Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Επιμένουν στις αυταπάτες του παρελθόντος.

H εγχώρια πολιτική είναι συνώνυμη της ασάφειας, της θολούρας, των αντινομιών. Ο λόγος της δεν είναι καθαρός. Υπόκειται σε διαφορετικές ερμηνείες. Η σήμανσή της, αριστερόστροφη ή δεξιόστροφη, δεν δίνει ακριβές στίγμα. Εξ ου και δεν υφίστανται διακριτές οριοθετήσεις. Τα φαινόμενο προσέλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις από τη στιγμή που η χώρα μπήκε στον αστερισμό των Μνημονίων. Οι αναστροφές, αρχικά της ΝΔ και στη συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ, δεν αφομοιώθηκαν. Η δυσπεψία τους στις μνημονιακές πολιτικές κατέστησε δισυπόστατα τα κόμματα αυτά. Ετσι σήμερα η πολιτική σύγχυση εντείνεται και διευρύνεται. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση αδυνατούν να προσαρμοστούν στους εκάστοτε ρόλους τους.
Οι άλλοτε φανατικοί πολέμιοι των Μνημονίων ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ενώ αποδέχτηκαν το τρίτο, ταυτόχρονα το πυροβολούν, αποκαλώντας το «συμπυκνωμένο, αποσταγμένο νεοφιλελευθερισμό που εφαρμόστηκε στη Χιλή του Πινοσέτ». Οι εκατόν πενήντα τρεις βουλευτές της πλειοψηφίας στηρίζουν τη μνημονιακή μεταστροφή του Αλέξη Τσίπρα, διότι απλώς και μόνο τους διασφαλίζει κυβερνητική συνέχεια. Γι' αυτό και επιδεικνύουν πρωτοφανή αδιαφορία για την ουσία και τις συνέπειες των προωθούμενων μέτρων. Επιμένουν στις αυταπάτες του παρελθόντος, εξωραΐζοντας ταυτόχρονα το σύνολο των πολιτικών τους. Με τη σχιζοειδή αυτή συμπεριφορά εύλογα τα κρούσματα διγλωσσίας, πολιτικής διαταραχής και παραζάλης αυξάνονται. Επιχειρούν δε να συγκαλύψουν τις πρωτοφανείς αντιφάσεις, με διάφορα επικοινωνιακά φληναφήματα. Και το κυριότερο, υποδύονται τους φορείς του νέου, όταν παλινδρομούν σε ξεπερασμένους φορμαλισμούς άλλων εποχών. Ανασύροντας από τη ναφθαλίνη δήθεν καθαρόαιμο ταξικό λόγο, έφτασαν να ταυτίσουν όλους τους ψηφοφόρους του «Ναι» με τους εύπορους και προνομιούχους.
Οι πρώην μνημονιακοί ΝΔ-ΠΑΣΟΚ αντιθέτως, διολισθαίνουν σε αντιμνημονιακές κορώνες, καθώς δυσκολεύονται να θεμελιώσουν στιβαρή και σταθερή αντιπολιτευτική τακτική. Η δυσαρμονία αρκετών στελεχών της αξιωματικής αντιπολίτευσης με τη μεταρρυθμιστική επαγγελία της ηγεσίας δείχνει ότι το εγχείρημα του Κυριάκου Μητσοτάκη αντιμετωπίζει ενδογενή προβλήματα. Η πλειονότητά τους παραμένει καθηλωμένη στις αγκυλώσεις του παρελθόντος και σε παρωχημένες πρακτικές και απόψεις. Από την άλλη, οι παλινωδίες της κυρίας Γεννηματά σε μείζονα ζητήματα που συνδέονται με μνημονιακές υποχρεώσεις αποκαλύπτουν την προσήλωσή της στο μικροκομματικό της συμφέρον. Πρώτιστο μέλημά της φαίνεται να είναι η προσέλκυση δυσαρεστημένων ψηφοφόρων του πρωθυπουργού. Τέλος, στην απουσία ευκρινούς στίγματος ως προς την ταυτότητα και τον προσανατολισμό οφείλεται και η δυστοκία του Ποταμιού να αποτελέσει νέα δυναμική έκφραση. Η έλλειψη καθαρού πολιτικού λόγου, η ασάφεια για τις πολιτικές που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα, οι ενδογενείς αντιφάσεις των κομμάτων, η εξισορρόπηση αντικρουόμενων θέσεων και προτάσεων δυσχεραίνουν περαιτέρω την έξοδο από την κρίση. Το μόνο που εξυπηρετούν είναι κοντόφθαλμες και απαίδευτες επιδιώξεις. Συνεπώς, το στοίχημα των δύο μονομάχων, Τσίπρα - Μητσοτάκη, δεν έγκειται στο ποιος θα επικρατήσει, αλλά ποιος θα ενσαρκώσει πολιτικές συγκεκριμένων προτάσεων και καθαρών λύσεων.

