Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Δεν μπορεί η κυβέρνηση να διασωθεί, εάν δεν σωθεί η χώρα.

Οσο η κυβέρνηση αρνείται να μιλήσει με τη γλώσσα της αλήθειας στον ελληνικό λαό, τόσο δυσκολεύει η δική της αποστολή και φυσικά η προσπάθεια για τη διάσωση της χώρας.
Η κυβέρνηση θριαμβολόγησε χθες για το πόσο καλύτερο θα είναι το δικό της Μνημόνιο από εκείνο των κ. Σαμαρά και Βενιζέλου, επιδιώκοντας προφανώς να ξεχαστούν τα βασικά: ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ ήταν οι δυνάμεις που θα έκαιγαν τα Μνημόνια και τώρα υπογράφουν το δικό τους, στο οποίο μάλιστα ανακαλύπτουν και τουλάχιστον 14 θετικά σημεία.
Δηλώνει ακόμη ότι με το τριετές Μνημόνιο για το νέο δάνειο των 85 δισ. γλιτώσαμε τη χρηματοδότηση-γέφυρα που επεδίωκε ο Σόιμπλε, την οποία παραδόξως ζητούσε λίγο πριν η ίδια η κυβέρνηση για να αποφύγει το Μνημόνιο.
Ακόμη και τώρα, τη στιγμή που η ελληνική οικονομία αποσυντίθεται και το τίμημα γίνεται όλο και πιο βαρύ για τους εργαζομένους, τους ανέργους, τους συνταξιούχους, τους μικροεπαγγελματίες, η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός δείχνουν να λειτουργούν αποκλειστικά και μόνο με γνώμονα το κομματικό συμφέρον, την πολιτική επιβίωση. Και δεν αντιλαμβάνονται αυτό που όλοι γνωρίζουν: Δεν μπορεί η κυβέρνηση να διασωθεί, εάν δεν σωθεί η χώρα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εάν σωθεί η χώρα, υποχρεωτικά θα διασωθεί και η κυβέρνηση.
Από χθες η χώρα μπαίνει σε νέα φάση της περιπέτειάς της.
Οι παγίδες που στήνονται από τον Σόιμπλε, το ΔΝΤ, τη Ζωή, το εμπόδιο που ορθώνει το DNA του ΣΥΡΙΖΑ είναι μπροστά...
Στο χέρι του κ. Τσίπρα είναι να κάνει λιγότερο επώδυνη αυτή τη δύσκολη πορεία στην οποία οδήγησε τον ελληνικό λαό. Ξεφεύγοντας από τον ρόλο που φαίνεται να έχουν επιλέξει γι' αυτόν κάποιοι Γερμανοί αλλά και οι δραχμιστές σύντροφοί του: το νέο Μνημόνιο και η πίεση στον ελληνικό λαό να καταστήσουν δελεαστική και αναπότρεπτη πια την κατάρρευση και την αποχώρηση από το ευρώ.

Τρίτη 11 Αυγούστου 2015

Πιάσαμε πάτο


Διάβασα προ τριημέρου στην «Αυγή» για την Οργάνωση Μελών ΜΜΕ ΣΥΡΙΖΑ Θεσσαλονίκης (κλαδική δημοσιογράφων σε απλά ελληνικά) που ζητά από την κυβέρνηση να φροντίσει ώστε ο νέος νόμος για τα ΜΜΕ «να διασφαλίζει τη δεοντολογία και να μην επιτρέπει τη δράση των προπαγανδιστικών μηχανισμών της διαπλοκής». Περιέργως δεν αξιώνουν και πρόβλεψη ώστε οι προσλαμβανόμενοι σε κρατικά ΜΜΕ και σε γραφεία Τύπου κυβερνητικών υπηρεσιών και δημόσιων οργανισμών να είναι υποχρεωτικά μέλη του ΣΥΡΙΖΑ -άντε και μερικοί των ΑΝΕΛ-, αλλά αυτές οι δουλειές δεν χρειάζονται νομοθετική κάλυψη.
Φυσικά δεν με εκπλήσσει το γεγονός ότι οι «εκφραστές του νέου ήθους» αντιγράφουν τις χειρότερες πρακτικές των πασόκων, ανάμεσα στις οποίες οι περίφημες κλαδικές κατείχαν εξέχουσα θέση, λόγω των προνομίων που απολάμβαναν τα μέλη τους. Για τους περισσότερους τα προνόμια εξαντλούνταν σε μια θέση εργασίας, αλλά για κάποιους περιελάμβαναν και μία ή περισσότερες αργομισθίες. Και τότε και τώρα (ίσως τώρα περισσότερο λόγω και αυξημένης ανεργίας) η κομματική ταυτότητα ήταν και είναι βασικό προσόν εργασιακής διασφάλισης.
Μόνο που κομματική ταυτότητα και δημοσιογραφία δεν πάνε μαζί. Οχι πως ο δημοσιογράφος, ο κάθε δημοσιογράφος, δεν έχει τη δική του πολιτική τοποθέτηση. Φυσικά και την έχει και οπωσδήποτε τον επηρεάζει ή και τον καθορίζει επαγγελματικά. Αλλά δεν είναι, δεν επιτρέπεται να είναι κομματικό παπαγαλάκι, φερέφωνο και υπηρέτης της όποιας κομματικής πολιτικής. Είτε αρέσει είτε δεν αρέσει, άλλο δημοσιογράφος και άλλο κομματικός υπάλληλος.
Το κακό είναι ότι κοντά στα πολλά που έχει διαστρεβλώσει ο πολιτικός φανατισμός είναι και η δημοσιογραφία και ο τρόπος που ασκείται. Δυστυχώς έχουμε δώσει δικαιώματα οι δημοσιογράφοι. Είναι πολλά αυτά που παρεξηγήσαμε και που αντί να κοιτάξουμε αν και πώς θα μπορούσαμε να τα διορθώσουμε, τα εξωθούμε από το κακό στο χειρότερο. Παρότι έχουμε πιάσει πάτο.
Γιατί πάτος είναι η κατάντια της ΕΣΗΕΑ που έχει διαλυθεί σε μικροκομματικές φατρίες. Πάτος είναι οι δημοσιογράφοι που ως κύριο προσόν πλασάρουν την κομματική ταυτότητα. Πάτος είναι η προωθούμενη νομοθετική ρύθμιση βάσει της οποίας παρέχεται το δικαίωμα σε έναν παρατρεχάμενο του πρωθυπουργού να αποφασίζει πόσα κανάλια θα λειτουργούν στην Ελλάδα. Πάτος είναι να είσαι 40άρης πρωθυπουργός και να προωθείς ή να ανέχεσαι νεοσταλινικές επικοινωνιακές λογικές.

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Ας πάρουμε την εξουσία και μετά βλέπουμε.

Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ ζητούσε τον περασμένο Γενάρη την ψήφο μας, εκείνο για το οποίο όλοι μας διαβεβαίωναν ήταν πως η θέση μας στο ευρώ ήταν αδιαπραγμάτευτη και πως απλώς θα πάσχιζαν για μια καλύτερη συμφωνία. Κανένας Λαφαζάνης, κανένας Στρατούλης και κανένας Λεουτσάκος δεν μιλούσε για δραχμές, για Plan B ή για άλλα ανέκδοτα. Αυτά που τώρα υποστηρίζουν, αποδεικνύουν ότι τότε μας δούλευαν. «Ας πάρουμε την εξουσία και μετά βλέπουμε». Αυτό σκέφτονταν.
Και λέει κι άλλα κουτοπόνηρα ο Λαφαζάνης. Για παράδειγμα, πως η διαπραγμάτευση ήταν λάθος, πως η σκόπιμη καθυστέρηση ήταν ολέθρια γιατί συνετέλεσε ώστε να εξαντληθούμε οικονομικά, πως το μόνο που καταφέραμε με τις τσαχπινιές του Βαρουφάκη ήταν να βρεθούμε απένταροι στο έλεος των πιστωτών μας. Σωστές και εύστοχες οι επισημάνσεις. Μόνο που καθυστερημένα τις ανακάλυψαν στην Αριστερή Πλατφόρμα. Οταν έπρεπε να μιλήσουν, προτιμούσαν να το βουλώνουν. Και όταν εμείς, οι «μνημονιακοί», τους τα λέγαμε, μας την έπεφταν ότι υπονομεύουμε τη διαπραγμάτευση και ότι είμαστε όργανα του Σόιμπλε.
Υπάρχει ένας γνωστός σε όλους χαρακτηρισμός. «Σιγανοπαπαδιές». Αυτήν την τακτική επέλεξαν. Αφησαν τον Τσίπρα και τον Βαρουφάκη να σπάσουν τα μούτρα τους στην κόντρα με τους εταίρους, ελπίζοντας ότι έτσι θα κατέληγαν, θέλοντας και μη, στα δικά τους πλάνα. Μόνο που ο Τσίπρας επέλεξε άλλου είδους κωλοτούμπα. Προφανώς βρίσκει ελκυστικότερες τις καντρίλιες με τη Μέρκελ από τις ζυμώσεις με τον Στρατούλη. Και τα σουλάτσα στο Παρίσι, στη Ρώμη και στο Βερολίνο από τις εκδρομές στα χρεοκοπημένα μικρομάγαζα της Κεντρικής Αμερικής. Δεν έχει και άδικο.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

