Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Η χώρα βρίσκεται σε έναν ιδιότυπο πόλεμο.

Η χώρα βρίσκεται σε έναν ιδιότυπο πόλεμο, και ακόμη δεν έχει «αποφασισθεί» αν πρέπει, και σε ποιο βαθμό, να επικοινωνούν και να συνεννοούνται ο πρωθυπουργός με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η σχέση των κορυφαίων πρωταγωνιστών του πολιτικού συστήματος πρέπει να χαρακτηρίζεται από ειλικρίνεια και στον βαθμό του δυνατού, αμοιβαία εμπιστοσύνη. Να ανεβάζουν τους τόνους στη Βουλή και όχι μόνο, να συγκρούονται σκληρά σε πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, αλλά να διατηρούν μια ομαλή και λειτουργική προσωπική σχέση, για το καλό της χώρας, αν φυσικά τους ενδιαφέρει.

Αν και εμφανίζεται αποφασισμένος να ασκήσει μια ιδιαίτερα επιθετική αντιπολίτευση, ο κ. Μητσοτάκης διεμήνυσε παράλληλα την πρόθεσή του να συμβάλει στην αναβάθμιση του πολιτικού διαλόγου και την εμπέδωση ενός νέου πολιτικού ήθους. «Να μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας. Αυτή είναι βασική προϋπόθεση για να συζητούμε. Εγώ θα το πράξω. Ευελπιστώ ότι θα το πράξετε κι εσείς» τόνισε, και αφού πρόσθεσε πως «είναι ξεκάθαρο ότι διαφωνούμε σε πολλά», κάλεσε τον πρωθυπουργό «τουλάχιστον να μιλάμε πολιτικά, χωρίς τον λαϊκισμό που έκανε τους πολίτες να αποστρέφονται την πολιτική».

H «ελληνική ιδιαιτερότητα» της ισοπεδωτικής αντιπολίτευσης, που συνεχίσθηκε και στη διάρκεια της κρίσης, πρέπει να αποτελέσει παρελθόν. Να κλείσει αυτό το καταστροφικό διαχρονικό, διακομματικό κεφάλαιο ανέξοδου λαϊκισμού που τόσο έχει κοστίσει στη χώρα.

Φυσικά, δεν είναι εύκολο για την ηγεσία και τα στελέχη της Ν.Δ. να προσφέρουν στήριξη σε αυτούς που τους έλεγαν «μερκελιστές» και «γερμανοτσολιάδες». Ούτε οι ατυχείς πρόωρες διαρροές τη στιγμή που η συνάντηση Τσίπρα - Μητσοτάκη βρισκόταν σε εξέλιξη, βοηθούν.

Για να αλλάξει το κλίμα και να παράσχει ο νέος αρχηγός της Ν.Δ. την όποια στήριξη σε κάποια μείζονα εθνικά ζητήματα, θα πρέπει ο πρωθυπουργός να βρει έναν τρόπο, αν όχι να ζητήσει συγγνώμη, τουλάχιστον να αναγνωρίσει ότι έσφαλλε όταν ως αρχηγός της αντιπολίτευσης έδινε ανέφικτες υποσχέσεις και εκτόξευε προσβολές, αλλά και για τον τρόπο που διαπραγματεύθηκε με τους εταίρους στο πρώτο εξάμηνο της πρωθυπουργίας του.

Η κυβερνητική θητεία και γενικότερη πολιτική παρουσία του νέου αρχηγού της Ν.Δ. οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτός δεν θα διολισθήσει σε λαϊκίστικες συμπεριφορές. Θα ασκήσει επιθετική αντιπολίτευση, αλλά τεκμηριωμένη. Δεν θα υποσχεθεί εύκολες λύσεις. Είναι και αυτή μια μορφή εθνικής στήριξης, με την έννοια ότι αφήνει περιθώρια κινήσεων στον κ. Τσίπρα στις δύσκολες αποφάσεις που θα κληθεί να πάρει.

Δεν χρειάζεται ο αρχηγός της αντιπολίτευσης να επιβραβεύει τις επιλογές του πρωθυπουργού. Αρκεί να υιοθετεί μια μετριοπαθή ρητορική και να καταθέτει ρεαλιστικές προτάσεις. Διότι είναι άλλο ο αντίπαλος να προτείνει μια διαφορετική, αλλά επίσης επώδυνη λύση, και άλλο να υπόσχεται σε όλους τα πάντα –όχι περικοπές, ή ακόμη και αυξήσεις μισθών και συντάξεων, επιδοτήσεις, παντός είδους ελαφρύνσεις, κ.λπ.– όπως έκαναν άλλοι στο παρελθόν.

Χωρίς το άγχος της ταχείας αναρρίχησης στην εξουσία που διακατείχε άλλους στο παρελθόν, και ενισχυμένος από την αίσθηση ανανέωσης που εξέπεμψε η εκλογή του και το προβάδισμα που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα βοηθήσει τη χώρα όντας χρήσιμος, όχι αρεστός.
Έντυπη