Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Η Ελλάδα είναι αφημένη στη μοίρα όσων δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους ...

Η πολιτική τάξη της Ελλάδας φαίνεται να στερείται το ένστικτο επιβίωσης που θα την οδηγούσε σε μια στοιχειώδη συνεννόηση ώστε να διαφύγουμε από την παγίδα της κρίσης. Οι αδυναμίες και η έλλειψη αυτοπεποίθησης της κυβέρνησης συνασπισμού, καθώς και η εμμονική άρνηση των αντιπολιτευόμενων κομμάτων σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση, απέδειξαν ότι δεν έχουμε κουλτούρα συνεργασίας και συμβιβασμού, ότι ο καθένας επιμένει στις δικές του θέσεις και ας είναι αδιέξοδες. Πώς γίνεται και οι πρωταγωνιστές της δημόσιας ζωής μας να αδυνατούν να αντικρίσουν την πραγματικότητα, ώστε να αντιμετωπίσουν μαζί τους άμεσους κινδύνους, θέτοντας την αντιπαράθεσή τους για λίγο στο περιθώριο;
Για πάνω από τρία χρόνια η πολιτική διαμάχη αφορά το ψευδοδίλημμα «Μνημόνιο ή αντι-Μνημόνιο;». Ετσι αποφύγαμε σοβαρή κουβέντα για το τι σημαίνει η υποστήριξη ή μη των μεταρρυθμίσεων που χρειάζονται ώστε η Ελλάδα να γίνει βιώσιμη, για να δούμε ποιοι είναι πράγματι υπέρ της προόδου και ποιοι επιμένουν να κρατούν τη χώρα στον βάλτο της αποτυχίας. Πέρα από τη σύγχυση περί του Μνημονίου, ουσιαστικότερος παράγοντας του πολιτικού τέλματος είναι η νοοτροπία ότι δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα για να σώσουμε την Ελλάδα –αντιθέτως, μπορούμε να ερωτοτροπούμε με την καταστροφή– επειδή κάποιος άλλος θα το κάνει για εμάς. Παρακολουθώντας την επίμονη άγνοια της πραγματικότητας και την αλαζονεία που επιδεικνύουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, σε συνδυασμό με την αγωνία όσων μελών της κυβέρνησης έχουν επαφή με τους δανειστές, είναι προφανές ότι η Ελλάδα είναι αφημένη στη μοίρα όσων δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους – τις αποφάσεις θα τις πάρουν άλλοι.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Αυτά που βλέπουν το φως τις τελευταίες μέρες για τη φτώχεια και την εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού.

Το απάνθρωπο, κυριολεκτικά, πρόσωπο των πολιτικών λιτότητας δεν προβάλλει, πλέον, μόνο μέσα από καθημερινές ατομικές, ομαδικές και συλλογικές τραγωδίες. Αποτυπώνεται και σε κάθε είδους στατιστικά στοιχεία. Οπως αυτά που βλέπουν το φως τις τελευταίες μέρες για τη φτώχεια και την εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Επιπλέον, απ' όλα τα σχετικά στοιχεία προκύπτει ότι το τσουνάμι της φτωχοποίησης βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.
Στις συνθήκες αυτές το μέγιστο, φυσικά, είναι ο περιορισμός των καταστροφών, η άμεση αντιμετώπιση των συνεπειών και η αποκατάσταση ενός αξιοπρεπούς κοινωνικού κράτους. Με την ανατροπή των πολιτικών λιτότητας κι όχι με φιλανθρωπίες και ρητορείες για δήθεν μέριμνα υπέρ «ευπαθών και ευάλωτων ομάδων». Θύμα ή υποψήφιο θύμα είναι, πια, η μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας.
Σε ένα άλλο επίπεδο, εξίσου εξοντωτικό με τα προγράμματα λιτότητας, αναπτύσσεται και η «ιδεολογικοποίηση» της φτωχοποίησης. Αρχικώς εκδηλώθηκε με πολλούς τρόπους για την «ασωτία» του παρελθόντος («μαζί τα φάγαμε» και τα συναφή). Κατόπιν διανθίστηκε με κηρύγματα για «ενάρετο βίο» («ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας, με δανεικά κλπ.»).
Τώρα επιχειρείται, μέσα από διάφορους διαύλους χειραγώγησης -συνειδητά ή όχι, αδιάφορο-, να νομιμοποιηθεί η φτώχεια στις αντιλήψεις και τις συνειδήσεις. Να θεωρηθεί ως φυσιολογική και αναγκαία η δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου. Οι αποδοχές πείνας να γίνουν δεκτές ως «φυσιολογικός μισθός», οι συντάξεις - φαντάσματα ως «κανονικότητα», το κοινωνικό κράτος, γενικώς, ως «πολυτέλεια», το δημόσιο αγαθό περίπου ως «αμαρτία» και «απαγορευμένος καρπός».
Η φτωχοποίηση δεν είναι μια ανεπιθύμητη παρενέργεια της εξουσίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ούτε τυχαίο υποπροϊόν των πολιτικών εξόδου από την κρίση. Είναι εργαλείο, όπως ας πούμε αυτό που ονομάζουν «εσωτερική υποτίμηση». Πριν από οτιδήποτε άλλο, πρόκειται για κεντρική επιλογή. Με ζητούμενο την αναδιανομή του πλούτου, παραλλήλως με την «κινεζοποίηση» της εργασίας, που τον παράγει. Μετά την επιβολή της φτώχειας, η αποδοχή, ο μοιρολατρικός συμβιβασμός μαζί της είναι το νέο μεγάλο επίδικο την εποχή της τρέχουσας κρίσης.

