Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την προσχώρησή του στα μνημόνια μοιάζει μετέωρος.

Το αποτύπωμα της κρίσης δεν είναι εμφανές μόνο στην οικονομία, αλλά και στο κομματικό σύστημα. Το άλλοτε ισχυρό ΠΑΣΟΚ μετατράπηκε σε σκιά του εαυτού του. Ο δεύτερος πυλώνας του παλιού δικομματισμού, η ΝΔ, βιώνει, καιρό τώρα, υπαρξιακή κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την προσχώρησή του στα μνημόνια μοιάζει μετέωρος. Το Ποτάμι φαίνεται να βαλτώνει στα θολά νερά του. Οι ΑΝΕΛ μένουν αμετακίνητοι στον εθνολαϊκισμό τους, ενώ η Χρυσή Αυγή κερδίζει ένα, όχι ευκαταφρόνητο, σταθερό εκλογικό ακροατήριο με νεοναζιστικές απόψεις.
Κυβέρνηση και αντιπολίτευση συνεχίζουν να πολιτεύονται με συνταγές του παρελθόντος. Παλιά και νέα κόμματα υιοθετούν παρωχημένο πολιτικο-ιδεολογικό οπλοστάσιο. Ομνύουν στον λαϊκισμό και στις πελατειακές πρακτικές. Για να διατηρήσουν ή να αυξήσουν την πελατεία τους -ιδιαίτερα τα δύο μεγάλα κόμματα- επιδιώκουν την πολυσυλλεκτικότητα. Ομως αυτή δεν ενισχύει, όπως άλλοτε, την εμβέλεια και τη δύναμη του λόγου τους, ούτε την ελκυστικότητά τους. Απλώς τα καθιστά μηχανισμούς εξυπηρέτησης και εξισορρόπησης αντιτιθέμενων επιδιώξεων. Η ετερογένεια είναι το κοινό χαρακτηριστικό των φορέων του νέου δικομματισμού. Εξαιτίας αυτής ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ μετατράπηκαν σε άμορφα και ασπόνδυλα σχήματα. Στερούνται καθαρής, διακριτής ταυτότητας. Ο λόγος τους συνιστά συνονθύλευμα απόψεων, ιδεών, εκφράσεων. Η στρατηγική τους δεν εδράζεται σε συγκεκριμένο, θεμελιωμένο σχέδιο.
Κορυφαίο παράδειγμα ετερογένειας είναι η διάσταση μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Αλ. Τσίπρα, έπειτα από τη στροφή του τελευταίου στον ρεαλισμό. Η μετεξέλιξη του κυβερνώντος κόμματος αποδεικνύεται δύσκολο εγχείρημα. Δέσμιο ιδεοληψιών και αγκυλώσεων δεν συγχρονίζεται με τη ζώσα πραγματικότητα. Αν και ο πρωθυπουργός δεν έχει αφομοιώσει ακόμη την ανατοποθέτησή του, η απόστασή του από το κόμμα και τους υπουργούς του είναι εμφανής, ακόμη και μετά την αποκόλληση των δραχμιστών. Στη ΝΔ, από την άλλη, το πρόβλημα αναδείχθηκε με την εκλογή νέου προέδρου.
Η συνύπαρξη κεντροδεξιών, φιλελεύθερων, αναχρονιστικών, ακόμη και ακροδεξιών δυνάμεων, τη μετέτρεψε σε πολιτικό χυλό. Η απουσία διαλόγου για ζητήματα φυσιογνωμίας, πολιτικής και στρατηγικής επιτείνει την κρίση εκπροσώπησης. Την ετερογένειά της ενισχύουν περαιτέρω τα φέουδα, οι βαρονίες και οι μεσσιανισμοί. Ετσι εξηγείται γιατί η Ελλάδα δεν κατάφερε ακόμη να απεξαρτηθεί από τα μνημόνια. Αντιθέτως η Πορτογαλία, που μπήκε στη συνέχεια, βρίσκεται ήδη σε τροχιά ανάπτυξης. Το πολιτικό της σύστημα λειτούργησε ως προωθητική δύναμη επιδεικνύοντας την απαιτούμενη βούληση και προσαρμογή.

Τέτοια ρεσιτάλ υποκρισίας ποτέ άλλοτε δεν γνώρισε το ελληνικό Kοινοβούλιο.

