Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Κανέναν πλέον δεν πείθουν ότι αγωνίζονται για το καλό του τόπου.


Η εικόνα που παρουσιάζεται αγγίζει πλέον τα όρια του κωμικοτραγικού και κανέναν πλέον δεν πείθουν ότι αγωνίζονται για το καλό του τόπου.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του περασμένου καλοκαιριού γνώριζε άριστα ότι είχε μπροστά της ένα πολύ δύσκολο έργο. Έπρεπε να «παντρέψει» τις συμβατικές της υποχρεώσεις προχωρώντας σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και παράλληλα να δώσει ώθηση στην οικονομία, ώστε να επιστρέψει τουλάχιστον το 2014 σε ανάπτυξη.
Η αλήθεια είναι ότι αυτό τουλάχιστον στην αρχή έκανε προσπάθεια να το επιτύχει, έχοντας να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα κυρίως μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων. Αυτά λύθηκαν, βρέθηκε ένας βηματισμός, ήρθε η συμφωνία του Νοεμβρίου και η άρχισε να επιστρέφει η αισιοδοξία στους Έλληνες πολίτες. Είπαμε, λοιπόν, πως τώρα η κυβέρνηση θα μπορέσει να αρχίσει να παράγει έργο με κατεύθυνση την ανάπτυξη, αλλά και τη διόρθωση πολλών που λειτουργούν στραβά. Μέγα λάθος! Η κυβέρνηση επαναπαύθηκε στην προαναφερθείσα συμφωνία και ύστερα από ένα δίμηνο απόλυτης ηρεμίας, άρχισε να συζητά την επόμενη επίσκεψη της τρόικας. Οι ελεγκτές των πιστωτών βρίσκονται στην Ελλάδα εδώ και περίπου 40 ημέρες και συζητούν με την κυβέρνηση 3 θέματα, τα οποία θα έπρεπε να είχαν επιλυθεί πολύ πριν έρθει η τρόικα. Σε μία κανονική χώρα, με κανονική και σοβαρή κυβέρνηση, η τωρινή παρουσία της τρόικας θα έπρεπε να ήταν τουριστικού χαρακτήρα. Να μείνουν μία δύο ημέρες, να δουν τα αξιοθέατα, να πάνε στα μπουζούκια και αν τους έμενε και χρόνος να πιουν ένα ούζο σε μία παραλία της Αττικής.
Αντ' αυτού συζητάνε και ξανασυζητάνε για τις απολύσεις στο Δημόσιο. Τα τρία κόμματα της κυβέρνησης κάνουν απέλπιδες προσπάθειες να περιφρουρήσουν την «ιερή αγελάδα». Το δεύτερο θέμα είναι πώς θα πληρώνεται το χαράτσι στο Δημόσιο και ποιος θα το εισπράττει, λες ενδιαφέρει τον ιδιοκτήτη ακινήτου που θα το πληρώνει. Και πώς να πεισθούν άραγε οι «κακοί» τροϊκανοί να πουν το ναι στην αλλαγή του «εισπράκτορα», όταν ο ένας το εισπράττει και αποδίδει έσοδα στο Δημόσιο ο άλλος -εφορίες- αδυνατεί να εισπράξει βεβαιωμένα χρέη ακόμη και από αυτούς που αποδεδειγμένα έχουν τη φοροδοτική ικανότητα.