Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Εκείνο που ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να μην αντιλαμβάνεται είναι ότι το ανώτατο στάδιο του λαϊκισμού είναι η γελοιότητα.


Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ υποσχέθηκε ν' αποκαταστήσει τους μισθούς και τις συντάξεις στα προ του μνημονίου επίπεδά τους. Την έχει ξαναδιαπράξει την αστειότητα. Που είναι ασύγκριτα μεγαλύτερων διαστάσεων απ' όσο εκ πρώτης όψεως δείχνει. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο πού θα βρει τα χρήματα ο Τσίπρας για να τηρήσει την υπόσχεσή του. Είναι πολύ ευρύτερο.
Για παράδειγμα, με τον ιδιωτικό τομέα τι θα γίνει; Υποθέτω ότι οι υποσχέσεις του αφορούν και τους εργαζόμενους σ' αυτόν. Θα υποχρεώσει και τους επιχειρηματίες ν' ακυρώσουν τις μισθολογικές περικοπές που έχουν κάνει από το 2010 και μετά; Και με τις επιχειρήσεις που έκλεισαν και τις στρατιές των ανέργων που δημιουργήθηκαν, τι θα κάνει; Θα υποχρεωθούν διά νόμου να... ξανανοίξουν και να εφαρμόσουν τα μισθολόγια που ίσχυαν τότε;
Δυστυχώς, εκείνο που ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να μην αντιλαμβάνεται είναι ότι το ανώτατο στάδιο του λαϊκισμού είναι η γελοιότητα. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν κινήθηκε στα όριά της αλλά εισέβαλε ασυγκράτητος στα χωράφια της. Ενσυνείδητα προφανώς και αναπαράγοντας έτσι κάποιες από τις θλιβερότερες πολιτικάντικες πρακτικές που υποτίθεται ότι καταδικάζει και καταγγέλλει.
Εντέλει, εκείνο που ο Τσίπρας και όσοι τον περιβάλλουν κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν είναι ότι οι εποχές που ζούμε δεν αντέχουν τέτοιες αμετροέπειες. Τα εισοδήματα δεν αποκαθίστανται με νόμους, η ανεργία δεν περιορίζεται με προεδρικά διατάγματα και η ανάπτυξη δεν επιτυγχάνεται με επιθέσεις και απειλές εναντίον υποψήφιων επενδυτών. Και ας μην ξεχνάνε στην Κουμουνδούρου ότι ο ελληνικός λαός γνωρίζει πια πως τα όσα βιώνει είναι αποτέλεσμα ανεύθυνων συμπεριφορών και πρακτικών.

Η εικόνα μιας χώρας σε βαθύ διχασμό, αντιλήψεων και προσανατολισμού.

Η εικόνα μιας χώρας σε βαθύ διχασμό, αντιλήψεων και προσανατολισμού. Από τη μία, η νεότερη γενιά που αναζητεί την προοπτική εκεί όπου πιστεύει ότι μπορεί να την συναντήσει: σε κοινωνίες καλύτερα οργανωμένες, πιο εύρωστες και ασφαλείς. Φεύγουν, βέβαια, εξαναγκασμένοι από μια πατρίδα «αφιλόξενη», σε κρίση και σε σύγχυση: ιδεολογική, ηθική, θεσμική και οικονομική. Η μετάβαση στη Γερμανία δεν είναι ακριβώς εκούσια. Είναι (και) επιλογή από αδιέξοδο. Από την άλλη, εργαζόμενοι και συνδικαλιστές που βλέπουν τον «κόσμο τους» να καταρρέει. Κι επειδή τα τσουβαλιάσματα, ένθεν κακείθεν, δεν οδηγούν πουθενά, ας μη θεωρήσουμε ότι εκπροσωπούν μόνο το κράτος της συναλλαγής και των άκοπων προνομίων, αλλά ότι ανάμεσά τους βρίσκονται και εκείνοι που δούλευαν τον μισθό τους έως το τελευταίο ευρώ. Τώρα, η διάλυση της χρεοκοπημένης Αυτοδιοίκησης τους εξοργίζει. Ποιος φταίει; Μα, ασφαλώς, οι Γερμανοί. Αυτοί οι «σύγχρονοι καταχτητές και οι επίδοξοι συνεργάτες τους». Η αποτυχία του εγχώριου συστήματος διακυβέρνησης χρεώνεται στον κ. Φούχτελ ή εκπροσωπείται από τον κ. Ομπερμάγιερ (ο οποίος παρεμπιπτόντως από το 2010, που τοποθετήθηκε στη θέση του προξένου, ενίσχυε με κάθε τρόπο την ελληνογερμανική συνεργασία). Σαν αυτοί να διόριζαν ή να έκαναν τα στραβά μάτια στην αργομισθία.
Από τη μία, η Ελλάδα που δοκιμάζει τις δυνάμεις της, τα αδιαμφισβήτητα προσόντα της, τα όριά της, σε ένα περιβάλλον ανταγωνιστικό αλλά και αξιοκρατικό. Από την άλλη, η Ελλάδα που πιστεύει ότι η μοίρα της είναι δεμένη με κάθε συνδικαλιστικό εκπρόσωπο που αποδίδει τη βαρβαρότητα «σε συναισθηματική φόρτιση των εργαζομένων». Με όποιον χαϊδεύει αυτιά και τροφοδοτεί ισοπεδωτικά στερεότυπα και καταστροφικά αδιέξοδα. Γιατί έτσι έμαθε κι εκείνος να πορεύεται, να εκλέγεται. Κολακεύοντας τα ευκολότερα και ταπεινότερα ένστικτά μας. Δηλαδή, τη χρεοκοπία μας.