Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Άγγελος Στάγκος ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΓΚΟΣ

«Ψιλά γράμματα» το Σύνταγμα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:KAΘHMEPINA
Στο κεφάλαιο για τα «Καθήκοντα και τα δικαιώματα των βουλευτών», το Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 51 παράγραφος 2 ότι «Οι βουλευτές εκφράζουν το Εθνος». Προβλέπει επίσης στο άρθρο 60 παράγραφος 1 και 2 ότι «Οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση», όπως και ότι «Η παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα είναι δικαίωμα του βουλευτή, συντελείται μόλις ο βουλευτής υποβάλει γραπτή δήλωση στον πρόεδρο της Βουλής και δεν ανακαλείται».

Προφανώς, τα παραπάνω είναι για τον ΣΥΡΙΖΑ «ψιλά γράμματα». Γιατί στον Κώδικα Δεοντολογίας για τους υποψήφιους βουλευτές του, που ψήφισε η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος, προβλέπεται στο άρθρο 2α, δηλαδή πάνω πάνω, ότι «Ολοι/ες οι βουλευτές που εκλέγονται με τα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ δεσμεύονται πολιτικά και ηθικά ότι η έδρα που καταλαμβάνουν ανήκει στο κόμμα και όχι στους/στις ίδιους/ες».

Που σημαίνει ότι οι βουλευτές του δεν εκφράζουν το έθνος, αλλά το κόμμα, δεν έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση, αλλά ό,τι επιτάσσει το κόμμα και δεν είναι προσωπικό δικαίωμά τους η παραίτησή τους από το βουλευτικό αξίωμα, αλλά πρέπει να παραιτούνται υποχρεωτικά και να παραδίδουν την έδρα τους στο κόμμα (αφού η έδρα σε αυτό ανήκει και όχι στον κάθε βουλευτή), αν διαφωνήσουν με τη γραμμή του και αποχωρήσουν.

Δεν υπάρχει λόγος να γίνει ανάλυση για την προέλευση αυτών των «αρχών». Το σίγουρο είναι ότι συγκρούονται με το Σύνταγμα, καθώς, σύμφωνα με τον όρκο που παίρνουν όταν εκλεγούν, υποχρεώνονται να υπακούουν σ’ αυτό, που βεβαίως άλλα απαιτεί από εκείνα του ΣΥΡΙΖΑ. Θα είχε ίσως ευκαιρία να προτείνει αλλαγές στο Σύνταγμα, αλλά προτίμησε να σύρει τη χώρα σε εκλογές και κανονικά πρέπει να ζήσει με το υφιστάμενο. Εκτός αν είναι αποφασισμένη η ηγεσία του να ακολουθήσει δικό της δρόμο, ερήμην του Συντάγματος.

Είναι σαφές ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προβλέπει δύσκολους καιρούς αν έλθει στην εξουσία και θέλει να θωρακίσει την κοινοβουλευτική δύναμή της από ενδεχόμενες διαρροές βουλευτών που πιθανώς στην πορεία θα διαφωνήσουν με την πολιτική της. Ασφαλώς στα επιχειρήματά της περιλαμβάνει και τα γεγονότα του 1965, αλλά τότε η σύγκρουση ήταν σε μεγάλο βαθμό καθεστωτική, συνέχεια του «μεγάλου διχασμού». Δεν αποκλείεται επίσης να μπερδεύει ενσυνείδητα την «κομματική πειθαρχία» που κατά καιρούς επιβάλλουν τα κόμματα σε ψηφοφορίες, αν και άλλο η διαγραφή από το κόμμα και άλλο η υποχρεωτική παράδοση της έδρας σε περίπτωση διαφωνίας.

Η υιοθέτηση τέτοιων κανόνων παραπέμπει σε αντιδημοκρατικές συμπεριφορές και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει παρελθόν σε αυτές. Από τους οργανωμένους και ενσυνείδητους προπηλακισμούς αντιπάλων, ειδικά του ΠΑΣΟΚ, μεταξύ 2010-2012, ώς την τρομοκράτηση βουλευτών πρόσφατα για να μην ψηφίσουν Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ώς την τρομοκράτηση του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδας μόλις προχθές. Πέρα από τις πιέσεις που ασκούν κομματικά στελέχη του σε βάρος δημοσιογράφων με διαφορετικές απόψεις. Και υπάρχουν τέτοια παραδείγματα που έχουν βγει στο φως της δημοσιότητας και άλλα που δεν έχουν βγει.

