Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

Κυβέρνηση και πολιτισμός

Κυβέρνηση και πολιτισμός
Κατά τη διαδικασία παράδοσης του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, στις 28 Ιανουαρίου 2015, και παραλαβής από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων της κυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου, ο επικεφαλής υπουργός καθ. Αριστείδης Μπαλτάς στην ομιλία του τόνισε δύο σημεία: Οτι η κυβέρνησή τους είναι της ρήξης και της ανατροπής, και ότι η συγχώνευση του υπουργείου Πολιτισμού με το υπουργείο Παιδείας δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως υποτίμηση και υποβάθμιση του πολιτισμού και των λειτουργών του, διότι πέρα από τη σχέση του πολιτισμού με την παιδεία, πολιτισμός είναι τα πάντα.
Στο τελευταίο αυτό είχε απόλυτο δίκιο. Ο πολιτισμός αφορά σε κάθε μας συμπεριφορά, ανιχνεύεται σε κάθε μας βήμα, σε κάθε μας λειτουργία. Ασφαλώς, πολιτισμός είναι τα λόγια και τα έργα μας να διακρίνονται από συνέπεια και αντιστοιχίες. Πολιτισμός είναι να είμαστε ειλικρινείς με τους συνομιλητές μας. Και ασφαλώς είναι πολιτισμός η ιδεολογία και οι πολιτικές, που ο καθένας προσωπικά αλλά και ως μέλος ευρύτερου συνόλου πρεσβεύει και ακολουθεί, να διακρίνονται για τις αρχές και τις αξίες τους.
Υπό την έννοια αυτή, αναρωτιέται κανείς ποια η σχέση της ορθής άποψης του καθηγητή Μπαλτά με όλα όσα ζούμε σήμερα. Η σημερινή κυβέρνηση, «η νέα ελληνική κυβέρνηση» ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, χαρακτηρίστηκε ως η «κυβέρνηση της ρήξης και της ανατροπής». Είναι η κυβέρνηση η οποία τον Ιανου­άριο διακήρυττε ότι με ένα άρθρο σε έναν νόμο θα καταργούσε τα δύο «προδοτικά για τον ελληνικό λαό μνημόνια» που υπέγραψαν οι κυβερνήσεις Γ. Παπανδρέου και Αντ. Σαμαρά. Σήμερα είναι η ίδια κυβέρνηση η οποία διαπραγματεύεται το πιο σκληρό και το πλέον επαχθές των τριών μνημονίων.
Ξεκαθαρίζω ότι προσωπικά ανήκω σ' αυτούς που πίστευαν και πιστεύουν με τρόπο απόλυτο στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και της κοινωνίας μας, ήτοι στο 38% των Ελλήνων που ψήφισαν «ναι» και που κατά την πρόεδρο της Βουλής βρισκόμαστε «εκτός του εθνικού κορμού». Επομένως, θεωρώ θετικό ότι ο πρωθυπουργός, ο εταίρος του και η κυβέρνηση αποφάσισαν έστω και την ύστατη ώρα να ακολουθήσουν αυτό τον δρόμο.
Διερωτώμαι, όμως, αν η απόφαση αυτή χαρακτηρίζεται από συνέπεια και είναι αντίστοιχη με όσα προεκλογικά ελέχθησαν προκειμένου να αποσπάσουν την ψήφο των πολιτών. Αν τα όσα σήμερα υποστηρίζονται από τον πρωθυπουργό, τον εταίρο του και τους υπουργούς του, είναι συνεπή στην ιδεολογία τους, στις αρχές και τις αξίες τους. Αν, εντέλει, η ερμηνεία που δόθηκε στο «Οχι» του 62% των πολιτών είναι ειλικρινής.
Οι ερωτήσεις μου προφανώς είναι ρητορικές. Ειλικρίνεια, συνέπεια, αντιστοιχία λόγων και προεκλογικών εξαγγελιών με αποφάσεις και πράξεις, ιδεολογία και πιστεύω, προφανώς λείπουν. Κυ­ρι­αρ­χούν η στρεψοδικία, η ασυνέπεια, η αναντιστοιχία, η στρέβλωση, η προδοσία της ελπίδας γι' αυτούς που την πίστεψαν. Η «ρήξη και η ανατροπή» έγινε προς την αντίστροφη κατεύθυνση. Αφορά στο εσωτερικό της κυβέρνησης, των κομμάτων και των μελών τους. Δεν αφορά στην κοινωνία και δεν έχει σχέση με το παρελθόν. Φυσικά ο πολιτισμός συνεχίζει να αφορά στα πάντα. Αλλά πόση και ποια σχέση μπορεί να έχει με όλα όσα σήμερα εκτυλίσσονται ως θρίλερ μπροστά στα μάτια μας;

