Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Το ερώτημα λοιπόν παραμένει: γιατί;

Όλοι ξέραμε τι γινόταν στην ΕΡΤ με τις εξωτερικές παραγωγές. Γνωρίζαμε και γνωρίζουμε, πρόσωπα, πράγματα και συνεταιρισμούς. Κι ακριβώς επειδή αυτή η σήψη είχε ωριμάσει και τη συνείδηση της κοινής γνώμης, κανείς δεν περίμενε ότι ο πρωθυπουργός της χώρας θα προχωρούσε σε μια τόσο ανώριμη και άγρια παρέμβαση, κατάργησης του σήματος της δημόσιας ραδιοτηλέορασης για κάτι σχεδόν αυτονόητο. Μια παρέμβαση που προκαλώντας αντίστροφα αντανακλαστικά, έφερε στο ραδιομέγαρο της ΕΡΤ συμπαραστάτες ακόμη και εκείνους που τη χλεύαζαν ως τη στεντόρεια φωνή του εκάστοτε κυβερνητικού κόμματος. Το ερώτημα λοιπόν παραμένει: γιατί; Γιατί επελέγη μια παρέμβαση τιμωρητική, κατά παράβαση ακόμη κι αυτού του κοινοβουλευτικού πρωτοκόλλου, μια παρέμβαση που είναι τόσο μακριά από την Ευρώπη, ώστε δεν μπόρεσε να μην επικριθεί ακόμη και από τις ευρωπαϊκές ελίτ που υποτίθεται την «προκάλεσαν» στο όνομα της μείωσης του δημόσιου τομέα;
Αρκετά 24ωρα μετά το μαύρο στην οθόνη, πολλοί από όσους επιχειρούν να απαντήσουν σε αυτό το «γιατί» καταλήγουν στο εξής συμπέρασμα: η παράκαμψη δημοκρατικών θεσμών με αφορμή τη δημόσια τηλεόραση ομοιάζει με συνειδητή επιλογή ρήξης με τους κυβερνητικούς εταίρους και αξιοποίησης των όρων του κοινωνικού αυτοματισμού. Το γεγονός ότι για πρώτη φορά στην ιστορία του το συντηρητικό κόμμα δεν θα έχει εκλογικό αντίπαλο πολιτικό φορέα από τον χώρο του Κέντρου -εξαιτίας και της συρρίκνωσης που υφίσταται η μεσαία τάξη- δημιουργεί ήδη στα επιτελεία του κ. Σαμαρά την εντύπωση ότι η αντιπαράθεση μόνο με τα άκρα, θα οδηγήσει σε υψηλό εκλογικό ποσοστό. Πολλοί μιλούν για «άλμα πολιτικής και πολιτικού» και άλλοι για βύθιση της χώρας σε ένα διχασμό με απρόβλεπτες συνέπειες.