Oχι, τους αδικούν τους συριζαίους όποιοι και όσοι αβασάνιστα τους χαρακτηρίζουν «τελείως ανίκανους». Μπορεί κυβερνητικά και διαχειριστικά αυτό να ισχύει, αλλά υπάρχει ένας τομέας στον οποίο οι επιδόσεις τους είναι αξιοζήλευτες, μέχρι και απλησίαστες. Τέτοια ρεσιτάλ υποκρισίας ποτέ άλλοτε δεν γνώρισε το ελληνικό Kοινοβούλιο.
Oσοι ζουν τα τελευταία χρόνια σ’ αυτό τον τόπο και δεν υποδύονται τους Αρειανούς όπως κάνουν ο Τσίπρας και η παρέα του, θυμούνται πολύ καλά ότι οι λέξεις «ναι» και «συναίνεση» δεν υπήρχαν στο λεξιλόγιό τους. Hταν πρωτοφανές, αλλά ενδεχομένως να εξηγεί τη συνέχεια. Διότι ο μονίμως «όχι σε όλα» κραυγάζων, μέχρι να φτάσει στην πρωθυπουργική καρέκλα, βρέθηκε τελικά ν’ αναφωνεί επί 17 ώρες «ναι στα πάντα» πασχίζοντας απελπισμένα να τη διατηρήσει.
Hταν η βραδιά της πρεμιέρας του Αλ. Τσίπρα στον ρόλο του νεομνημονιακού απολογητή της διατήρησης της νεοφιλελεύθερης επικυριαρχίας της χώρας μας, που όμως δεν ήθελε να τον μοιραστεί και με κανέναν άλλον. Το απέδειξε όταν πεισματικά αρνήθηκε την πρόταση να ηγηθεί μιας κυβέρνησης όλων των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων. Hξερε ότι «συναίνεση» σημαίνει «συγκυριαρχία», «συνδιοίκηση», «συγκυβέρνηση». Κι αυτός προτιμούσε τον συνεταιρισμό με τους Καμμένους, που θα τους εκχωρούσε δύο ή τρεις καρέκλες και σ’ αντάλλαγμα θα τον άφηναν να παίζει μόνος του.
Κάπως έτσι στήθηκε η νέα πρεμιέρα του Αλ Τσίπρα, στον ρόλο του συναινετικού αυτή τη φορά, και των υπουργών και βουλευτών του σε ρόλους συμπρωταγωνιστών. Το θέαμα και το ακρόαμα είναι από κωμικό μέχρι και εξοργιστικό, ανάλογα με τη διάθεση του τηλεθεατή. Προσωπικά έχω αγγίξει και τα δύο άκρα, αλλά εκεί που τείνω να καταλήξω είναι στην οργή. Μοιραία αυτό είναι το συναίσθημα που μου προκαλεί το αναίσχυντο ρεσιτάλ υποκρισίας των πολιτικάντηδων που ζητούν ή και αξιώνουν θρασύτατα από τους αντιπάλους τους την πολιτική συμπεριφορά την οποία εκείνοι ουδέποτε επέδειξαν.
Δεν έχω καταλάβει ποιο είναι το «νέο» που υποτίθεται ότι φέρνει στην πολιτική ζωή η νέα μνημονιακή κυβέρνηση. Προτάσεις, ιδέες και σχέδια δεν έχω διαπιστώσει. Μοιραία, λοιπόν, καταλήγω στην υποκρισία. Oχι γιατί είναι πρωτοφανές ως φαινόμενο στην πολιτική ζωή του τόπου. Αλλά επειδή για πρώτη φορά η υποκρισία εξελίχθηκε σε ιδεολογία. Από τα επιτεύγματα του ΣΥΡΙΖΑ κι αυτό.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Ο νέος κύκλος


Η πρώτη φορά ήταν τον Γενάρη. Και απ’ όσα διακήρυξε, εξήγγειλε, υποσχέθηκε, δεσμεύτηκε δεν εφαρμόστηκε ούτε ένα «και». Οι μήνες που ακολούθησαν απέδειξαν ότι οι προγραμματικές δηλώσεις του ήταν αβάσιμες μεγαλοστομίες και ανεδαφικές φαντασιώσεις. Και μοιραία ο αριστερός Τσίπρας συνθηκολόγησε ηττημένος. Ενέδωσε σε όλες τις αξιώσεις εκείνων τους οποίους είχε ως στόχο να συντρίψει. Ενας ακόμη κύκλος του ελληνικού δράματος είχε κλείσει.
Και προχθές άνοιξε και επίσημα ο νέος. Μόνο που οι προγραμματικές διαβεβαιώσεις δεν ήταν τώρα πομπώδεις και πανηγυρικές, αλλά δειλές, αμήχανες και υποταγμένες στις νεοφιλελεύθερες απαιτήσεις των επικυρίαρχων. Ο ασυμβίβαστος εχθρός του νεοφιλελευθερισμού «καμάρωνε» τώρα ως συνειδητός απολογητής του εφιαλτικού αριστερού Μνημονίου και ο μέχρι πρότινος αδιάλλακτος υπερασπιστής των «κόκκινων γραμμών» του εγκατέλειπε το ένα πεδίο μάχης μετά το άλλο, εκποιώντας τις ιδεολογικοπολιτικές αρχές του στον βωμό της διατήρησης της πρωθυπουργικής καρέκλας που η συνθηκολόγηση με τους Ευρωπαίους δυνάστες του εξασφάλισε.
Δυστυχώς γι’ αυτόν ήταν και άτυχος. Δεν τον βοήθησε και η συγκυρία. Διότι και τη διαβεβαίωση ότι από το δεύτερο εξάμηνο του 2016 θα περάσουμε στην ανάπτυξη δεν δίστασε να μας δώσει, αλλά και τον εφησυχασμό για εκατοντάδες χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας μέσα στον επόμενο χρόνο μάς πρόσφερε. Μόνο που είχε ξεχάσει να συνεννοηθεί με τον Τσακαλώτο. Κι εκείνος πήγε και κατέθεσε το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2016, ξεσκεπάζοντας το πρωθυπουργικό παραμύθι, μια και ομολογεί ότι και του χρόνου ύφεση (2,3%) και αύξηση (0,6) της ανεργίας θα έχουμε.
Και τι μένει τελικά; Μα φυσικά η αγωνία για το αύριο. Και μια σειρά από διαχρονικά «θα» που πολλοί παπαγάλισαν, αλλά κανένας δεν τόλμησε ή δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει. Το «απλό και δίκαιο φορολογικό σύστημα», το «νέο πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης» και η «διοικητική μεταρρύθμιση». Αλλά όποιος έχει τόσο φιλόδοξους στόχους έχει κάνει και την προεργασία του. Από το 2012 προέκυψε η προοπτική της εξουσίας. Ποιος τους εμπόδισε να στρωθούν στη δουλειά και να προετοιμαστούν για τη μέρα που θα είχαν την ευκαιρία να μας αποδείξουν ότι δεν είναι άβουλοι ουραγοί του μνημονιακού μονόδρομου, τον οποίο προκλητικά χλεύαζαν; Και πως δεν χρειάζεται να δρουν ως αδίστακτοι φορομπήχτες;

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Η οικονομία και η κοινωνία δεν αντέχουν άλλες περιπέτειες.

Ο πρωθυπουργός μοιάζει να έχει αντιληφθεί την κρισιμότητα των περιστάσεων και την ανάγκη να ολοκληρωθούν ταχύτατα η τρέχουσα αξιολόγηση και η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Δύο κρίσιμα ερωτήματα, όμως, παραμένουν. Το πρώτο έχει να κάνει με τον πόλεμο που εξαγγέλλουν υπουργοί και βουλευτές στις ιδιωτικοποιήσεις και άλλα σημαντικά μέτρα. Το δεύτερο αφορά την τεχνοκρατική ικανότητα της σημερινής κυβέρνησης να φέρει σε πέρας τόσο γρήγορα ένα τόσο πολύπλοκο και απαιτητικό σχέδιο. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καμιά σιγουριά πως ο κ. Τσίπρας μπορεί να δώσει λύση σε αυτά τα δύο ζητήματα. Αν όμως δεν το κάνει, η χώρα θα ξαναβρεθεί στο χείλος του γκρεμού και η συζήτηση για το Grexit θα επιστρέψει στο τραπέζι. Ελπίδα όλων να τα καταφέρει, γιατί η οικονομία και η κοινωνία δεν αντέχουν άλλες περιπέτειες.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Να λείπει η κοροϊδία


