Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Ομως, δεν πρέπει ποτέ να ξανασυμβεί.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 οι εκθέσεις έδειχναν ότι το ασφαλιστικό σύστημα θα σκάσει με μαθηματική βεβαιότητα γύρω στο 2020. Δεν κάναμε τίποτα. Κοινωνία, κυβέρνηση, αντιπολίτευση, συνδικάτα, αριστερά, απέρριπταν μετά βδελυγμίας τη μία μεταρρυθμιστική απόπειρα μετά την άλλη. Μέχρι που η έλευση της τρόικας το 2010 μάς υποχρέωσε να αναπληρώσουμε με πολλαπλάσιο κόστος την τρυφηλή αδράνεια δεκαετιών. Ο καλπασμός μας στη «φούσκα» του 2007-08 είχε όλη την αναιδή περιφρόνηση προς την επόμενη μέρα. Ακριβά αυτοκίνητα, εισαγωγές, διακοποδάνεια, υπερχρέωση, ανεξέλεγκτα ελλείμματα. Η χώρα είχε επιλέξει την αμεριμνησία, τη μυωπία, τη συλλογική εθελοτυφλία. Σύμπαν το πολιτικό μας σύστημα τότε αναφωνούσε: «Γιατί να νοιαστώ για τους μεταγενέστερους; Τι έχουν κάνει ποτέ εκείνοι για μένα;»

Η υποτίμηση του μέλλοντος συνδέεται με τη χαμηλή εμπιστοσύνη στο κράτος και στους θεσμούς. Αυτοί εγγυώνται την οργανωμένη, συλλογική μετάβαση στο μέλλον. Η αξιοπιστία τους αυξάνει την προβλεψιμότητα, μας υποχρεώνει να πάρουμε το μέλλον σοβαρά. Ημασταν πάντοτε μια κοινωνία χαμηλής κοινωνικής εμπιστοσύνης. Γι’ αυτό ένα από τα χειρότερα πράγματα που συνέβησαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν η διάρρηξη της, ούτως ή άλλως, χαμηλής εμπιστοσύνης προς το κράτος. Η αθέτηση υποχρεώσεών του (προς συνταξιούχους, προμηθευτές, επιχειρήσεις που διεκδικούσαν επιστροφή ΦΠΑ, ομολογιούχους, καλόπιστους συναλλασσόμενους και φορολογούμενους) ήταν βάναυσο πλήγμα. Αναπόφευκτο ίσως, προκειμένου να αποτραπεί η εθνική καταστροφή μιας άτακτης χρεοκοπίας. Ομως, δεν πρέπει ποτέ να ξανασυμβεί.