Το φάντασμα της πλατείας πλανιέται ξανά.

Με τα συνθήματα του καλέσματος στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα στις 15 Ιουνίου δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς. Μείωση φόρων, περικοπές δαπανών, αξιοκρατία, μεταρρυθμίσεις. Αλλού είναι το πρόβλημα. Στο κεντρικό σύνθημα και στους υπότιτλους: «ΠΑΡΑΙΤΗΘΕΙΤΕ! Ούτε χρώματα, ούτε κόμματα, ούτε συνδικάτα. ΠΟΛΙΤΕΣ ΜΟΝΟ». Το φάντασμα της πλατείας πλανιέται ξανά. Και μαζί του ξυπνάνε οι μνήμες της -αντιμνημονιακής τότε- λαϊκής αγανάκτησης. Τότε που η «πάνω πλατεία», γεμάτη από ακροδεξιούς και εθνικιστές, συναντούσε τον αριστερό λαϊκισμό της «κάτω πλατείας» σε μια σπάνια συγχορδία που μας οδήγησε στη σημερινή ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛική συγκυβέρνηση και στις καταστροφικές της συνέπειες.
Αυτό το «ΠΑΡΑΙΤΗΘΕΙΤΕ» ενέχει δύο κινδύνους. Ο πρώτος είναι ότι συνενώνει ως αίτημα τις πιο αλλοπρόσαλλες δυνάμεις, από ακροδεξιούς και χρυσαυγίτες μέχρι τους δραχμικούς και τους «πλανμπίδες». Συσπειρώνει δηλαδή ξανά το λαϊκίστικο συνονθύλευμα της άνω-κάτω πλατείας, που θα κρυφτεί πίσω από τα συνθήματα των διοργανωτών και θα θελήσει να επιβάλει τις δικές του ακραίες επιλογές. Η λύση στο σημερινό αδιέξοδο δεν είναι να φύγει αυτός ο λαϊκισμός για να τον διαδεχθεί ένας άλλος. Ο δεύτερος, εξίσου σημαντικός, είναι ο κίνδυνος των υποτίτλων. Τι σημαίνει αυτό το «χωρίς κόμματα»; Γιατί κόμματα δεν είναι μόνο τα διακριτικά και τα σύμβολα ή τα χρώματά τους, είναι -κυρίως- τα πολιτικά τους προγράμματα, οι θέσεις και οι προτάσεις τους. Αν παραιτηθεί η σημερινή κυβέρνηση, η χώρα δεν θα κυβερνηθεί από «πολίτες» γενικά και αόριστα, αλλά από μια κυβέρνηση που θα συγκροτήσουν πολιτικά κόμματα στη βάση ενός προγράμματος ανασυγκρότησης και εξόδου από την κρίση.
Αλλά και το ίδιο το «ΠΑΡΑΙΤΗΘΕΙΤΕ» είναι από μόνο του προβληματικό. Η απαίτηση της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού να απομακρυνθεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το συντομότερο δεν μπορεί να ικανοποιηθεί παρά μόνο στο πλαίσιο των προβλεπόμενων κοινοβουλευτικών διαδικασιών. Η περιφρόνηση των θεσμών με διάφορα προσχήματα, πότε της μη εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας -με το οποίο έριξε το αντιμνημονιακό τότε μπλοκ την προηγούμενη κυβέρνηση- και πότε της ασυμβατότητας της λαϊκής βούλησης με την κυβερνητική πολιτική έχουν βάλει τη χώρα στον φαύλο κύκλο της αστάθειας. Η Ελλάδα δεν έχει σήμερα ανάγκη από μια απλή κυβερνητική «παραίτηση» και αλλαγή. Η ανακύκλωση των παθογενειών του παρελθόντος μόνο επιζήμια μπορεί να είναι. Η χώρα χρειάζεται ένα σχέδιο ανασυγκρότησης, ένα σχέδιο τολμηρών μεταρρυθμίσεων και πολιτικές δυνάμεις ικανές και αποφασισμένες να το υλοποιήσουν. Η χώρα χρειάζεται μια εναλλακτική και αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης.