Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Και χαλινός κρατάει τη γλώσσα μας...

Και χαλινός κρατάει τη γλώσσα μας, αφού έτσι πρόβλεψε ευφυώς η φύση, και με έρκος οδόντων είμαστε εξοπλισμένοι. Ωστε κάτι να αναχαιτίζεται. Να μη βγαίνουν προς τα έξω όσα αστόχαστα, επιθετικά, χολερικά ή χυδαία γεννάει ο θυμός της στιγμής, η ρουτίνα της «μαγκιάς», η μανία της πόζας και η αυταδέλφη της, η μανία της ατάκας: να πούμε κάτι για να ξεχωρίσουμε καλά και σώνει από την πλέμπα, κάτι που θα κάνει ντόρο. Εκείνο το «μη προτρεχέτω η γλώττα της διανοίας» μάς περιλαβαίνει πιτσιρίκια, το αποστηθίζουμε, μα δεν φαίνεται να αποκτά ούτε μισή γερή ριζούλα μέσα μας. Ετσι, συχνά μιλάμε χωρίς να σκεφτόμαστε ότι τα λόγια μας έχουν την υπεραξία που τους προσθέτει το δημόσιο πόστο μας, η θέση μας στη μια ή την άλλη εξουσία, η «αναγνωρισιμότητά» μας, το «κύρος» που μας αποδίδουν τα μίντια. Οτι δηλαδή πρόκειται για λόγια που πριν ξεχαστούν, κάτι και κάποιους θα επηρεάσουν.

Μιλούν, π.χ., συνεχώς κυβερνητικά στελέχη, σε ραδιόφωνα και κανάλια, ή διά του φέισμπουκ και του τουίτερ. Και είτε επειδή ανήκουν σε διαφορετικές συνιστώσες είτε επειδή έχουν έναν καημό που δεν «αξιοποιήθηκαν» όπως υπολόγιζαν, λένε την ίδια στιγμή πέντε διαφορετικά πράγματα για το ίδιο θέμα, το δημοψήφισμα ή τη «ρήξη». Δυσκολεύονται ίσως να κατανοήσουν ότι πια είναι εξουσία· και ότι, στην εποχή της διόγκωσης και του πιο ασήμαντου, ακόμα και στον πιο άσημο σταθμό να πουν το αιρετικό τους πιστεύω, θα γίνουν πρώτο θέμα, ίσως και με παραποίηση των όσων είπαν. Δυσκολεύονται επίσης να το πάρουν απόφαση ότι πλέον τα λεγόμενά τους παράγουν πολιτική πανελλαδικά, όχι μόνο ενδοκομματικά· ότι επηρεάζουν λίγο ή πολύ την αγορά, το Χρηματιστήριο, τον κόσμο, που, εν συγχύσει, γέρνει προς τα δω ή προς τα κει ανάλογα με το τι ακούει να λέει το τάδε ή το δείνα στέλεχος.