Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Χωρίς ποτέ να καταλήγουν πουθενά.

Τελευταία είναι ένα ιδιαίτερο είδος που αναπτύχθηκε στην εποχή της αστακομακαρονάδας. Πρόκειται για μία κατηγορία παράσιτων του αστικού συστήματος, όπως αυτό παραμορφώθηκε στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Είναι μια μορφή αριστοκρατίας της Αριστεράς, συνήθως με πατέντα αποκτηθείσα στο Πολυτεχνείο. Τύποι οι οποίοι μπορούν να ξυπνούν αργά, κάνουν περίεργες δουλειές (όταν κάνουν...) που τους επιτρέπουν να έχουν άφθονο χρόνο στη διάθεσή τους και συνήθως τους συναντά κάποιος στα καφενεία αραχτούς να αγορεύουν. Είτε εργάζονται στο Δημόσιο ως καλοπληρωμένοι υπάλληλοι είτε ως ιδιώτες κάνουν καλές δουλειές με το Δημόσιο, η δουλειά τους είναι, βασικά, να συζητούν. Να συζητούν χωρίς ποτέ να καταλήγουν πουθενά. Οχι δηλαδή ότι τους ενδιαφέρει να καταλήξουν κάπου, διότι γι’ αυτούς η συζήτηση είναι αυτοσκοπός. Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, η βασική θέση τους στα διάφορα πρακτικά ζητήματα που ανακύπτουν είναι «να το συζητήσουμε» - να το συζητήσουμε, εννοούν, ώστε να μην καταλήξουμε πουθενά. Δεν είναι τυχαίο ότι συνήθως διαπρέπουν ως δημοσιογράφοι ή ως μαϊντανοί με τους οποίους οι δημοσιογράφοι καλύπτουν χρόνο στις εκπομπές του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Τέτοια είναι, κατά βάσιν, η ΔΗΜΑΡ του μπαρμπα-Φώτη Κουβέλη. Σχολιαστές της πραγματικότητας από τα τραπέζια του Ντόλτσε φιλολογούντες ακατασχέτως και οπαδοί της καλής ζωής, που όταν βρεθούν μπροστά στα δύσκολα διλήμματα της πραγματικότητας παραγγέλνουν...ένα ακόμη εσπρέσο. Iσως η κυβέρνηση να πορευτεί καλύτερα χωρίς αυτούς. Η συμμετοχή τους -απεδείχθη αυτό- ήταν πηγή προβλημάτων. Το πιθανότερο, δε, είναι να συνεχίσουν να τη στηρίζουν στη Βουλή (και από τα τραπέζια του Ντόλτσε...), ακριβώς επειδή η παρασιτική καλοπέρασή τους εξαρτάται από τη διατήρηση του συστήματος που οι ίδιοι δεν τολμούν να υποστηρίξουν...