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Τι είχες, Γιάννη, τι είχα πάντα!

ΣΤΑ «ΠΑΡΑΘΥΡΑ» θα αναγνωρίσει ο σκεπτόμενος πολίτης αρκετούς και από τις δύο κατηγορίες, αρσενικούς και θηλυκούς… Κάνουν «παράσταση» με τα μάτια γουρλωμένα και τις καρωτίδες πρησμένες. Φλυαρούν ακατάσχετα, ωρύονται εναντίον όλων, χειρονομούν, σκεπάζουν τους συνομιλητές με κραυγές και, αφού ξεθυμάνουν, μπαίνουν στην ουρά για το επόμενο κανάλι… Ολοι τους όμως -θέλουν, δεν θέλουν- σερβίρουν το «πιάτο ημέρας», της επικαιρότητας, δημιουργούν εφήμερες εντυπώσεις, έτσι που η μεν συντριπτική πλειοψηφία των σκεπτόμενων πολιτών να μένει παθητική, η δε των μη σκεπτόμενων να χειραγωγείται κατά τις επιθυμίες του συστήματος, δεόμενη στον Υψιστο «πότε θα κάνει ξαστεριά»!..

ΤΑ ΑΛΛΑ όμως «πιάτα ημέρας», τα πιο οδυνηρά, είναι από τη μια μεριά το κλειστό πανεπιστήμιο με το χαμένο εξάμηνο και με τους γονείς να πληρώνουν για τα γινάτια των καθηγητών και, από την άλλη, η απάνθρωπη καταδίκη χιλιάδων ασθενών να μένουν εγκαταλειμμένοι, χωρίς φάρμακα, χωρίς περίθαλψη, για τα γινάτια των γιατρών. Που σημαίνει ότι στη δημοκρατία μας (ένας Θεός να την κάνει!) αδικούνται οι πολλοί, δηλαδή αυτοί που δεν μπορούν να κάνουν απεργίες, ενώ ασκούν ξέφρενη εξουσία οι λίγοι - πού είσαι, Σωκράτη, να τα ψάλεις στο Σύστημα!

Συμπέρασμα; Τι είχες, Γιάννη, τι είχα πάντα! Και όμως, η λύση δεν είναι μακριά. Σε έξη μήνες ο λαός θα το βροντήξει μια και καλή. Τον Μάιο, με τη διπλή, ίσως και τριπλή προσφυγή στην κάλπη θα κάνει, με το καλό, τη μεγάλη ανατροπή του. Εκτός και αν την αποφασίσει νωρίτερα, με το άγριο!..

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Ενας στους δύο νέους χάνει.