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Οπως και το 2012...


Για να μη μας λένε «κινδυνολόγους», λέω να αφήσουμε κατά μέρος τις απειλές και τις προβλέψεις για όσα καταστροφικά διατείνονται πολιτικοί, οικονομολόγοι και διεθνείς οργανισμοί ότι μας περιμένουν αν κερδίσει τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ. Στο κάτω κάτω υπάρχουν κι άλλοι που διατείνονται ότι οι φόβοι αυτοί είναι υπερβολικοί.
Λέω, λοιπόν, να ξεκολλήσουμε από τα χοντρά και τα μεγάλα, από τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε, και να πάμε σε πιο απλά και πεζά πράγματα, που χωρίς την επίλυσή τους, όμως, οι πρωτοκαθεδρίες δεν έχουν και τόση αξία. Γιατί, για παράδειγμα, τι να την κάνεις την πρώτη θέση στις εκλογές, αν δεν μπορείς να σχηματίσεις κυβέρνηση;
Βέβαια, οι Συριζαίοι επιμένουν ότι πάνε για αυτοδυναμία, οπότε δεν θα χρειαστούν κυβερνητικό εταίρο, αλλά αν θυμάστε τα ίδια έλεγαν και το 2012. Και ούτως ή άλλως τα δημοσκοπικά ευρήματα δεν προδιαθέτουν για αυτοδυναμίες και άλλα συναφή. Aρα θέλοντας και μη οι συνεργασίες αποτελούν μονόδρομο. Κι εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει να αντιγράφει και πάλι το 2012. Δεν του κάνει κανένας μνημονιακός και τους μόνους που θέλει είναι το ΚΚΕ (που, όμως, δεν τον θέλει εκείνο) και ο ΑΝΤΑΡΣΥΑ (που τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του, ούτε έχει, ούτε προβλέπεται να αποκτήσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση).
Σαν να μην άλλαξε, λοιπόν, τίποτα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που δεν έχει κανένα πρόβλημα με τα μνημονιακά «ποντίκια» που εγκατέλειψαν το σκάφος του ΠΑΣΟΚ ψάχνοντας κοινοβουλευτικό αποκούμπι, αρνείται να συνεργαστεί με εκείνους που εμμένουν αξιοπρεπώς στις θέσεις τους και έχουν φέρει τη χώρα στο «παρά κάτι» από την απαλλαγή από το Μνημόνιο.
Χωρίς, λοιπόν, να κινδυνολογώ, αλλά καταγράφοντας απλώς και μόνο τις διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ, το τελεσίγραφο που μας θέτει εν όψει των εκλογών είναι «ή εμείς ή το χάος», ελπίζοντας πως η απάντησή μας θα είναι «εσείς» για να μπορέσει στη συνέχεια να θέσει τα άλλα τελεσίγραφά του στους εταίρους.
Και διερωτώμαι: σε αυτά τα δύο χρόνια που μεσολάβησαν από το 2012 και με δεδομένες τις κωλoτούμπες του Τσίπρα αλλά και του Λαφαζάνη, ούτε μία πορτούλα δεν κατάφεραν να ανοίξουν στα παλιά αδιέξοδα του απομονωτισμού τους;

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

Δεν πείθουν τα «μεγάλα λόγια»!

Η YΠΟΣΧΕΣΙΟΛΟΓΙΑ και η κινδυνολογία είναι βέβαιο ότι θα κυριαρχήσουν στην προεκλογική περίοδος με στόχο, για άλλους, το διαβατήριο που ανοίγει την πόρτα του Μεγάρου Μαξίμου και για άλλους το εισιτήριο για το κοινοβούλιο και την πολιτική τους επιβίωση.

Οι καιροί, όμως, έχουν αλλάξει. Τα εύκολα λόγια και τα πύρινα συνθήματα που κάποτε ξεσήκωναν τις πλατείες και παρέσυραν τους κομματικούς στρατούς ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, οι κούφιες εξαγγελίες όχι μόνο δεν πείθουν κανέναν, αλλά ούτε καν βρίσκουν πρόθυμο ακροατήριο.

Τα κομματικά επιτελεία που καταστρώνουν την προεκλογική στρατηγική πρέπει να γνωρίζουν ότι οι πολίτες ούτε ξεχνούν, ούτε παρασύρονται από «μεγάλα λόγια». Οι ψηφοφόροι απαιτούν πάνω απ’ όλα ειλικρίνεια. Θέλουν ξεκάθαρο πολιτικό λόγο, χωρίς υπονοούμενα και αστερίσκους. Θέλουν να ακούσουν ρεαλιστικά σχέδια για έξοδο από την κρίση και συγκεκριμένες προτάσεις για την επόμενη μέρα.

Για την ανάπτυξη, την ανεργία, την υγεία, την παιδεία και κυρίως για την σωτηρία της κοινωνίας που κάθε μέρα βουλιάζει και περισσότερο κάτω από το βάρος των μνημονίων και των απάνθρωπων μέτρων λιτότητας που τα συνοδεύουν.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Το τρίτο λάθος


Το πρώτο λάθος ήταν η «αποκλειστική συνέντευξη» στη ΝΕΡΙΤ. Ακολούθησε το δεύτερο λάθος που ήταν εκείνη η κακοστημένη «τυχαία συνάντηση» του πρωθυπουργού με δημοσιογράφους. Και τώρα ήρθε και το τρίτο λάθος, η άρνηση του Α. Σαμαρά ν' ανταποκριθεί στην πρόκληση του Α. Τσίπρα για τηλεοπτική αναμέτρηση. Είναι προφανές ότι στον επικοινωνιακό τομέα κάτι δεν πάει καλά στη Νέα Δημοκρατία.
Δεν δέχεται, λέει, ο Σαμαράς να συνομιλήσει με τον Τσίπρα λόγω των επιδόσεων του αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ στη συκοφαντία και τη λάσπη. Σεβαστή η άποψή του αλλά μόνο στο επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων. Εκεί ο καθένας μας έχει το δικαίωμα να επιλέγει τους συνομιλητές. Αλλά στην πολιτική τα πράγματα διαφέρουν. Εκεί κανένας δεν επιλέγει τον συνομιλητή του. Του τον επιβάλλει το εκλογικό σώμα και είναι υποχρεωμένος να τον αποδεχτεί.
Και για όποιον έχει τις επιφυλάξεις ή τις αντιρρήσεις του, υπάρχει το προηγούμενο Παπανδρέου-Μητσοτάκη. Δεν έφτασε, ούτε και πρόκειται να φτάσει, η αντιπαλότητα Σαμαρά-Τσίπρα στα επίπεδα της δικής τους. Αλλά, όταν χρειάστηκε, και στο ίδιο τραπέζι κάθισαν, και σε κυβερνητική συνεργασία προχώρησαν. Αυτό επέβαλλαν οι περιστάσεις και αυτό έκαναν.
Εξάλλου, υπάρχει κι άλλος λόγος, ιδιαίτερα σοβαρός, εξαιτίας του οποίου, ειδικά για τη ΝΔ, το debate δεν είναι απλώς χρήσιμο, είναι και αναγκαίο. Ο ΣΥΡΙΖΑ προηγείται στις δημοσκοπήσεις και η ΝΔ πασχίζει να κλείσει την ψαλίδα. Ενα debate ή -γιατί όχι;- και δεύτερο θα τη βοηθούσε να το καταφέρει. Ιδιαίτερα όταν οι προβαλλόμενοι από τον Τσίπρα και τους επιτελείς του χειρισμοί για την «επόμενη μέρα» είναι τέτοιοι που αφήνουν τεράστια περιθώρια πολιτικής εκμετάλλευσης.
Η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ ν' απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα, όπως η χρηματοδότηση του προγράμματός του και η αντίδρασή του στις βέβαιες αρνήσεις των εταίρων ν' αποδεχθούν τις αξιώσεις του, μόνο μέσα από μια τέτοια διαδικασία θ' αναδειχθούν. Κι αυτή την ευκαιρία, που μάλιστα του προσφέρεται, ο Σαμαράς όχι μόνο δεν την αρπάζει από τα μαλλιά αλλά αρνείται και να τη χρησιμοποιήσει. Δυστυχώς στην πολιτική, όπως και στη ζωή, δεν σου έρχονται όλα έτοιμα. Κάπου κάπου χρειάζεται να κάνεις κι εσύ κάτι.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Συναισθηματική ψήφος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
Το γιατί ψηφίζουμε αυτό που ψηφίζουμε είναι μια περίπλοκη υπόθεση και σε μεγάλο βαθμό η συγκυρία διαδραματίζει τον δικό της ρόλο. Οπωσδήποτε όμως, είτε μας αρέσει να το ακούμε είτε όχι, πολύ σημαντικό ρόλο παίζει απλώς το συναίσθημα. Εικάζουμε (και νομίζω ότι δεν πρωτοτυπούμε εδώ) πως, για παράδειγμα, ο Γιώργος Παπανδρέου υπερψηφίστηκε το 2009 λόγω επωνύμου – κι αν τελικώς σχηματίσει κόμμα, όσες ψήφους πάρει θα τις πάρει και πάλι λόγω επωνύμου.

Πολύς κόσμος επίσης ψηφίζει ΚΚΕ για συναισθηματικούς λόγους: είναι ένα ιδιότυπο «διαγενεαλογικό τραύμα» που φαίνεται να ξεκινάει από παππού και φτάνει ώς τον εγγονό. Πολλοί ψηφοφόροι του ΚΚΕ αφήνουν κληρονομιά ακόμα και την ακίνητη περιουσία τους στον Περισσό – όπως οι βαθιά θρησκευόμενοι σε μοναστήρια...
Ανάλογα, οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας πολύ δύσκολα θα αλλαξοπιστήσουν, όσο δυσαρεστημένοι κι αν είναι. Γενικά, τα παλαιά κόμματα έχουν εγκαθιδρύσει έναν συναισθηματικό κόσμο απ’ τον οποίο δύσκολα μπορεί να αποκοπεί κάποιος. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, είδαμε απίθανες μετακινήσεις και άλματα, ενώ νέα σχήματα, όπως το «Ποτάμι», δεν έχουν πίσω τους ιστορία τέτοια που να προϋποθέτει και αντίστοιχη συναισθηματική δεξαμενή.

Τηρουμένων των αναλογιών, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι νέο κόμμα – περίπου. Και εκεί όμως, φαίνεται πως το συναίσθημα περισσεύει. Τόσο που ακούμε ψηφοφόρους του (άνθρωποι που παραδοσιακά ψήφιζαν κάποτε το λεγόμενο ΚΚΕ Εσωτερικού) να επιμένουν να τον ψηφίσουν και ας μην τους αρέσουν όσα ακούνε από τους ιθύνοντες της Κουμουνδούρου. Η κύρια επιχειρηματολογία των ψηφοφόρων αυτών στο εύλογο ερώτημα «τότε γιατί τους ψηφίζεις;» είναι ότι «ναι μεν λένε αυτά τα τρελά, αλλά όταν γίνουν εξουσία, δεν θα πράξουν όσα λένε». Η παλαβή αυτή άποψη ακούγεται πολύ τον τελευταίο καιρό.

Φαίνεται πως, επειδή σε κανέναν δεν αρέσει να λέει ότι ψηφίζει αυτό που ψηφίζει για λόγους καρδιάς, σκαρφίζεται απίθανες δικαιολογίες προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Διότι είναι όντως απίθανο: να ψηφίζεις ένα κόμμα όχι για να επιβεβαιώσει τον προεκλογικό του λόγο, μα για να τον διαψεύσει!

Αβυσσος η ψυχή του ψηφοφόρου.
Έντυπη

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Πρώτον ότι με παλιά υλικά δεν φτιάχνεται το καινούργιο.