Κυβέρνηση και πολιτισμός

Κυβέρνηση και πολιτισμός
Κατά τη διαδικασία παράδοσης του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, στις 28 Ιανουαρίου 2015, και παραλαβής από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων της κυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου, ο επικεφαλής υπουργός καθ. Αριστείδης Μπαλτάς στην ομιλία του τόνισε δύο σημεία: Οτι η κυβέρνησή τους είναι της ρήξης και της ανατροπής, και ότι η συγχώνευση του υπουργείου Πολιτισμού με το υπουργείο Παιδείας δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως υποτίμηση και υποβάθμιση του πολιτισμού και των λειτουργών του, διότι πέρα από τη σχέση του πολιτισμού με την παιδεία, πολιτισμός είναι τα πάντα.
Στο τελευταίο αυτό είχε απόλυτο δίκιο. Ο πολιτισμός αφορά σε κάθε μας συμπεριφορά, ανιχνεύεται σε κάθε μας βήμα, σε κάθε μας λειτουργία. Ασφαλώς, πολιτισμός είναι τα λόγια και τα έργα μας να διακρίνονται από συνέπεια και αντιστοιχίες. Πολιτισμός είναι να είμαστε ειλικρινείς με τους συνομιλητές μας. Και ασφαλώς είναι πολιτισμός η ιδεολογία και οι πολιτικές, που ο καθένας προσωπικά αλλά και ως μέλος ευρύτερου συνόλου πρεσβεύει και ακολουθεί, να διακρίνονται για τις αρχές και τις αξίες τους.
Υπό την έννοια αυτή, αναρωτιέται κανείς ποια η σχέση της ορθής άποψης του καθηγητή Μπαλτά με όλα όσα ζούμε σήμερα. Η σημερινή κυβέρνηση, «η νέα ελληνική κυβέρνηση» ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, χαρακτηρίστηκε ως η «κυβέρνηση της ρήξης και της ανατροπής». Είναι η κυβέρνηση η οποία τον Ιανου­άριο διακήρυττε ότι με ένα άρθρο σε έναν νόμο θα καταργούσε τα δύο «προδοτικά για τον ελληνικό λαό μνημόνια» που υπέγραψαν οι κυβερνήσεις Γ. Παπανδρέου και Αντ. Σαμαρά. Σήμερα είναι η ίδια κυβέρνηση η οποία διαπραγματεύεται το πιο σκληρό και το πλέον επαχθές των τριών μνημονίων.
Ξεκαθαρίζω ότι προσωπικά ανήκω σ' αυτούς που πίστευαν και πιστεύουν με τρόπο απόλυτο στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και της κοινωνίας μας, ήτοι στο 38% των Ελλήνων που ψήφισαν «ναι» και που κατά την πρόεδρο της Βουλής βρισκόμαστε «εκτός του εθνικού κορμού». Επομένως, θεωρώ θετικό ότι ο πρωθυπουργός, ο εταίρος του και η κυβέρνηση αποφάσισαν έστω και την ύστατη ώρα να ακολουθήσουν αυτό τον δρόμο.
Διερωτώμαι, όμως, αν η απόφαση αυτή χαρακτηρίζεται από συνέπεια και είναι αντίστοιχη με όσα προεκλογικά ελέχθησαν προκειμένου να αποσπάσουν την ψήφο των πολιτών. Αν τα όσα σήμερα υποστηρίζονται από τον πρωθυπουργό, τον εταίρο του και τους υπουργούς του, είναι συνεπή στην ιδεολογία τους, στις αρχές και τις αξίες τους. Αν, εντέλει, η ερμηνεία που δόθηκε στο «Οχι» του 62% των πολιτών είναι ειλικρινής.
Οι ερωτήσεις μου προφανώς είναι ρητορικές. Ειλικρίνεια, συνέπεια, αντιστοιχία λόγων και προεκλογικών εξαγγελιών με αποφάσεις και πράξεις, ιδεολογία και πιστεύω, προφανώς λείπουν. Κυ­ρι­αρ­χούν η στρεψοδικία, η ασυνέπεια, η αναντιστοιχία, η στρέβλωση, η προδοσία της ελπίδας γι' αυτούς που την πίστεψαν. Η «ρήξη και η ανατροπή» έγινε προς την αντίστροφη κατεύθυνση. Αφορά στο εσωτερικό της κυβέρνησης, των κομμάτων και των μελών τους. Δεν αφορά στην κοινωνία και δεν έχει σχέση με το παρελθόν. Φυσικά ο πολιτισμός συνεχίζει να αφορά στα πάντα. Αλλά πόση και ποια σχέση μπορεί να έχει με όλα όσα σήμερα εκτυλίσσονται ως θρίλερ μπροστά στα μάτια μας;

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

Οχι πάλι εκλογές


Πληθαίνουν καθημερινά οι ενδείξεις που θέλουν τη χώρα να οδεύει προς μια νέα πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, παρότι ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί με ακρίβεια η αποτίμηση του κόστους από το σχετικά πρόσφατο ανάλογο εγχείρημα του περασμένου Ιανουαρίου. Δυστυχώς ο πολιτικός μας κόσμος δεν εννοεί να διδαχθεί από τα λάθη του. Και το κακό είναι πως την ίδια παθογένεια παρουσιάζουμε και πολλοί στα μέσα ενημέρωσης.
Επί πέντε χρόνια εκεί που συμφωνούσαμε όλοι όσοι πιστεύουμε στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας ήταν η ανάγκη για την ευρύτερη δυνατή συναίνεση και συμμετοχή του πολιτικού κόσμου στην προσπάθεια για έξοδο από την κρίση. Εστω και καθυστερημένα και υπό δραματικές συνθήκες ο στόχος επιτεύχθηκε. Το νέο Μνημόνιο έχει εξασφαλισμένη μια κοινοβουλευτική στήριξη άνω των 220 βουλευτών. Παρά ταύτα η λεγόμενη πολιτική ηγεσία δεν εννοεί να απεμπλακεί από τον κομματικό της μικρόκοσμο.
Βασικά υπεύθυνος είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο πρωθυπουργός. Οτι η εν δυνάμει διάσπαση του βασικού κυβερνητικού κόμματος διαμορφώνει μια νέα πολιτική πραγματικότητα είναι αναμφισβήτητο. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν φτάνει στο σημείο να αποτελεί το μείζον πρόβλημα για τον τόπο. Αυτό ήταν, είναι και θα είναι, όπως και στα προηγούμενα χρόνια, η απρόσκοπτη εφαρμογή του προγράμματος για την έξοδο από την κρίση. Και η βασικότερη προϋπόθεση για την επίτευξη αυτού του στόχου δεν είναι άλλη από την κυβερνητική σταθερότητα.
Το ξέρουν στον ΣΥΡΙΖΑ, το ξέρουν και στα κόμματα της φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης. ΝΔ, Ποτάμι, και ΠΑΣΟΚ δείχνουν πως δεν θα είχαν αντίρρηση να συνεργαστούν με τον ΣΥΡΙΖΑ για τη διασφάλιση της αναγκαίας κυβερνητικής σταθερότητας. Αλλά οι συριζαίοι ζουν με την ψευδαίσθηση της αυτοδυναμίας που πιστεύουν ότι θα τους εξασφαλίσει η προσφυγή στις κάλπες πριν οι πολιτικές εξελίξεις και οι παρενέργειες των μνημονιακών μέτρων μετριάσουν την ανεξήγητη λαϊκή αποδοχή του Αλ. Τσίπρα. Και προς χάριν μιας ακόμη κομματικής ιδιοτέλειας, η χώρα απειλείται να ξανασυρθεί στις κάλπες και ο λαός να ξαναπληρώσει τον λογαριασμό.
Οπως τον Ιούνιο του 2012 για να γίνει πρωθυπουργός ο Σαμαράς και τον περασμένο Ιανουάριο για να γίνει πρωθυπουργός ο Τσίπρας. Κι αν κάποιος μπορεί να αποτρέψει το νέο ολίσθημα είναι τελικά οι εταίροι. Μήπως θα πρέπει να περιλάβουν μια σχετική ρύθμιση στις μνημονιακές απαιτήσεις τους;