Οι άνθρωποι δεν είχαν δουλειά· δεν είχαν τους λίγους έστω πόρους που προσφέρει μια δουλειά σήμερα ούτε τον αυτοσεβασμό με τον οποίο συνταυτίζεται. Ειδικά στους νέους 15-24 ετών, η ανεργία, 51,9%, επιβεβαιώνει με τον τρόπο του δράματος τη διαφήμιση του λαχείου· «ένας στους δύο κερδίζει»...
Ενας στους δύο νέους χάνει. Ενας στους δύο φρέσκους ανθρώπους, της ηλικίας που τα βιβλία ακόμα την υμνούν ως ηλικία των ονείρων, χάνει εκ προοιμίου σ’ ένα παιχνίδι σημαδεμένο από θεσμούς και μηχανισμούς που δεν μπορεί να τους φτάσει, να τους αγγίξει. Χάνει σε δουλειά, σε όρεξη για ζωή, σε όρεξη για ν’ αλλάξει τη ζωή, τη δική του και των υπολοίπων. Χάνει ακόμα και σε όρεξη να αγαπήσει και να αγαπηθεί, έτσι όπως νιώθει μειωμένος, έκθετος, προσβεβλημένος από την ίδια την πατρίδα του. Με άπραγα τα χέρια και μουδιασμένο το μυαλό, γλιστράει στην αυτολύπηση και στον αρνητισμό, πρώτο θύμα του οποίου είναι ο εαυτός του.
Μια γενιά με σαφώς περισσότερες γνώσεις από τις προηγούμενες, με δύο και τρεις ξένες γλώσσες που κατέχει στ’ αλήθεια (και όχι όπως τις κατείχαν όσοι τα περασμένα χρόνια πλούτιζαν το βιογραφικό τους με τη διαβεβαίωση «ομιλώ απταίστως την Αγγλικήν και την Γαλλικήν» και προσλαμβάνονταν στο Δημόσιο μόνο και μόνο επειδή ομιλούσαν την Κομματικήν), με τα πτυχία, τα διδακτορικά της, τα μάστερ, πάει στράφι. Γιατί στους πλήρως άνεργους πρέπει να προσθέσουμε και όσους ψευτοδουλεύουν ανασφάλιστοι, κάθε δεύτερη ή τρίτη μέρα, και πληρώνονται «έναντι».

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Περί αστέγων και ανέργων ο λόγος.

Περί αστέγων και ανέργων ο λόγος. Περί της ενοχλητικής πραγματικότητας δηλαδή, που δεν θα αμβλυνθεί όσο θα πλησιάζουμε τις χρονιάρες μέρες. Αντίθετα, θα επιδεινωθεί, αφού το αίσθημα αποκλεισμού από τη γιορτή, ακόμα και τη συμβατική, εκβάλλει στην απελπισία. Λέει για παράδειγμα το κλιμάκιο της τρόικας, που έρχεται-δεν έρχεται, συμφωνεί-δεν συμφωνεί, πιστώνει-δεν πιστώνει: «Να μην αρθεί το καθεστώς προστασίας της πρώτης και μοναδικής κατοικίας και να μην εκπλειστηριάζεται, ακόμα κι αν ο δανεισθείς δεν είναι μπαταξής αλλά αδυνατεί, λόγω παρατεταμένης ανεργίας, να πληρώσει την τράπεζα; Και γιατί παρακαλώ μια τέτοια υπερβολική απαίτηση; Επειδή θα πολλαπλασιαστούν οι άστεγοι; Και πού το πρόβλημα; Αστεγοι υπάρχουν σε όλες τις χώρες του κόσμου, πλούσιες και φτωχές. Γιατί να ξεχωρίσει η Ελλάδα;».
Πρόδηλο το δίκιο τους. Κοσμογυρισμένοι άνθρωποι όπως είναι, έχουν δει κι έχουν δει τα μάτια τους. Φαβέλες, ντενεκεδουπόλεις, ταλαίπωρους σκηνίτες στη μέση του πουθενά, πλάσματα που ξενυχτάνε πάνω σ’ ένα παγκάκι και κάτω από μια εφημερίδα, κλοσάρ που στο βαρύ κρύο αναζητούν λίγη ζέστα στους σταθμούς του μετρό. Και να ’ταν μόνο οι κλοσάρ. Στη Γαλλία ξεπερνούν τα τριάμισι εκατομμύρια όσοι δεν έχουν αξιοπρεπή στέγη. Οπότε; Από πού αντλούν οι Ελληνες το δικαίωμα να απαιτούν φυλετικές διακρίσεις υπέρ τους; Να πονέσουν. Oπως όλοι. Να στερηθούν. Οπως οι πάντες· γιατί παράγιναν νωθροί με τόσες πολυτέλειες. Δεν χάθηκε ο κόσμος αν βρεθούν στον δρόμο μερικές δεκάδες χιλιάδες. Ας το δουν σαν ευκαιρία. Για να διαπιστώσουν πόσο γερές είναι οι φιλίες και οι συγγενικές τους σχέσεις.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Ολοι αυτοί οι εξηντάρηδες της περιώνυμης γενιάς του Πολυτεχνείου.