Τα έχουμε ξαναπεί, θαρρώ. Ετσι που ήρθαν τα πράγματα, θα το ξαναπληρώσω το μάρμαρο. Οπως το πλήρωσα (και όχι μόνο εγώ, αλλά όλα τα νομοταγή κορόιδα) για να γίνει πρωθυπουργός ο Σαμαράς, τώρα θα το ξαναπληρώσω και για χάρη του Τσίπρα. Κοινή, άλλωστε, η πρακτική τους. Σκληροί, ανυποχώρητοι και ασυμβίβαστοι αντιμνημονιακοί και οι δύο μέχρι να καθίσουν στην καρέκλα, φρόνιμοι και υπάκουοι συνεργάτες της Μέρκελ από κει και μετά.
Θα το ξαναπληρώσω, λοιπόν, το μάρμαρο, μια και δεν γίνεται και διαφορετικά, αλλά περιόρισε κι εσύ, φίλτατε (τρόπος του λέγειν δηλαδή) πρωθυπουργέ, το δούλεμα. Ή φρόντισε να θυμάσαι τι λες. Δεν γίνεται και να σε εκβίασαν οι άθλιοι Ευρωπαίοι και ταυτόχρονα να βγήκες και κερδισμένος από τη διαπραγμάτευση. Ή το ένα ή το άλλο θα έγινε. Και το τι ακριβώς έγινε, το λένε οι «λυπητερές» που μας στέλνεις.
Κι εδώ είναι το πιο χοντρό δούλεμα, στο οποίο επιδίδονται αναγκαστικά και κάποιοι υπουργοί σου. Ο Φίλης, για παράδειγμα. Που μας γνωστοποίησε ότι ο ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση δεν θα φτάσει στο 23% αν προχωρήσουν καλά κάποιες υποθέσεις φοροδιαφυγής. Και δεν ήξερα τι να κάνω, να βάλω τα γέλια ή ν’ αρχίσω να βρίζω, όταν τον άκουσα. Γιατί μπορεί να ήταν χοντρή η κοροϊδία, αλλά ήταν και απροκάλυπτα βλακώδης.
Ούτε ο πρώτος είσαι, φίλτατε (τρόπος του λέγειν, το είπαμε) πρωθυπουργέ, ούτε ο τελευταίος που ψάχνεις για άλλοθι στους φοροφυγάδες. Ολοι, από το ’74 και μετά, αυτό λένε. Πως θα τους πιάσουν, θα τους τσακίσουν, θα τους γδάρουν και θα τους τα πάρουν. Αλλά επειδή ή δεν έχουν τη διάθεση ή δεν τα καταφέρνουν, στο τέλος τα σπασμένα τα ξαναπληρώνουμε εμείς. Τα γνωστά κορόιδα. Οι και υποζύγια αποκαλούμενοι. Που θα υποστούμε και τώρα τη φοροκαταιγίδα που συνειδητά εναντίον μας εξαπέλυσες, διότι όλοι αυτοί οι νέοι φόροι που σκαρφιστήκατε εσύ και το επιτελείο σου δεν θα βγουν φυσικά από τις τσέπες των διαχρονικά ασύλληπτων, αλλά από τα πορτοφόλια των συστηματικά λεηλατούμενων.
Γι’ αυτό και θα στο επαναλάβω: ας λείπει τουλάχιστον η κοροϊδία.

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

Περίοδος χάριτος δεν υπάρχει.

Περίοδος χάριτος δεν υπάρχει. Το ξέρουν κι αυτό. Οπως δεν υπάρχει και το επιχείρημα της άγνοιας των δυσκολιών. Μέχρι και την τελευταία αράδα του τελευταίου προαπαιτουμένου γνωρίζουν. Από κοινού, άλλωστε, με τους εταίρους και δανειστές μας τα συναποφάσισαν. Και τις δικές τους επιλογές και αποφάσεις καλούνται πλέον να εφαρμόσουν.
Ηταν διαφορετικός ο δρόμος που ακολουθούσαν οι προκάτοχοί τους. Καλύτερος ή χειρότερος δεν ενδιαφέρει αυτήν την ώρα. Εκείνο που μετράει είναι ότι επέλεξαν άλλον ο Αλ. Τσίπρας και οι συνεργάτες του όταν τον περασμένο Γενάρη τους εμπιστεύτηκε τις τύχες του ο ελληνικός λαός. Και με βάση εκείνη την επιλογή τους φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, έχοντας αναλάβει τις υποχρεώσεις με τις οποίες δεσμεύτηκαν και γνωρίζοντας ότι στο τέρμα αυτής της διαδρομής μάς περιμένει ή η έξοδος από την κρίση ή ο όλεθρος της αποτυχίας.
Εν γνώσει των δυσκολιών δέχθηκαν να αναμετρηθούν με το δίλημμα αυτό. Και λίγο ενδιαφέρει αν οι πρακτικές που θα ακολουθήσουν και τα μέτρα που θα εφαρμόσουν θα είναι πέρα και έξω από τις ιδεολογικοπολιτικές αρχές και αξίες τους. Τους γνώριζαν καλά τους κανόνες του παιχνιδιού όταν δέχτηκαν να το παίξουν και φυσικά γνωρίζουν και πόσο βαρύ είναι το τίμημα αν δεν τους τηρήσουν ή αν αποτύχουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Προφανώς, τo δικαίωμα στην αποτυχία δεν το έχουν. Το ξέρουν καλά. Και δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι ακόμη και ως σκέψη απορρίπτουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Γιατί δεν θα είναι η δεκαετία του ’80 στην οποία θα υποχωρήσει στην περίπτωση αυτή η ελληνική οικονομία. Θα είναι η δεκαετία του ’60 ή και του ’50 που θα αναβιώσει σε μια χώρα οικονομικά ισοπεδωμένη.
Φυσικά και δεν θα είναι εύκολοι οι μήνες που έρχονται. Οι θυσίες για τον μέσο πολίτη θα είναι οι μεγαλύτερες έως τώρα. Και η υποχρέωση της κυβέρνησης και πρωτίστως του πρωθυπουργού σε αυτές τις δύσκολες ώρες είναι να προσφέρουν την ελπίδα ότι τελικά οι θυσίες δεν θα πάνε χαμένες και ότι το έργο που ζήτησαν και ανέλαβαν θα το φέρουν εις πέρας. Μόνο έτσι θα ανταποκριθούν στην ιστορική αποστολή που τους εμπιστεύτηκε ο ελληνικός λαός.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Εξακολουθούν να ταλαντεύονται μεταξύ προεκλογικών υποσχέσεων .

Μετά το ταξίδι και τις επαφές στις ΗΠΑ, ο πρωθυπουργός επιστρέφει στην Αθήνα για να βρεθεί αντιμέτωπος με τη σκληρή πραγματικότητα. Η εκλογική διαδικασία παρά τις προσπάθειες της υπηρεσιακής κυβέρνησης, άφησε πίσω μια σειρά εκκρεμότητες και δεσμεύσεις που απορρέουν από το νέο μνημόνιο ,που τώρα πρέπει να δρομολογηθούν.

Το χρονοδιάγραμμα των επόμενων μηνών για την υλοποίηση αυτών των δεσμεύσεων είναι αφενός δεδομένο και αφετέρου ιδιαίτερα πιεστικό. Το νέο μνημόνιο προβλέπει αυστηρά χρονοδιαγράμματα για ένα πλήθος ρυθμίσεων και μεταρρυθμίσεων, που δεν έχουν όλες μεν το ίδιο βάρος, αλλά η εφαρμογή τους έχει τεθεί ως  απόλυτη προϋπόθεση προκειμένου να προχωρήσει η εκταμίευση της  πρώτης δόσης.

Η εμπειρία των πρώτων ημερών της νέας κυβέρνησης δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική, καθώς  πολλοί υπουργοί δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται ούτε την κρισιμότητα της κατάστασης, ούτε τον επείγοντα χαρακτήρα των μέτρων και των αποφάσεων που πρέπει να λάβουν. Εξακολουθούν να ταλαντεύονται μεταξύ προεκλογικών υποσχέσεων και πραγματικότητας με αποτέλεσμα ο κρατικός μηχανισμός να κινείται στους ίδιους χαλαρούς ρυθμούς της προηγούμενης περιόδου.

Οι προγραμματικές δηλώσεις είναι μια ευκαιρία να ξεκαθαρίσει ο πρωθυπουργός προς όλους την κατάσταση. Περιθώρια για ατέρμονες συζητήσεις, για προσχηματικές καθυστερήσεις  με ανύπαρκτα ισοδύναμα μέτρα δεν υπάρχουν πλέον. Ο κ.Τσίπρας που έχει τη συνολική ευθύνη για  την πορεία της χώρας,πρέπει να βάλει ένα τέλος σε αυτή την αναβλητικότητα. Οι πολίτες του έδωσαν την εντολή, γνωρίζοντας τα βάρη που συνεπάγεται το νέο μνημόνιο να προχωρήσει στην εφαρμογή του, ελπίζοντας ότι θα το κάνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για τους ίδιους και για τη χώρα.

Τα στελέχη του, επίσης,  που ανέλαβαν τους υπουργικούς θώκους γνώριζαν πολύ καλά την ευθύνη και το κόστος που αναλάμβαναν. Ας τελειώνουν λοιπόν με τις υπεκφυγές και τις καθυστερήσεις κι ας αρχίσουν να τρέχουν, για να μην βρεθούμε πάλι με την επερχόμενη αξιολόγηση,μπροστά σε καταστάσεις που δεν αντέχει ούτε η οικονομία, ούτε η κοινωνία.