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

Οχι πάλι εκλογές


Πληθαίνουν καθημερινά οι ενδείξεις που θέλουν τη χώρα να οδεύει προς μια νέα πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, παρότι ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί με ακρίβεια η αποτίμηση του κόστους από το σχετικά πρόσφατο ανάλογο εγχείρημα του περασμένου Ιανουαρίου. Δυστυχώς ο πολιτικός μας κόσμος δεν εννοεί να διδαχθεί από τα λάθη του. Και το κακό είναι πως την ίδια παθογένεια παρουσιάζουμε και πολλοί στα μέσα ενημέρωσης.
Επί πέντε χρόνια εκεί που συμφωνούσαμε όλοι όσοι πιστεύουμε στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας ήταν η ανάγκη για την ευρύτερη δυνατή συναίνεση και συμμετοχή του πολιτικού κόσμου στην προσπάθεια για έξοδο από την κρίση. Εστω και καθυστερημένα και υπό δραματικές συνθήκες ο στόχος επιτεύχθηκε. Το νέο Μνημόνιο έχει εξασφαλισμένη μια κοινοβουλευτική στήριξη άνω των 220 βουλευτών. Παρά ταύτα η λεγόμενη πολιτική ηγεσία δεν εννοεί να απεμπλακεί από τον κομματικό της μικρόκοσμο.
Βασικά υπεύθυνος είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο πρωθυπουργός. Οτι η εν δυνάμει διάσπαση του βασικού κυβερνητικού κόμματος διαμορφώνει μια νέα πολιτική πραγματικότητα είναι αναμφισβήτητο. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν φτάνει στο σημείο να αποτελεί το μείζον πρόβλημα για τον τόπο. Αυτό ήταν, είναι και θα είναι, όπως και στα προηγούμενα χρόνια, η απρόσκοπτη εφαρμογή του προγράμματος για την έξοδο από την κρίση. Και η βασικότερη προϋπόθεση για την επίτευξη αυτού του στόχου δεν είναι άλλη από την κυβερνητική σταθερότητα.
Το ξέρουν στον ΣΥΡΙΖΑ, το ξέρουν και στα κόμματα της φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης. ΝΔ, Ποτάμι, και ΠΑΣΟΚ δείχνουν πως δεν θα είχαν αντίρρηση να συνεργαστούν με τον ΣΥΡΙΖΑ για τη διασφάλιση της αναγκαίας κυβερνητικής σταθερότητας. Αλλά οι συριζαίοι ζουν με την ψευδαίσθηση της αυτοδυναμίας που πιστεύουν ότι θα τους εξασφαλίσει η προσφυγή στις κάλπες πριν οι πολιτικές εξελίξεις και οι παρενέργειες των μνημονιακών μέτρων μετριάσουν την ανεξήγητη λαϊκή αποδοχή του Αλ. Τσίπρα. Και προς χάριν μιας ακόμη κομματικής ιδιοτέλειας, η χώρα απειλείται να ξανασυρθεί στις κάλπες και ο λαός να ξαναπληρώσει τον λογαριασμό.
Οπως τον Ιούνιο του 2012 για να γίνει πρωθυπουργός ο Σαμαράς και τον περασμένο Ιανουάριο για να γίνει πρωθυπουργός ο Τσίπρας. Κι αν κάποιος μπορεί να αποτρέψει το νέο ολίσθημα είναι τελικά οι εταίροι. Μήπως θα πρέπει να περιλάβουν μια σχετική ρύθμιση στις μνημονιακές απαιτήσεις τους;

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Το τρίτο μνημόνιο είναι χοντρό παλούκι.

