Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Οσο μεγαλύτεροι οι φόροι, τόσο μικρότερη η λιτότητα για το Δημόσιο.

Μια μεγάλη παρεξήγηση έχει εισβάλει στη συζήτηση περί της στροφής από τη λιτότητα στην ανάπτυξη. Δημοσιονομική λιτότητα έχουμε όταν μειώνονται εισοδήματα των δημοσίων υπαλλήλων και συντάξεις του κρατικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Το μέγεθος αυτής της λιτότητας εξαρτάται από το μέγεθος των φόρων. Οσο μεγαλύτεροι οι φόροι, τόσο μικρότερη η λιτότητα για το Δημόσιο. Λιτότητα στον ιδιωτικό τομέα έχουμε όταν αυξάνονται οι φόροι, αφού μειώνουν τη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες. Οι δύο λιτότητες συναντώνται σε δεύτερο βαθμό, επειδή η μείωση των κρατικών δαπανών μειώνει την κατανάλωση όσων πληρώνονται από το δημόσιο ταμείο.
Μάλιστα, ο ιδιωτικός τομέας, εκτός της ζημίας που υφίσταται από τη διπλή αυτή λιτότητα, πληρώνει μία ακόμη λιτότητα, κυρίως λόγω της μείωσης των δημοσίων επενδύσεων. Ο μηδενισμός αυτής της κρίσιμης δαπάνης, μαζί με την καθυστέρηση, δέσμευση ή, απλώς, κατάργηση χρεών του κράτους προς ιδιώτες (προμήθειες, εφάπαξ και υψηλότερες συντάξεις, για παράδειγμα) έχουν τεράστιες επιπτώσεις στην ικανότητα της οικονομίας να δημιουργήσει νέο εισόδημα, όπως αυτό μετρείται με τη μεταβολή του ΑΕΠ.
Αν σταματήσει το κράτος να κάνει όλα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως, το βάρος της οικονομικής πολιτικής θα μετακινηθεί από τη λιτότητα στη σταθεροποίηση. Οχι όμως και στην ανάπτυξη, τουλάχιστον όχι αμέσως και όχι με τον τρόπο που φαίνεται να το εννοούν οι πολιτικοί.
Πολλοί άλλοι πιστεύουν ότι η ανάπτυξη θα προκύψει επειδή κάποιοι «θα δώσουν λεφτά». Στη πιο απλοϊκή διατύπωσή της, η προσέγγιση αυτή μιλάει για «γερμανικά κεφάλαια» ή «νέα δάνεια των τραπεζών» ή «επιχορηγήσεις ευρωπαϊκών οργανισμών». Πίσω από αυτές τις κινήσεις, βλέπουν, οι ίδιοι, το χέρι του κράτους να μοιράζει χρήματα, κυρίως με τη μορφή πληρωμών του κράτους σε εισοδήματα ή τραπεζικών δανείων που δεν θα χρειαστεί ή, βεβαίως, επιδοτήσεων χωρίς άλλη υποχρέωση από τα ευρωπαϊκά ταμεία.
Περιμένουν, με δύο λόγια, από το κράτος να αρχίσει και πάλι να ξοδεύει. Παραδόξως μάλιστα, εκτιμούν ότι αυτό θα συμβεί χωρίς το κράτος να αυξήσει τους φόρους ή, έστω, να εισπράξει περισσότερους φόρους από τη φοροδιαφυγή.
Δυστυχώς, όσοι έχουν ή διαδίδουν παρόμοιες προσδοκίες καλλιεργούν έναν τεράστιο μύθο σε εαυτούς και αλλήλους. Μπορεί να μην είναι ακριβώς ο ίδιος μύθος με αυτόν που εννοεί ο Αλέξης Τσίπρας, δεν θα διαφέρει, όμως, καθόλου αν δεν κατανοήσουμε τι είναι αυτό που κάνει τη διαφορά μεταξύ συστολής της δημόσιας δαπάνης και αύξησης της ιδιωτικής επένδυσης. Η ανάπτυξη του τόπου θα προκύψει από τη συνεργασία ενός κράτους που θα συνεχίσει να ζει σεβόμενο τη λιτότητα και των ιδιωτών που θα επενδύσουν στην ανάκαμψη.        ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ.