Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Η κυβέρνηση έχει χτίσει το δημόσιο προφίλ της.

Σε αυτήν τη χώρα της απέραντης και υποκριτικής ηθικολογίας, επικρατούν ακόμη τα κλισέ και όσοι τα λατρεύουν. Οχι οποιαδήποτε κλισέ, αλλά εκείνα που έχουν να κάνουν με την ηθική. Παντός είδους. Και μείζον θέμα (στην Ελλάδα) είναι η ηθική υπεροχή της Αριστεράς. Θα ήταν διασκεδαστικό, αν δεν ήταν τόσο θλιβερό, να παρατηρεί κανείς την επικοινωνιακή διαχείριση των βασικών ζητημάτων της χώρας μέσα από τα διαθλαστικά φίλτρα της ηθικής υπεραξίας.

Η κυβέρνηση έχει χτίσει το δημόσιο προφίλ της και τη ρητορεία της πάνω στο ιδεολόγημα μιας ασαφούς ηθικής ανωτερότητας. Είναι ένα ιδεολόγημα παλιό και δοκιμασμένο, και ασφαλώς όχι μόνο από την Αριστερά. Στις μέρες μας, όμως, η κυβέρνηση και το κοινωνικό αξιακό σύστημα που καλλιεργεί μονοπωλούν τη χειραγώγηση με όχημα την ηθικολογία. Ακόμη και ζητήματα δημοσίας τάξεως, όπως οι καταλήψεις, οι εντολές στην Αστυνομία, οι πράξεις βανδαλισμού και οι τραμπουκισμοί προσφέρονται στην κοινωνία μέσα από το φίλτρο ενός ηθικού μετρονόμου. Η πολιτική για τους μετανάστες, ο εκσυγχρονισμός του σωφρονιστικού συστήματος και η ρητορεία του κράτους-τιμωρού απέναντι σε όσους «μας οδήγησαν ώς εδώ» περνούν μέσα από τα απλοποιημένα σχήματα της μαυρόασπρης ηθικής.

Ο αντιγερμανισμός και η διεκδίκηση των πολεμικών αποζημιώσεων, όπως και η εμμέσως απειλητική φιλολογία για χειραφέτηση από τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, τροφοδοτούνται από την πεποίθηση ότι ο «λαός» θα υποστηρίξει το «δίκαιο». Ακόμη και αν η διαδικασία είναι οδυνηρή.

Γιατί, η οργάνωση της ηθικολογίας και η αναβάθμισή της σε πολιτική επικοινωνία προϋποθέτουν, αν δεν εκβιάζουν, τη σύγκλιση της ηθικής καθαρότητας με την ηθελημένη αποδοχή του «πόνου». Ο λαός οφείλει να «γνωρίζει» και η κυβέρνηση τον «πληροφορεί» και δεν τον αφήνει στο «σκότος» όπως οι «προηγούμενοι».

Και καθώς ο «λαός» είναι ενήμερος, μέσα από τη νεοϊδρυθείσα «φωτεινή» σχέση κρατούντων και ψηφοφόρων, η οδυνηρή επιλογή της καχεξίας και του περιθωρίου εξαγνίζεται μέσα από τον δίαυλο της ηθικής καθαρότητας. Τείνει να γίνει «επιθυμία».

Ολα αυτά θα ήταν ίσως γραφικά αν δεν ήταν καθημερινό βίωμα, σε μια εποχή κατακλυσμιαίων γεωστρατηγικών μεταβολών.

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

Οι πολίτες αργά ή γρήγορα θα καταλάβουν ότι πίσω από τα λόγια τα μεγάλα κρύβεται η τεράστια ανικανότητα ...

Η επικοινωνία είναι αναπόσπαστο κομμάτι κάθε κυβερνητικής πολιτικής, αλλά πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ νομίζουν ότι μόνο η επικοινωνία αποτελεί πολιτική. Δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς πώς καταφέρνουν οι υπουργοί να βρίσκονται κάθε μέρα το πρωί στα τηλεπαράθυρα, το μεσημέρι στα ραδιόφωνα και το βράδυ στα τοκ σόου και παρ’ όλα αυτά να διοικούν το πολυδαίδαλο κράτος. Προφανώς με κάτι δεν ασχολούνται και αυτό είναι η δουλειά τους. Το έλλειμμα παραγωγής κυβερνητικού έργου είναι εμφανές από την προχειρότητα με την οποία συντάσσονται οι λίγοι νόμοι που κατατέθηκαν στη Βουλή· κάποιες φορές μάλιστα η πρόεδρος «καρφώνει» τους υπουργούς στέλνοντας πίσω ως απαράδεκτα κάποια νομοσχέδια. Αλλά οι πολίτες επειδή έχουν ακόμη πολλά μαζεμένα για τους προηγούμενους προσπερνούν με συγκατάβαση το γεγονός ότι οι νέοι υπουργοί ορκίστηκαν με καθυστέρηση πενήντα ημερών, ενώ το πρώτο νομοσχέδιο για την ανθρωπιστική κρίση, ήταν στην ουσία φερετζές διάφορων κυβερνητικών διευθετήσεων· ψηφίστηκε ακόμη και άρθρο που προβλέπει πρόσληψη «εθελοντών» συμβούλων υπουργών (!) με πληρωμένα -φυσικά- τα οδοιπορικά.

Δεν ήταν σε τίποτε έτοιμος ο ΣΥΡΙΖΑ ώστε να αναλάβει τη διακυβέρνηση του τόπου. Μέχρι στιγμής καλύπτει τα κενά με αριστερές πομφόλυγες που κυμαίνονται μεταξύ του γραφικού (οι Πολωνοί ήταν σύμμαχοι των Ναζί) και του επικίνδυνου (περί στάσης πληρωμών). Οι πολίτες αργά ή γρήγορα θα καταλάβουν ότι πίσω από τα λόγια τα μεγάλα κρύβεται η τεράστια ανικανότητα των στελεχών ενός κόμματος που συνήθισε στα λόγια και ποτέ στα έργα. Ας ελπίσουμε ότι θα το καταλάβουν και οι εταίροι για να κάνουν υπομονή. Πού θα πάει; Κάποια στιγμή όλοι οι θαμώνες των τηλεοπτικών πάνελ που έγιναν υπουργοί, μπορεί να στρωθούν για να δουλέψουν...

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Ασυνεννοησία, τo μπάχαλο, οι προσωπικές ιδεοληψίες και η απόλυτη αδράνεια σπρώχνουν τη χώρα στον γκρεμό.

Κάνει λάθος η κυβέρνηση αναζητώντας παντού εχθρούς, καταγγέλλοντας υπονομεύσεις, επιδιδόμενη σε σκιαμαχίες εναντίον φανταστικών αντιπάλων. Την πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης, την ώρα που η τύχη της χώρας παίζεται κορώνα-γράμματα, ο πραγματικός εχθρός της κυβέρνησης κρύβεται τελικά «μέσα» της.
Δεν είναι μόνο ο κ. Σόιμπλε που υπονομεύει την τύχη όλης της χώρας και τη διαπραγματευτική τακτική της κυβέρνησης, αλλά και οι ίδιοι οι υπουργοί της, που το πράττουν με επικίνδυνους αυτοσχεδιασμούς για την εξασφάλιση δημοσιότητας των πέντε λεπτών. Σε μια περίοδο ευημερίας η εικόνα θα προσέφερε ευχάριστο ψυχαγωγικό θέαμα.
Αλλά τη στιγμή της πιο κρίσιμης αμφιταλάντευσης της χώρας στο σχοινί της χρεoκοπίας και της εθνικής καταστροφής η ασυνεννοησία, τo μπάχαλο, οι προσωπικές ιδεοληψίες και η απόλυτη αδράνεια σπρώχνουν τη χώρα στον γκρεμό. Oταν η διαπραγμάτευση με τους δανειστές βρίσκεται σε οριακό σημείο, δηλώσεις όπως αυτές του Ν. Βούτση και του Π. Σκουρλέτη, κορυφαίων υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ, μόνο υπονομευτικά προς την εθνική προσπάθεια λειτουργούν.
Πριν από μερικές εβδομάδες ήταν ο κ. Φλαμπουράρης που θεωρούσε ότι το ΔΝΤ θα μας έδινε παράτα στο μιλητό μερικές εβδομάδες. Μετά κάτι ανάλογο υπονόησε ο κ. Μάρδας. Τα παραβλέψαμε όλοι. Κι όμως, χθες, την ώρα που η κυβέρνηση έδινε μάχη να πείσει τους "θεσμούς", ο κ. Βούτσης δήλωσε ότι, αν δεν δώσουν χρήματα οι δανειστές, τότε πιθανόν να μην μπορούμε να πληρώσουμε τις δόσεις στο ΔΝΤ. Εναν οργανισμό που έχει το δικό του καταστατικό. Και δεν υπακούει στις εντολές ούτε του κ. Βούτση ούτε του κ. Μάρδα. Και το διαζύγιο μαζί του οδηγεί σε άτακτη χρεοκοπία.
Οσο για τον κ. Σκουρλέτη, προφανώς δεν έχει αντιληφθεί ότι η επιλογή να είναι η Ελλάδα μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας δεν είναι αρμοδιότητάς του, ώστε με τόση αφροσύνη να αποδέχεται το ενδεχόμενο εκπαραθύρωσης και να επιλέγει την "κολύμβηση" σε αχαρτογράφητα νερά. Εστω και την υστάτη, ας δείξει η κυβέρνηση ότι υπάρχει. Και έχει στην ατζέντα της πολιτική σωτηρίας της χώρας?

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Πού πάμε;

Πού πάμε;
Ταλαιπωρημένος και εξουθενωμένος ο ελληνικός λαός από τα δεινά των μνημονίων, έδωσε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου τη νίκη στον ΣΥΡΙΖΑ. Η αλήθεια είναι ότι δεν τον εμπιστεύθηκε πάρα πολύ, του έδωσε μόνο 36%, ένα σχετικά μέτριο εκλογικό ποσοστό, το οποίο κατά την εποχή του παλαιού δικομματισμού ήταν συνήθως το όριο κάτω από το οποίο δεν έπεφτε το δεύτερο κόμμα. Με τη βοήθεια όμως του bonus των 50 εδρών, το 36% στο εκλογικό σώμα έγινε σχεδόν 50% των εδρών στη Βουλή, και έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε, με τη σύμπραξη των ΑΝΕΛ, να σχηματίσει κυβέρνηση που διαθέτει μια σχετικά άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ο λαός δεν περίμενε κάποιες μαγικές λύσεις, ήθελε όμως να δοκιμάσει κάτι άλλο, με την ελπίδα ότι θα ήταν καλύτερο. Σίγουρα πάντως δεν ήθελε την έξοδο από την Ευρωζώνη, γιατί αντιλαμβανόταν, έστω και ενστικτωδώς, ότι η λύση αυτή θα ήταν χειρότερη από όλες τις άλλες και θα οδηγούσε στην πλήρη εξάρθρωση της οικονομίας μας και αναγκαστικά σε μια διαρκή και πιο άγρια λιτότητα για όλους, εκτός από εκείνους που έχουν αρκετά χρήματα σε τράπεζες του εξωτερικού.
Η κυβέρνηση όμως φαίνεται να ταλαντεύεται και να μην αποκλείει τη σύγκρουση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, εγκλωβισμένη στις προεκλογικές της υποσχέσεις, που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν εκτός των άλλων και για τον λόγο ότι δεν είναι συμβατές με τους κανόνες της οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρωζώνη, που πρέπει να γίνονται σεβαστοί από όλα τα μέλη της.
Ετσι, οι μέρες κυλάνε μάταια και ο κίνδυνος του ολέθριου ατυχήματος έρχεται ολοένα και πιο κοντά.
Οι προειδοποιήσεις του ξένου Τύπου είναι καθημερινές, και δεν είναι όλες κακοπροαίρετες. Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, με κύρια ευθύνη της κυβέρνησης, είναι επιτακτικό εθνικό συμφέρον να υπάρξει αμέσως συμφωνία με τους δανειστές μας, διότι για την ελληνική οικονομία ουκέτι καιρός.

Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Η ελπίδα που θα ερχόταν, μοιάζει με εφιάλτη.

Καμιά μεταρρύθμιση, καμιά ιδέα. Τίποτα. Αλλωστε όφειλαν να μας τα πουν για να σκεφτούμε να τους ψηφίσουμε. Πολλοί τους ψήφισαν χωρίς να δουν προτάσεις. Πώς να τις δουν; Μήνες τώρα δεν λένε τίποτα. Τίποτα; Αντικρουόμενα σχέδια, ιδέες που εμφανίζονται και εξαφανίζονται. Κεραμίδια και πλίνθοι, πεταμένα χωρίς σειρά και σχέδιο.
Δυστυχώς, οι υπόλοιποι σιωπούν. Και οι δανειστές; Αυτούς που λοιδορούν, που θεωρούν περίπου υποχρεωμένους να αποδεχτούν την αρχή: δώσε τα λεφτά, ρε! Να τα κάνουμε ό,τι θέλουμε. Λογαριασμό θα σας δώσουμε; Και αν δεν τα δώσετε, κακό του κεφαλιού σας! Απλά δεν θα σας δώσουμε τα χρωστούμενα.
Εχει ο Θεός. Ετσι δεν πορεύτηκε η Ελλάς περιμένοντας θαύματα; Τσαμπουκάδες, ανέτοιμοι, πρόχειροι. Χαμένα ντοσιέ, μεγαλοστομίες, υποσχέσεις. Οσο και αν μερικοί θέλουν και προσπαθούν να θέσουν κάποια σημεία ορθολογισμού, οι πολλοί μοιάζουν μακάριοι στην επερχόμενη καταστροφή. Νομίζουν οι αφελείς ότι αν καταστραφούν οι άλλοι, αυτοί θα καταφέρουν να επιβιώσουν. Αν σταματήσει το κράτος, την άλλη μέρα αυτοί θα διοριστούν έστω και αν τους πληρώνουν με δελτία. Με δελτία που θα αναγνωρίζει το δύσμοιρο αυτό κράτος και οι υπήκοοί του αποκλειστικά.
Υπάρχει λύση; Φαίνεται πως όχι. Και αν αυτή τη φορά πάρουμε μια παράταση από τη μεγαλοθυμία των άλλων, η συμπεριφορά οδηγεί στην κατασπατάληση αυτού που με κόπο χτίσαμε. Υστερα από καιρό, σε μια κατάσταση αμοιβαίας εμπιστοσύνης που κατακτήσαμε, δύσκολα κάνουμε καθετί να την καταστρέψουμε.
Περιμένουμε λοιπόν το τέλος. Νομίζουν οι αφελείς ότι σαν μια άσκηση μπρα ντε φερ θα καταφέρουν να νικήσουν τους άλλους 18. Και τους άλλους 40, και τους άλλους 100. Μόνοι και έρημοι, αναμασάμε την αυτοεκπληρούμενη αρχή: είμαστε οι καλύτεροι, οι εξυπνότεροι, οι σωστοί. Ολοι οι άλλοι οφείλουν να συνδράμουν. Γιατί αν όχι, αυτοί θα χάσουν!
Η ελπίδα που θα ερχόταν, μοιάζει με εφιάλτη. Πλησιάζουμε το Πάσχα και ελπίζουμε σε μια ανάσταση που δεν έρχεται. Η αλλαγή που θα γίνει, όπως μας υπόσχονταν, θα είναι προς το χειρότερο. Παύση. Καλή Ανάσταση...

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Κανένα λαούτο και κανένα ζουρνά δεν θα παίξουν ο Τσίπρας .

Και τώρα θα περιμένουμε. Δύο, τρεις μέρες, το πολύ μία βδομάδα, κάποια στιγμή κάτι θα γίνει. Τουλάχιστον αυτό θα ευχόμαστε, γιατί τα άλλα, τα πολλά και τα σπουδαία, που μας είχαν υποσχεθεί, θα πρέπει και οι φανατικότεροι συριζαίοι να το έχετε πάρει απόφαση ότι δεν πρόκειται να τα δούμε. Κανένα λαούτο και κανένα ζουρνά δεν θα παίξουν ο Τσίπρας και η παρέα του και κανένας πιστωτής, δανειστής ή διαπραγματευτής δεν πρόκειται να χορέψει στον ρυθμό που θα του επιβάλουν.
Εμείς και μόνο εμείς θα έχουμε αυτήν την «τιμή». Οπως, άλλωστε, τη βιώνουμε εδώ και δύο μήνες που παρακολουθούμε τις αγωνιώδεις προσπάθειες των εξουσιοδοτημένων να διαπραγματευτούν για λογαριασμό μας, να εμφανίζουν την ατζαμοσύνη και τον ερασιτεχνισμό τους ως «σκληρή και υπερήφανη διαπραγμάτευση».
Αλλά, να μην το ξεχνάμε, δεν φταίνε μόνο αυτοί. Δεν είδαν φως κι ανέβηκαν να υποδυθούν κάτι που δεν είναι και να κάνουν κάτι που δεν ξέρουν. Κι ούτε και ήταν λύση που ανέθεσαν τη δουλειά στον Βαρουφάκη ως δήθεν ειδικό, για να καταλάβουν από κάποια στιγμή και μετά πως άλλο να διδάσκεις οικονομικά στους φοιτητές σου και άλλο να πουλάς εξυπνάδα στους 18 υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης.
Οπως δεν ήταν λύση η απόφαση να πάρει ο ίδιος ο Τσίπρας την υπόθεση στα χέρια του και να προσπαθήσει να σώσει την παρτίδα, αναζητώντας πολιτική λύση μέσω της Μέρκελ, του Ολάντ και των θεσμικών εκπροσώπων των δανειστών. Κατά ποια λογική θα του έκαναν τις εκπτώσεις που επιδίωκε; Και για ποιον λόγο θα αυτογελοιοποιούνταν δίνοντας την εντύπωση ότι διαμορφώνουν θέσεις και απόψεις ανάλογα με την ταυτότητα και την ιδιότητα του συνομιλητή τους;
Την πολιτική διαπραγμάτευση αλλού, με άλλους και σε άλλο χρόνο έπρεπε να την έχει κάνει ο Τσίπρας. Στην Ελλάδα, πριν από τις εκλογές και με τους δικούς του. Να ξέρει μέχρι πού τον παίρνει να τραβήξει τη διαπραγμάτευση και μέχρι πού μπορεί να υποχωρήσει, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να βρεθεί μπροστά σε σοβαρά εσωκομματικά προβλήματα.
Διαφορετικά τι σόι διαπραγμάτευση να κάνει μία κυβέρνηση που για κάθε σοβαρό ζήτημα τα μέλη της έχουν δύο ή τρεις διαφορετικές απόψεις;

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Λες και μερικοί δεν έχουν αναλάβει ακόμη την εξουσία.

Ισως είναι η πρώτη φορά στη σύγχρονη δημοσιονομική ιστορία μια χώρα σε κατάσταση, όπως σήμερα η Ελλάδα, να βρίσκεται μπροστά σ΄ ένα άλυτο πρακτικά και θεωρητικά πρόβλημα. Με επικρεμάμενη την κατάρρευση, να καταβάλλει σχετικά υπέρογκα τοκοχρεολύσια, χωρίς τη δυνατότητα εξωτερικού και ταυτοχρόνως εσωτερικού δανεισμού. Επιπλέον, χωρίς τη διέξοδο της υποτίμησης του νομίσματος. Αλλά και της εσωτερικής υποτίμησης, διακινδυνεύοντας την κρατική λειτουργία και τις υποχρεώσεις του Δημοσίου προς τους πολίτες για μισθούς, συντάξεις κ.τ.λ.
Σε όλες τις περιπτώσεις των προηγούμενων ελληνικών χρεοκοπιών και των διευθετήσεων χρέους που ακολούθησαν ή και προηγήθηκαν, πάντοτε υπήρχε μια από αυτές τις δυνατότητες χρηματοδότησης. Τώρα, οι ευρωπαϊκοί «θεσμοί» απαγορεύουν ακόμη και την αγορά ομολόγων από τις «δημόσιες» ελληνικές τράπεζες. Αφού πρώτα εξαντλήθηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση το σύνολο των εκταμιεύσεων και της χρηματοδότησης της χώρας, με μηδενισμένα τα ποσά που προορίζονταν για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους.
Γιατί επαναλαμβάνονται αυτά τα γνωστά; Επειδή συνιστούν μια κατάσταση μέσα στην οποία καλείται η κυβέρνηση να διαπραγματευτεί με τους εταίρους - δανειστές, που είναι πρωτοφανής στα παγκόσμια χρονικά. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μπορεί να παραλληλιστεί μόνο μετά από ήττα σε επιθετικό πόλεμο και την επιβολή τιμωρητικών όρων!
Η τραγωδία είναι ότι και στην περίπτωση της μετα-ήττας υπάρχουν συνήθως προοπτικές και αισιοδοξία για το μέλλον. Ενώ στα καθ' ημάς τροφοδοτούνται συνεχώς η αβεβαιότητα, οι αρνητικές προσδοκίες και ο φόβος. Με τους καθημερινούς ευρωπαϊκούς και αντιπολιτευτικούς κανονιοβολισμούς περί «εξόδου από το ευρώ», «ατυχήματος», «σχεδίων της επόμενης μέρας» και τα συναφή. Ετσι, μαζί με κληροδοτημένη αδυναμία ανταπόκρισης στις αβάστακτες δανειακές υποχρεώσεις, υπάρχει κι ένα συνεχώς επιδεινούμενο ασφυκτικό πλαίσιο για την ελληνική οικονομία.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η κυβέρνηση φαίνεται ότι κάνει τα αδύνατα δυνατά. Με όλες τις αδυναμίες και τα λάθη της θα είναι κάτι σαν νίκη η επίτευξη συμφωνίας, μακριά από υφεσιακά και φτωχοποιητικά μέτρα. «Θαύμα», αν γίνει κατορθωτή η επανεκκίνηση της οικονομίας!
Πέραν της διαπραγμάτευσης, όμως, υπάρχει και το κυβερνητικό έργο. Η καθημερινότητα, η απελευθέρωση της κοινωνίας και της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος από τις πρόσφατες μνημονιακές εκπτώσεις και τα δεσμά. Ο θετικός δίμηνος κυβερνητικός απολογισμός στο πεδίο αυτό είναι καχεκτικός. Σαν να υπάρχουν και επικεφαλής τομέων που περιμένουν πρώτα κατάληξη των διαπραγματεύσεων. Λες και μερικοί δεν έχουν αναλάβει ακόμη την εξουσία. Ενώ το αντίθετο επιβάλλουν οι καιροί και οι ευθύνες τους.