Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί, αποτελεσματικά.

Συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά τη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με την εξουσία. Κάτι που εν πρώτοις μοιάζει παράδοξο ή και σχιζοφρενές, αλλά ίσως και να μην είναι έτσι ακριβώς. Ερχονται στιγμές που ο κομματικός μηχανισμός (Νεολαία κτλ.), αλλά και σε επίπεδο κυβερνητικών στελεχών και βουλευτών, στρέφεται δημοσίως εναντίον της κυβέρνησης. Ειδικά μετά την περίφημη «κυβίστηση» του περασμένου καλοκαιριού, και ιδίως μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, είδαμε, διαβάσαμε μηνύματα και ανακοινώσεις από την Κουμουνδούρου, καθώς και από στελέχη, μέσα από τα οποία εκφραζόταν η αντίθεσή τους στις κυβερνητικές πολιτικές.

Το πιο φρέσκο παράδειγμα είναι η αντίδραση του κόμματος απέναντι στην απόφαση εκκένωσης καταλήψεων στέγης στη Θεσσαλονίκη. Είχαν προηγηθεί και άλλα τέτοια περιστατικά. Η Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ, εξάλλου, συχνά εκφράζεται αρνητικά για κυβερνητικές πολιτικές και πρακτικές, είτε φτάνοντας στο σημείο να συμμετέχει σε μεγάλες πορείες είτε καταδικάζοντας, π.χ., τον κ. Μουζάλα επειδή ζήτησε πρόσφατα συγγνώμη από τον κ. Δένδια σχετικά με το προσφυγικό.

Αντιρρήσεις έχουν, φυσικά, εκφραστεί στο παρελθόν και από στελέχη (σπανιότερα Νεολαίες) άλλων κομμάτων που βρέθηκαν στην εξουσία, τόσο στη Ν.Δ. όσο και στο ΠΑΣΟΚ. Εδώ όμως έχουμε κάτι άλλο· πιο θορυβώδες, περισσότερο κραυγαλέο. Με μια διαφορά: σε ό,τι αφορά στελέχη και βουλευτές, τα πάντα εξαντλούνται στη ρητορική ή σε δημόσιες δακρύβρεχτες εξομολογήσεις («πονάει η ψυχή μου» κ.ο.κ.). Οι παραιτήσεις για λόγους ευθιξίας είναι απειροελάχιστες συγκριτικά με τα διάφορα αγωνιστικά και οργισμένα που δηλώνονται κατά καιρούς.

Κάτι ανάλογο ισχύει και με τις έντονες αντιδράσεις των Νεολαίων. Κουβέντα να γίνεται χωρίς να συμβαίνει κάτι ουσιαστικό. Οπότε, ως κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει αυτή την ιδιότυπη μνημονιακή πολιτική, που ως αντιπολίτευση καταδίκαζε με όλους τους τρόπους και τα μέσα.

Αντίφαση; Εσωτερικός διχασμός; Οχι και τόσο. Οι άνθρωποι αυτοί προέρχονται από μια δεξαμενή πολιτικής σκέψης σύμφωνα με την οποία, η κυβέρνηση –η εξουσία– πρέπει να ταυτίζεται με τον λαό. Για την ακρίβεια, η εξουσία είναι ο λαός με έναν ανάλογο τρόπο που τα Σοβιέτ, το «Κόμμα», ήταν (υποτίθεται) ο λαός.

Σήμερα ξέρουμε καλά σε ποιο βαθμό όλο αυτό το θολό κατασκεύασμα είναι φενάκη, φρεναπάτη. Και πόσο υποκριτικό επίσης: η όποια ταύτιση με τον λαό εξαντλείται στη ρητορική, στη θεωρία, στη συνθηματολογία. Γι’ αυτό και οι όποιες εσωτερικές αντιδράσεις γίνονται αποδεκτές από την κεντρική εξουσία –το Μαξίμου– με «συντροφική» κατανόηση. Ισως ο πυρήνας της εκτελεστικής εξουσίας αυτήν τη στιγμή να αντιλαμβάνεται πόσο γραφικά είναι όλ’ αυτά – και πόσο βολικά επίσης όσον αφορά την προς τα έξω εικόνα μιας δημοκρατικής, κατεξοχήν λαϊκής κυβέρνησης. Εν τω μεταξύ, φυσικά, η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί, αποτελεσματικά. Οχι με λόγια, αλλά με πράξεις.