«Δεν είναι Διακήρυξη δημιουργίας νέου κόμματος» φαίνεται να μην άρεσε σε κάποιους που προσχηματικά ή όχι τους έβαλε απέναντι στο εγχείρημα. Οι οπαδοί αυτής της άποψης συνοψίζουν την αντίδρασή τους με δύο επιχειρήματα. Πρώτον, ότι με παλιά υλικά δεν φτιάχνεται το καινούργιο, και δεύτερον, ως συνέπεια του πρώτου, τα δυο κόμματα που προσκαλούνται να συμμετάσχουν στην επανεκκίνηση της Κεντροαριστεράς οφείλουν να διαλυθούν.
Ποιος όμως στη ζωή καθορίζει τι είναι καινούργιο και τι παλιό; Είναι ίσως οι απόψεις, τα φυσικά πρόσωπα που υλοποιούν το σχέδιο, τα πολιτικά υποκείμενα ή όλα αυτά μαζί; Είναι λοιπόν επιτακτικό καθήκον αυτοί που ζητούν το καινούργιο να το προσδιορίσουν, πριν ζητήσουν να το προσδιορίσουν πρώτα οι άλλοι. Και επίσης να πουν ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι!  Προσδιορίζοντας το καινούργιο ως «μία στρατηγική που να προβάλλει τους εαυτούς μας στο μέλλον, σε μια Ευρώπη που αναζητά την προοπτική της» δίνει σε αδρές γραμμές τα διακυβεύματα αυτής της προοπτικής, την εθνική ανασυγκρότηση, την ανάπτυξη και το παραγωγικό μοντέλο, την εθνική αυτογνωσία, την οριοθέτηση απέναντι στον δεξιό και αριστερό λαϊκισμό. Είναι προφανές ότι όλες αυτές οι προτάσεις χρειάζονται εξειδικεύσεις, αλλά είναι επίσης σαφές ότι οι επεξεργασίες αφορούν κυρίως τους συμπαίκτες που καλούνται να συμμετάσχουν με τις δυνάμεις τους στην προσπάθεια!

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

λλο ηγέτης, άλλο μίμος


Το είχα προβλέψει. Αν κι εδώ που τα λέμε, άργησε κάπως. Νωρίτερα την περίμενα την αντίδραση του φίλου μου, του Παναγιώτη, στα όσα υποστηρίζω για τον ΣΥΡΙΖΑ και τον αρχηγό του. Κι εκεί που «στράβωσε» ο Παναγιώτης είναι στην τελευταία κόντρα του Σαμαρά με τους Συριζαίους για όσα είπε ο λαφαζανικός Τόλιος πως θα γίνουν αν μας παραζορίσουν οι Ευρωπαίοι. Ο Παναγιώτης υποστηρίζει πως δείχνει πανικό το γεγονός ότι κοτζάμ αρχηγός ασχολείται με δηλώσεις ενός απλού στελέχους.
Μόνο που ο φίλος μου δεν τα λέει όλα. Γιατί δεν είναι μόνο ο Τόλιος που μίλησε για αντιδράσεις που οδηγούν σε αδιέξοδα. Τα ίδια έκανε και η Φωτίου, και συνεχώς κάνει κι ο Λαφαζάνης ή και όποιος άλλος Συριζαίος επιχειρήσει ν' απαντήσει στο ερώτημα «και τι γίνεται αν οι Ευρωπαίοι δεν αποδεχτούν τις προτάσεις του Τσίπρα;».
Και δεν είναι μόνο ο Σαμαράς που ασχολείται μαζί τους. Θέλοντας και μη ασχολούμαστε όλοι όσοι δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι τα βιολιά και τα νταούλια του Τσίπρα διασφαλίζουν το οικονομικό και, κυρίως, το ευρωπαϊκό μέλλον μας.
Αλλά για να περιοριστούμε στον Σαμαρά, αυτός τη δουλειά του κάνει. Κι όπως έχουμε ξαναπεί, η βασική δύναμή του είναι οι αδυναμίες, τα λάθη, οι ηλιθιότητες των άλλων. Τις κοτσάνες του Τόλιου ή της Φωτίου ή του Λαφαζάνη θ' άφηνε αναξιοποίητες; Ποιος και γιατί δεν θα χτυπήσει τον αντίπαλο στο αδύνατο σημείο του όταν του δοθεί η ευκαιρία;
Το θέμα, Παναγιώτη μου, είναι αν ο Τσίπρας είναι ικανός να κάνει τη δική του δουλειά. Που μεταξύ άλλων είναι να προστατεύει την αξιοπιστία του κόμματός του από φαινόμενα όπως αυτό της πολυφωνίας. Και μάλλον δεν την έχει αυτή τη δυνατότητα. Γιατί άλλο πράγμα να είσαι Ανδρέας που «αποκεφάλιζε» όταν χρειαζόταν και άλλο ν' αντιγράφεις τις κινήσεις του, να μιμείσαι τη φωνή του και να παπαγαλίζεις τα συνθήματά του. Το πολύ να καταξιωθείς ως μίμος με κάτι τέτοια. Αλλά για ηγέτης χρειάζεται το κάτι παραπάνω. Χρειάζεται να πείσεις τους Λαφαζάνηδες ότι εσύ κάνεις κουμάντο. Επιστρατεύοντας όποιο μέσο χρειαστεί.