδα, τη συγκεκριμένη συγκυρία, κεντρικό στόχο αποτελεί μια συμφωνία με τους εταίρους που θα εξασφαλίζει τη χρηματοδότηση του κράτους, τη ρευστότητα των τραπεζών, την προσέλκυση επενδύσεων και τη δημιουργία θέσεων εργασίας στην προοπτική της ανάκτησης της αξιοπιστίας της χώρας, την έξοδό της στις αγορές και την ανάκαμψη της οικονομίας, που θα την επαναφέρει στην κανονικότητα ενός κράτους-μέλους της ΕΕ και της Ευρωζώνης.
Και όμως, τη στιγμή που αυτό είναι το κύριο ζητούμενο, στο οποίο θα έπρεπε να συγκεντρωθούν οι ευρύτερες δυνατές συμμαχίες, γινόμαστε μάρτυρες του ανοίγματος όλων των μετώπων προς κάθε κατεύθυνση με αποτέλεσμα την προϊούσα απομόνωση της χώρας και την απομάκρυνση από την επίτευξη της ζωτικής στόχευσής της. Ετσι, ο κ. Καμμένος κάνει άσκοπες βόλτες με ελικόπτερα στα σύνορα, ο κ. Κοτζιάς θέτει το ζήτημα των κυρώσεων έναντι της Ρωσίας, και οι δύο μαζί απειλούν με την προς Βορρά απώθηση χιλιάδων μεταναστών, ακόμα και τζιχαντιστών, ενώ ο επικοινωνιακός κ. Βαρουφάκης εδώ και έναν μήνα ασχολείται με το αν η τρόικα θα λέγεται θεσμοί ή το Μνημόνιο θα αποκαλείται συμβόλαιο δοκιμάζοντας τα νεύρα όλων των ορθολογιστών Ευρωπαίων συναδέλφων του που θέλουν απτά και κοστολογημένα μέτρα προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τέθηκε μετ' επιτάσεως και το ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων και απειλήθηκε η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού Δημοσίου στην Ελλάδα. Μόνος λόγος που μπορώ να φανταστώ αυτής της διεκδικητικής καταιγίδας είναι η επικοινωνιακή διαχείριση της στροφής της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα και ο κατευνασμός των διάφορων υπεραριστερών συνιστωσών του, που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν την αντιπολιτευτική ρητορεία από την ανάγκη διακυβέρνησης της χώρας. Μπορεί όμως αυτό να συνεχιστεί και πού άραγε θα σταματήσει; Και έως τότε, η χώρα θα είναι ακόμα όρθια ή θα μας βρει εν τω μεταξύ το αναπάντεχο κακό; Βλέποντας τα παραπάνω, κοντεύω να ξεχάσω όσα έμαθα για την τεχνική της διαπραγμάτευσης και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πού το πάει η κυβέρνηση. Ελπίζω να καταλαβαίνουν αυτοί που μας κυβερνούν.