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Το τρίτο μνημόνιο είναι χοντρό παλούκι.

Δεδομένο είναι ότι οι σχέσεις πρωθυπουργού και προέδρου της Βουλής έχουν διαταραχθεί. Δεδομένο είναι ότι κάποιες στιγμές τα πήρε στο κρανίο ο Τσίπρας με τις τσιριμόνιες της Κωνσταντοπούλου, που απειλούσαν να τον βγάλουν έξω από τα χρονικά όρια που του είχαν θέσει οι εταίροι. Και δεδομένο είναι ότι η πολιτική συμπόρευσή τους είναι πλέον εξαιρετικά προβληματική. Παρά ταύτα, όμως, εκείνο που δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση είναι πως, ακόμη και μεταφορικά, το αίμα νερό δεν γίνεται. Και πως το ίδιας ποιότητας σανό σερβίρουν και οι δύο στο ακροατήριό τους.
Το τρίτο μνημόνιο είναι χοντρό παλούκι. Απ' αυτά που ούτε υπερπηδούνται εύκολα, ούτε παρακάμπτονται. Και το ξέρουν καλά οι συριζαίοι. Η αδίστακτη εκμετάλλευση των δύο πρώτων ήταν που τους ανέσυρε από την πολιτική ανυποληψία και τους έφτασε στην εξουσία. Και τώρα είναι αναγκασμένοι να λογοδοτούν για το τρίτο, για το δικό τους μνημόνιο. Που επειδή δεν γίνεται να το αποφύγουν, το μόνο που τους μένει να κάνουν είναι να το αποκηρύσσουν μετά βδελυγμίας, όπως θα λέγαμε σε άλλες εποχές.
Θρασύτατα και υποκριτικά και οι δύο. Συγκριτικά πιο μαζεμένα ο Τσίπρας και με τον ιδιότυπο παραλογισμό της η Κωνσταντοπούλου. Αλλά με κοινό χαρακτηριστικό και των δύο την υποκρισία. «Εμείς δεν το θέλαμε, μας το επέβαλαν, τι να κάνουμε;». Λες και οι άλλοι, οι προηγούμενοι, δεν είχαν τι άλλο να κάνουν και σκάρωσαν τα μνημόνια για να διαλύσουν τα κόμματά τους και να κάνουν νοματαίους τον Τσίπρα, την Κωνσταντοπούλου και την παρέα τους.
Ωστόσο η Κωνσταντοπούλου έβγαλε και γέλιο. Πολύ γέλιο. Οταν αποφάνθηκε ότι «η συμφωνία δεν είναι συμφωνία επειδή επιβλήθηκε από τους εταίρους στην κυβέρνηση με εκβιασμό και όχι επειδή η κυβέρνηση την επέλεξε». Και η φραστική αμετροέπεια χτύπησε ταβάνι όταν αποφάνθηκε πως αν χρειαστεί ν' ασχοληθεί με το τρίτο μνημόνιο η αρμόδια εξεταστική επιτροπή της Βουλής, τότε δεν θα πρέπει να κληθούν οι κυβερνώντες να λογοδοτήσουν, αλλά οι εκβιαστές εταίροι μας.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

Θα σκίσουμε το Μνημόνιο ψέματα και υπεκφυγές.

Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε. Απέτυχε ολοκληρωτικά, εκκωφαντικά, με τον πιο κατηγορηματικό, δημόσιο και αναμφισβήτητο τρόπο, ομολογημένο από φίλους και φυσικά αντιπάλους. Απέτυχε με μεγάλο κόστος για τους Eλληνες πολίτες και την ελληνική οικονομία. Υστερα από πέντε χρόνια σκληρής λιτότητας αρχίζουμε ξανά, σχεδόν, από το μηδέν. Μισθωτοί, συνταξιούχοι, επαγγελματίες βλέπουν και πάλι τα εισοδήματά τους να μειώνονται. Κι όλα αυτά χωρίς ούτε μια συγνώμη! Σε μια οποιαδήποτε δημοκρατική χώρα και σε ένα στοιχειωδώς ανοικτό κόμμα, μια τέτοια αποτυχία θα είχε οδηγήσει σε μια ουσιαστική και σε βάθος επανεξέταση της πολιτικής του. Στον ΣΥΡΙΖΑ αντίθετα το μόνο που συζητάνε είναι πόσο δίκιο έχουν. Εκτίμησαν απλώς λάθος τους συσχετισμούς δύναμης, υποτίμησαν τη Γερμανία και υπερεκτίμησαν τη δυνατότητα αλληλεγγύης των λαών. Κατάφεραν ωστόσο να φέρουν το ελληνικό ζήτημα στο επίκεντρο του διεθνούς διαλόγου και να προκαλέσουν ρήγμα στο νεοφιλελεύθερο κατεστημένο ανοίγοντας τον δρόμο για την αλλαγή της Ευρώπης. Τόσο σοβαρά πράγματα.
Για το ότι έφεραν την οικονομία στην ύφεση, ούτε κουβέντα. Στις αλλεπάλληλες συνεντεύξεις του ο πρωθυπουργός δεν βρήκε να πει ούτε μια λέξη για τους πολίτες που υποφέρουν εξαιτίας της πολιτικής του ή για τον πανάκριβο λογαριασμό του πενταμήνου. Σαν να προεδρεύει σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου τέτοια καθημερινά προβλήματα δεν έχουν θέση. Oσο για τις προεκλογικές «δεσμεύσεις», όπως το «θα σκίσουμε το Μνημόνιο», ψέματα και υπεκφυγές. Μαζί με τις γνωστές μεγαλοστομίες για χτύπημα της διαπλοκής, της διαφθοράς, του παλιού πολιτικού κατεστημένου και της φοροδιαφυγής με μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύουν τις δυνάμεις της εργασίας και θα φέρνουν τον λαό στο προσκήνιο. Η μεταφυσική μασκαρεμένη ως πολιτική. Στη θεωρία σκοτώνουμε τον Μινώταυρο του Νεοφιλελευθερισμού, στην πράξη εξοντώνουμε τους ήδη αποδεκατισμένους μισθωτούς και συνταξιούχους. Πώς μπορεί ένα κόμμα να μη βλέπει μια τόσο εξόφθαλμη αναντιστοιχία;
Μέρος της απάντησης δίνει η πολιτική καταγωγή των στελεχών του. Οι κ. Τσίπρας και Λαφαζάνης όπως και η πλειοψηφία της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ προέρχονται από το ΚΚΕ. Είναι γαλουχημένοι με την πεποίθηση ότι μόνο αυτοί κατέχουν την αλήθεια, ότι εκπροσωπούν το πραγματικό συμφέρον των εργαζομένων. Ετσι η εξουσία γίνεται αυτοσκοπός περίπου όπως ο παράδεισος για τις θρησκευτικές σέχτες. Υπάρχει όμως και ένας πρόσθετος λόγος. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχτισε την απήχησή του στην ψεύτικη διάκριση μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Η τερατογένεση «ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ» υπήρξε αποτέλεσμα αυτής της διάκρισης. Η συμπόρευση με ένα ακροδεξιό, εθνικιστικό και ξενοφοβικό κόμμα δικαιολογήθηκε αποκλειστικά με την επίκληση της «συνεπούς» αντιμνημονιακής του στάσης. Ετσι η υπογραφή του τρίτου Μνημονίου στην ουσία αναιρεί τον ίδιο τον λόγο ύπαρξης της σημερινής κυβερνησης. Αργά ή γρήγορα ο κ. Τσίπρας θα πρέπει να διαχειριστεί αυτή την αντίφαση.