Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Έχουν δημιουργήσει στην κοινωνία τα συντριπτικά προβλήματα της πολυετούς κρίσης.

Οι καβγάδες που υποκαθιστούν συχνά τη δημόσια συζήτηση στα τηλεοπτικά πάνελ, τις συζητήσεις σε επιτροπές της Βουλής, μεταξύ επωνύμων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για θέματα της επικαιρότητας, τη Χρυσή Αυγή, τα νέα μέτρα που ζητάει η τρόικα, τη διαθεσιμότητα των διοικητικών υπαλλήλων των ΑΕΙ κ.ο.κ., συνήθως μοιάζουν διόλου να μην απορρέουν από την εγρήγορση εμπρός στην κρισιμότητα των ημερών. Αλλά, τις περισσότερες φορές, από την ακαταδάμαστη διάθεση για αντιπαράθεση και «κατατρόπωση» του αντιπάλου, που πνίγει τον διάλογο σαν φουσκωμένο ποτάμι. Βλέπουμε δημόσια πρόσωπα να διακόπτουν συνεχώς τον συνομιλητή τους (από το αντίπαλο πολιτικό κόμμα), για να ανατρέψουν αυτό που υπέθεταν ότι ήθελε να πει, ακούμε διασκεπτόμενους να παρεμβαίνουν διαρκώς με κοροϊδευτικά, υποτιμητικά σχόλια τη στιγμή που κάποιος άλλος παραθέτει τα επιχειρήματά του. Το να ειρωνευτεί κανείς και να σαρκάσει αποτελεί συχνά μια παροδική ανακούφιση στην εκρηκτική αγανάκτησή μας. Η ειρωνεία και ο σαρκασμός ήταν πάντα για τον Ελληνα μια κάποια διέξοδος από τα παράδοξα και τα αντιφατικά που μας κατατρέχουν.
Ομως, σε μια δημόσια συζήτηση, η παραβίαση των όρων συνομιλίας δεν αποτελεί δείγμα ένταξης στην αριθμητική των κοινωνικών αγωνιών, μια διέξοδο από την απόγνωση, αλλά συνήθως μια έκφραση εγωκεντρισμού – παρά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μουδιάσματος που έχουν δημιουργήσει στην κοινωνία τα συντριπτικά προβλήματα της πολυετούς κρίσης.
Διότι οι σταδιακές μεταβολές στο κοινωνικό σώμα είναι μεγάλες. Ανθρωποι που έχουν καιρό να επισκεφθούν την Ελλάδα καταλήγουν όλο και πιο συχνά σε μία κοινή διαπίστωση: Οι Ελληνες πια δεν φωνασκούν, δεν χειρονομούν, δεν αρπάζονται εν δήμω, αλλά είναι πιο αυτοπειθαρχημένοι, πιο προσεκτικοί απέναντι στον συνομιλητή, σχεδόν χωρίς ίχνος από εκείνον τον παλιό ατομισμό, που τροφοδοτούσε την αρπακτικότητα σε όλα τα πεδία.