Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

Οπισθεν ολοταχώς


Οι πρώτοι δυόμισι μήνες της «πρώτης αριστερής κυβέρνησης» ήδη συμπληρώθηκαν και νομίζω πως δεν αδικώ την αλήθεια αν διατυπώσω το συμπέρασμα ότι στο διάστημα αυτό δεν υπήρξε έστω και ένα γεγονός το οποίο να προδιαθέτει για αισιόδοξες προοπτικές. Οι όποιες πρωτοβουλίες επιχειρείται να αναληφθούν είναι ή αδιέξοδες ή αναποτελεσματικές. Και δεν είναι περίεργο. Οταν όλα εξαρτώνται από μια διαπραγμάτευση, που δεν δείχνει να καταλήγει κάπου, τα χέρια της κυβέρνησης είναι αναπόφευκτα δεμένα.
Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι η άσκηση κυβερνητικής πολιτικής προϋποθέτει κάποια δεδομένα. Οπως ένα σταθερό πολιτικό πλαίσιο. Κάποιες οικονομικές δυνατότητες και προοπτικές. Ενα σχέδιο δράσης. Κι αυτά καλώς ή κακώς ούτε υπάρχουν, ούτε προβλέπεται να υπάρξουν όσο η χώρα θα παραμένει καθηλωμένη σε μια διαπραγμάτευση που μοιάζει αδιέξοδη.
Το ξέρουν καλά στην κυβέρνηση, αλλά μέχρι στιγμής δείχνουν ανίσχυροι να αντιδράσουν. Οσο θα λειτουργούν με τη λογική πως «εμείς αυτά υποσχεθήκαμε προεκλογικά, αυτά θέλουμε», το αδιέξοδο δεν θα ξεπεραστεί. Κι αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το αν και κατά πόσο είμαστε ή δεν είμαστε «ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος που δεν εκβιάζει, αλλά και δεν εκβιάζεται». Κανένας δεν μας εκβιάζει να δεχτούμε τα δανεικά του. Εκείνο που όλοι μας λένε είναι ότι ευχαρίστως θα συνεχίσουν να μας δανείζουν, αλλά μόνο υπό τις προϋποθέσεις που έχει γίνει έως τώρα.
Η μπάλα είναι στο γήπεδό μας. Και η ευθύνη για τη συνέχεια είναι καθαρά πρωθυπουργική επιλογή. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι φαντασιωνόταν προεκλογικά ότι θα συνέβαινε αν κατάφερνε να καθίσει στην πρωθυπουργική καρέκλα και αν πίστευε τα όσα για πανευρωπαϊκές ανατροπές διακήρυττε έως τότε. Το βέβαιο είναι ένα: δεν γίνεται πλέον και η πίτα να παραμένει γερή και ο σκύλος να είναι χορτάτος. Αρα θα πρέπει επιτέλους να αποφασίσει πότε και με ποιους θα συγκρουστεί. Δεν τραβάει άλλο αυτή η φαρσοκωμωδία του διαλλακτικού στο εξωτερικό και του αδιάλλακτου στο εσωτερικό. Δεν την αντέχει η χώρα. Υστερα από δυόμισι μήνες «αριστερής διακυβέρνησης» η ελληνική οικονομία επιστρέφει ολοταχώς στα ελλείμματα και στην ύφεση.