Δεδομένο είναι ότι οι σχέσεις πρωθυπουργού και προέδρου της Βουλής έχουν διαταραχθεί. Δεδομένο είναι ότι κάποιες στιγμές τα πήρε στο κρανίο ο Τσίπρας με τις τσιριμόνιες της Κωνσταντοπούλου, που απειλούσαν να τον βγάλουν έξω από τα χρονικά όρια που του είχαν θέσει οι εταίροι. Και δεδομένο είναι ότι η πολιτική συμπόρευσή τους είναι πλέον εξαιρετικά προβληματική. Παρά ταύτα, όμως, εκείνο που δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση είναι πως, ακόμη και μεταφορικά, το αίμα νερό δεν γίνεται. Και πως το ίδιας ποιότητας σανό σερβίρουν και οι δύο στο ακροατήριό τους.
Το τρίτο μνημόνιο είναι χοντρό παλούκι. Απ' αυτά που ούτε υπερπηδούνται εύκολα, ούτε παρακάμπτονται. Και το ξέρουν καλά οι συριζαίοι. Η αδίστακτη εκμετάλλευση των δύο πρώτων ήταν που τους ανέσυρε από την πολιτική ανυποληψία και τους έφτασε στην εξουσία. Και τώρα είναι αναγκασμένοι να λογοδοτούν για το τρίτο, για το δικό τους μνημόνιο. Που επειδή δεν γίνεται να το αποφύγουν, το μόνο που τους μένει να κάνουν είναι να το αποκηρύσσουν μετά βδελυγμίας, όπως θα λέγαμε σε άλλες εποχές.
Θρασύτατα και υποκριτικά και οι δύο. Συγκριτικά πιο μαζεμένα ο Τσίπρας και με τον ιδιότυπο παραλογισμό της η Κωνσταντοπούλου. Αλλά με κοινό χαρακτηριστικό και των δύο την υποκρισία. «Εμείς δεν το θέλαμε, μας το επέβαλαν, τι να κάνουμε;». Λες και οι άλλοι, οι προηγούμενοι, δεν είχαν τι άλλο να κάνουν και σκάρωσαν τα μνημόνια για να διαλύσουν τα κόμματά τους και να κάνουν νοματαίους τον Τσίπρα, την Κωνσταντοπούλου και την παρέα τους.
Ωστόσο η Κωνσταντοπούλου έβγαλε και γέλιο. Πολύ γέλιο. Οταν αποφάνθηκε ότι «η συμφωνία δεν είναι συμφωνία επειδή επιβλήθηκε από τους εταίρους στην κυβέρνηση με εκβιασμό και όχι επειδή η κυβέρνηση την επέλεξε». Και η φραστική αμετροέπεια χτύπησε ταβάνι όταν αποφάνθηκε πως αν χρειαστεί ν' ασχοληθεί με το τρίτο μνημόνιο η αρμόδια εξεταστική επιτροπή της Βουλής, τότε δεν θα πρέπει να κληθούν οι κυβερνώντες να λογοδοτήσουν, αλλά οι εκβιαστές εταίροι μας.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2015

Θα σκίσουμε το Μνημόνιο ψέματα και υπεκφυγές.

Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε. Απέτυχε ολοκληρωτικά, εκκωφαντικά, με τον πιο κατηγορηματικό, δημόσιο και αναμφισβήτητο τρόπο, ομολογημένο από φίλους και φυσικά αντιπάλους. Απέτυχε με μεγάλο κόστος για τους Eλληνες πολίτες και την ελληνική οικονομία. Υστερα από πέντε χρόνια σκληρής λιτότητας αρχίζουμε ξανά, σχεδόν, από το μηδέν. Μισθωτοί, συνταξιούχοι, επαγγελματίες βλέπουν και πάλι τα εισοδήματά τους να μειώνονται. Κι όλα αυτά χωρίς ούτε μια συγνώμη! Σε μια οποιαδήποτε δημοκρατική χώρα και σε ένα στοιχειωδώς ανοικτό κόμμα, μια τέτοια αποτυχία θα είχε οδηγήσει σε μια ουσιαστική και σε βάθος επανεξέταση της πολιτικής του. Στον ΣΥΡΙΖΑ αντίθετα το μόνο που συζητάνε είναι πόσο δίκιο έχουν. Εκτίμησαν απλώς λάθος τους συσχετισμούς δύναμης, υποτίμησαν τη Γερμανία και υπερεκτίμησαν τη δυνατότητα αλληλεγγύης των λαών. Κατάφεραν ωστόσο να φέρουν το ελληνικό ζήτημα στο επίκεντρο του διεθνούς διαλόγου και να προκαλέσουν ρήγμα στο νεοφιλελεύθερο κατεστημένο ανοίγοντας τον δρόμο για την αλλαγή της Ευρώπης. Τόσο σοβαρά πράγματα.
Για το ότι έφεραν την οικονομία στην ύφεση, ούτε κουβέντα. Στις αλλεπάλληλες συνεντεύξεις του ο πρωθυπουργός δεν βρήκε να πει ούτε μια λέξη για τους πολίτες που υποφέρουν εξαιτίας της πολιτικής του ή για τον πανάκριβο λογαριασμό του πενταμήνου. Σαν να προεδρεύει σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου τέτοια καθημερινά προβλήματα δεν έχουν θέση. Oσο για τις προεκλογικές «δεσμεύσεις», όπως το «θα σκίσουμε το Μνημόνιο», ψέματα και υπεκφυγές. Μαζί με τις γνωστές μεγαλοστομίες για χτύπημα της διαπλοκής, της διαφθοράς, του παλιού πολιτικού κατεστημένου και της φοροδιαφυγής με μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύουν τις δυνάμεις της εργασίας και θα φέρνουν τον λαό στο προσκήνιο. Η μεταφυσική μασκαρεμένη ως πολιτική. Στη θεωρία σκοτώνουμε τον Μινώταυρο του Νεοφιλελευθερισμού, στην πράξη εξοντώνουμε τους ήδη αποδεκατισμένους μισθωτούς και συνταξιούχους. Πώς μπορεί ένα κόμμα να μη βλέπει μια τόσο εξόφθαλμη αναντιστοιχία;
Μέρος της απάντησης δίνει η πολιτική καταγωγή των στελεχών του. Οι κ. Τσίπρας και Λαφαζάνης όπως και η πλειοψηφία της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ προέρχονται από το ΚΚΕ. Είναι γαλουχημένοι με την πεποίθηση ότι μόνο αυτοί κατέχουν την αλήθεια, ότι εκπροσωπούν το πραγματικό συμφέρον των εργαζομένων. Ετσι η εξουσία γίνεται αυτοσκοπός περίπου όπως ο παράδεισος για τις θρησκευτικές σέχτες. Υπάρχει όμως και ένας πρόσθετος λόγος. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχτισε την απήχησή του στην ψεύτικη διάκριση μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Η τερατογένεση «ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ» υπήρξε αποτέλεσμα αυτής της διάκρισης. Η συμπόρευση με ένα ακροδεξιό, εθνικιστικό και ξενοφοβικό κόμμα δικαιολογήθηκε αποκλειστικά με την επίκληση της «συνεπούς» αντιμνημονιακής του στάσης. Ετσι η υπογραφή του τρίτου Μνημονίου στην ουσία αναιρεί τον ίδιο τον λόγο ύπαρξης της σημερινής κυβερνησης. Αργά ή γρήγορα ο κ. Τσίπρας θα πρέπει να διαχειριστεί αυτή την αντίφαση.

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Τίποτα και κανένας δεν πρόκειται να μας σώσει.

Είναι αναγκαία προϋπόθεση για να ξεκολλήσουμε επιτέλους, έστω και με βαρύ κόστος, από το αδιέξοδο στο οποίο μας καθήλωσε η ερασιτεχνική και επιπόλαιη διαπραγματευτική πρακτική των κυβερνώντων και του πολυπράγμονος εκπροσώπου τους.
Ωστόσο υπάρχει και το άλλο ενδεχόμενο που προβάλλεται από κάποιους ως εναλλακτική λύση στην περίπτωση που δεν έχουν ευοδωθεί οι διαπραγματεύσεις. Και το ενδεχόμενο αυτό είναι η συμφωνία-γέφυρα που θα μας επιτρέψει να ξεπεράσουμε τις άμεσες και πιεστικές υποχρεώσεις μας. Μόνο που μια τέτοια επιλογή δεν αποτελεί λύση. Είναι ένα ημίμετρο, ένα προσωρινό μπάλωμα που αφήνει εκκρεμές το θέμα της χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας και κυρίως την άμεση επανεκκίνησή της.
Αυτή η επανεκκίνηση είναι ο πρωταρχικός στόχος και, κατά συνέπεια, οτιδήποτε την παρεμποδίζει ή τη μεταθέτει χρονικά είναι ανεπιθύμητο και απορριπτέο. Είναι μεγάλη η υποχώρηση που σημειώθηκε μετά την κυβερνητική αλλαγή και βαρύ το κόστος που πρέπει να καταβληθεί για να επανακτηθεί το χαμένο έδαφος. Και ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα είναι η επιστροφή της οικονομίας στην ανάπτυξη.
Αυτό είναι το μείζον και η αναγκαία προϋπόθεση για θετικές εξελίξεις. Ακόμη και η ρύθμιση του χρέους είναι ήσσονος, συγκριτικά, σημασίας. Τίποτα και κανένας δεν πρόκειται να μας σώσει αν η οικονομία δεν μπει σε αναπτυξιακή τροχιά και αν δεν φτάσουμε να παράγουμε περισσότερα απ' όσα καταναλώνουμε και αν ο ετήσιος απολογισμός δεν παρουσιάσει και πάλι πλεόνασμα αντί για έλλειμμα. Γι' αυτό και η επανεκκίνηση της οικονομίας δεν επιδέχεται την παραμικρή καθυστέρηση.

Δημοκρατία και Ευρώπη


Από μια άποψη τους καταλαβαίνω τους συριζαίους. Δεν είναι εύκολη η απότομη προσγείωση. Δεν γίνεται τη μια να πουλάς τρέλα, να ξεσκίζεις μνημόνια και να εκδιώκεις τρόικες και την επομένη να μεταλλάσσεσαι σε μνημονιακό θιασώτη και σε πειθήνιο συνομιλητή της Βελκουλέσκου. Μέχρι και εγκεφαλικά δικαιολογεί η ιατρική για τέτοιες καταστάσεις.
Αλλά από την άλλη δεν γίνεται ούτε εμείς να ζούμε ούτε εκείνοι να κυβερνούν με ψευδαισθήσεις. Πρέπει όλοι να ξέρουμε ποιοι είμαστε, τι θέλουμε και πού πάμε. Κι όταν, για παράδειγμα, είμαστε η μοναδική κοινοβουλευτική δημοκρατία παγκοσμίως που η κυβέρνησή της διαθέτει κομματική εφημερίδα, κομματικό ραδιόφωνο και κομματική τηλεόραση είναι βέβαιο ότι κάτι δεν πάει καλά.
Τι είναι αυτό το «κάτι» το ξέρουμε, λίγο ή πολύ, όλοι μας. Δεν έχουμε να κάνουμε με τίποτα φανατικούς θιασώτες της αστικής δημοκρατίας. Και για να μην τα λέω εγώ και βρει την ευκαιρία κι ο κάθε Παππάς, Κορωνάκης ή Φίλης να παπαγαλίσει τις γνωστές γελοιότητες για «συστημικές συνωμοσίες», επικαλούμαι τη δήλωση στο «Βήμα» του υπουργού τους Γ. Πανούση που τους υποδεικνύει να συνειδητοποιήσουν επιτέλους ότι «τον περασμένο Ιανουάριο οι εκλογές είχαν ως αποτέλεσμα ν' αλλάξουμε στην Ελλάδα κυβέρνηση αλλά όχι και καθεστώς».
Και το κακό γι' αυτούς δεν είναι μόνο ότι δεν επήλθε καθεστωτική αλλαγή και άρα τα όποια και όσα έμμεσα ή και άμεσα «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» έσπευσαν να εκδώσουν έχουν τόση αξία όση και το χαρτί πάνω στα οποία καταγράφηκαν. Είναι και ότι η χώρα παραμένει και στην Ευρώπη και καλά θα κάνουν εφεξής να προσέχουν τις όποιες νομοθετικές πρωτοβουλίες τους για να μην υποστούν στραπάτσα ανάλογα εκείνου που βίωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας όταν μεγαλοπιάστηκε και πίστεψε πως επειδή μπορούσε να διορίζει κατά χιλιάδες τους κομματικούς φίλους του στο Δημόσιο, θα μπορούσε να καθορίζει και το ποιοι, πώς και σε ποιο βαθμό θα είχαν το δικαίωμα να ενημερώνουν τον ελληνικό λαό.
Υποθέτω ότι ο Τσίπρας και οι περί αυτόν θα διαπίστωσαν πολύ πρόσφατα πόσο βαρύ είναι το τίμημα στην Ευρώπη για τους «καλαμοκαβαλάρηδες». Ας μην τρέφουν την ψευδαίσθηση πως αν χρειαστεί δεν θα το ξαναδιαπιστώσουν. Γιατί το πολίτευμα παραμένει κοινοβουλευτική δημοκρατία και η χώρα ανήκει πάντα στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

Η χώρα βρίσκεται σε αναμονή, χωρίς να ξέρει κανείς τι ακριβώς περιμένουμε.

Η χώρα βρίσκεται σε αναμονή, χωρίς να ξέρει κανείς τι ακριβώς περιμένουμε. Φόβοι επαληθεύονται, ελπίδες διαψεύδονται, όσα πιστεύαμε ότι ήταν ακόμη ασφαλή καταργούνται. Η Ελλάδα έφτασε στο όριο της αυτοεξορίας από την Ευρώπη, μόνο για να βρεθεί μέσα στην απομόνωση του ασθενούς. Και μέσα σε όλα αυτά, οι Ελληνες υπομένουν, παλεύουν να επιβιώσουν, να κρατήσουν όσα μπορούν από τη ζωή που γνώριζαν. Κάποιοι θρηνούν το τέλος των ψευδαισθήσεων, άλλοι αρνούνται να τις εγκαταλείψουν. Αλλοι ελπίζουν ότι μπορούμε να απαλλαγούμε από τα κακά του παρελθόντος και να καταπιαστούμε με τα προβλήματα της χώρας, να προχωρήσουμε προς το μέλλον.

Ο σημερινός αποσυντονισμός έχει δύο σκέλη. Την απόλυτη διάψευση ότι υπάρχει εύκολη έξοδος από την κρίση· και την απομόνωση και ανασφάλεια που προκάλεσε το κλείσιμο των τραπεζών και η επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Εως πριν από λίγες εβδομάδες, ενώ διανύαμε τον πέμπτο χρόνο της κρίσης, πολλοί πίστευαν ακόμη ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς, ότι, εάν πίεζαν αρκετά, θα μπορούσαν να επαναφέρουν τις ζωές τους περίπου εκεί που ήταν πριν από τα Μνημόνια. Αυτή η πεποίθηση εκφράστηκε με το μεγάλο «Οχι» στο τόσο ασαφές ερώτημα του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου. Οσα ακολούθησαν, όμως, απέδειξαν ότι η ελπίδα, η οργή, η απαίτηση και η απελπισία δεν τιθασεύουν την πραγματικότητα. Η Ελλάδα δεν μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τη βοήθεια των εταίρων και δανειστών – και δεν θα είχε αυτή τη βοήθεια εάν δεν τηρούσε τους κανόνες που οι άλλοι επέβαλλαν. Το κλείσιμο των τραπεζών ήταν η δραματική απόδειξη ότι η χώρα έφθασε στα όρια. Ενώ ο πρωθυπουργός έστριψε το καράβι την τελευταία στιγμή, η κεκτημένη ταχύτητα των δεινών της οικονομίας το οδήγησαν στην ξέρα. Τώρα, ενώ κυβερνητικά στελέχη διαπραγματεύονται νέα δανειακή σύμβαση και το κυβερνών κόμμα οδηγείται σε διάσπαση, οι πολλοί μήνες ασφυξίας στην αγορά και τα capital controls προκαλούν ακόμη μεγαλύτερες ζημίες στην οικονομία, με τις εβδομαδιαίες απώλειες να φθάνουν έως και 2,8 δισ. ευρώ, σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής.