Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Αν η σκηνοθεσία του Καστελλόριζου θα μείνει στη μεγάλη ιστορία του μικρού μας έθνους.

Αν η σκηνοθεσία του Καστελλόριζου θα μείνει στη μεγάλη ιστορία του μικρού μας έθνους. Ηταν το πορτρέτο ενός σχεδόν εξηντάρη Γεωργίου Ανδρέα Παπανδρέου, ευθυτενούς, καλοδιατηρημένου, να απαγγέλλει με τη στοιχειώδη σύνταξη των ελληνικών του ένα κείμενο το οποίο εμφανώς είχε αποστηθίσει, για να ανακοινώσει τη μάχη των μαχών για τη σωτηρία της χώρας. Το φόντο ήταν σημαδιακό: το τοπίο του αιγαιοπελαγίτικου νησιού, σύμβολο του αναλλοίωτου εσαεί ελληνικού αισθήματος. Ηταν η αρχή της μεγάλης ψευδαίσθησης μιας κοινωνίας που έπρεπε να αλλάξει με τη διαδικασία του επείγοντος, χωρίς όμως να προδώσει το αίσθημα που την είχε φέρει ως το μη αναστρέψιμο σημείο της εθνικής μας βλάβης. Ολοι πιστεύαμε, όλοι θέλαμε να πιστέψουμε πως σε ένα χρόνο, άντε δύο το πολύ, η ζωή θα ξανάβρισκε τους ρυθμούς και τις συνήθειές της.
Τριάμισι χρόνια μετά, κανείς δεν μιλάει για το Καστελλόριζο. Πρωθυπουργός είναι ο Αντώνης Σαμαράς, ο άνθρωπος που τότε ήταν αντίπαλος του σχεδίου σωτηρίας και τώρα το υπερασπίζεται και παλεύει να το εφαρμόσει, ο Γεώργιος Ανδρέα Παπανδρέου βιοπορίζεται δίνοντας διαλέξεις, το δε κόμμα του είναι ένα αφυδατωμένο υπόλειμμα αυτού που κάποτε υπήρξε. Η εποχή εκείνη και οι ψευδαισθήσεις της μοιάζουν μακρινές, σαν να ανήκουν σε άλλο κεφάλαιο της Ιστορίας. Η σκηνοθεσία του Καστελλόριζου, αν μείνει στην Ιστορία, θα μείνει ως η πρώτη σκηνή της ελληνικής μελαγχολίας.
Η στοιχειώδης ειλικρίνεια απαιτεί τη δυσμενή παραδοχή. Η τριετής προσπάθεια εφαρμογής των Μνημονίων δεν είναι παρά η προέκταση της ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδας. Στους καιρούς της πτώχευσης πορευτήκαμε με τον ίδιο τρόπο που πορευόμασταν στους καιρούς της ευμάρειας. Χωρίς πολιτικό σχέδιο προσαρμογής σε μια πραγματικότητα που ξεπερνούσε και τα σύνορα της χώρας μας, και τα σύνορα της γλώσσας μας, και τα όρια της νοοτροπίας μας. Υπογράψαμε τα Μνημόνια με τον ίδιο τρόπο που αποδεχόμασταν όλες τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Διαβεβαιώνοντας τους εταίρους μας πως θα ακολουθήσουμε τις συνθήκες χωρίς να ξέρουμε ακριβώς τι σημαίνουν για εμάς, έχοντας την ψευδαίσθηση πως, εντέλει, θα τις προσαρμόσουμε στα μέτρα μας.