Κρίνοντας τουλάχιστον από τα πρόσωπα που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση των «58», Κεντροαριστερά σημαίνει «σοβαρό» ΠΑΣΟΚ: το «σημιταριό» καταπώς το έθεσε ο Πάγκαλος. Ολοι αυτοί οι εξηντάρηδες της περιώνυμης γενιάς του Πολυτεχνείου, που ωρίμασαν πολιτικά στη Μεταπολίτευση και, έκτοτε, θεωρούν εκ προοιμίου καλό, σωστό και πρέπον κάθε τι το αριστερό. Ομως η Αριστερά, με τις πολιτικές της και τη νοοτροπία της τεμπελιάς (την έλεγαν «δικαιώματα» και «κεκτημένα») που εμφύσησε στην κοινωνία, κατέστρεψε τη χώρα. Οι άνθρωποι αυτοί, βαθιά μέσα τους, το ξέρουν. Πώς να τολμήσουν να το πουν όμως; Πώς να διαγράψουν σαράντα χρόνια και να παραδεχθούν ότι οι πολιτικές που μπορούν σήμερα να σώσουν τη χώρα και τις υπαγορεύει ο κοινός νους είναι αυτές που κάποτε οι ίδιοι κατήγγελλαν ως δεξιές; Η Κεντροαριστερά, εν ολίγοις, είναι ένα μεταβατικό στάδιο της πορείας προς το κέντρο. Οπως ο δύτης που πρέπει να περάσει το στάδιο της αποσυμπίεσης...

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Πρώτον ότι με παλιά υλικά δεν φτιάχνεται το καινούργιο.

«Δεν είναι Διακήρυξη δημιουργίας νέου κόμματος» φαίνεται να μην άρεσε σε κάποιους που προσχηματικά ή όχι τους έβαλε απέναντι στο εγχείρημα. Οι οπαδοί αυτής της άποψης συνοψίζουν την αντίδρασή τους με δύο επιχειρήματα. Πρώτον, ότι με παλιά υλικά δεν φτιάχνεται το καινούργιο, και δεύτερον, ως συνέπεια του πρώτου, τα δυο κόμματα που προσκαλούνται να συμμετάσχουν στην επανεκκίνηση της Κεντροαριστεράς οφείλουν να διαλυθούν.
Ποιος όμως στη ζωή καθορίζει τι είναι καινούργιο και τι παλιό; Είναι ίσως οι απόψεις, τα φυσικά πρόσωπα που υλοποιούν το σχέδιο, τα πολιτικά υποκείμενα ή όλα αυτά μαζί; Είναι λοιπόν επιτακτικό καθήκον αυτοί που ζητούν το καινούργιο να το προσδιορίσουν, πριν ζητήσουν να το προσδιορίσουν πρώτα οι άλλοι. Και επίσης να πουν ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι! Τουλάχιστον η πρόσκληση των 58, με τη σαφήνεια που επιτρέπει η φύση ενός τέτοιου κειμένου, το περιγράφει. Θυμίζω ότι προσδιορίζοντας το καινούργιο ως «μία στρατηγική που να προβάλλει τους εαυτούς μας στο μέλλον, σε μια Ευρώπη που αναζητά την προοπτική της» δίνει σε αδρές γραμμές τα διακυβεύματα αυτής της προοπτικής, την εθνική ανασυγκρότηση, την ανάπτυξη και το παραγωγικό μοντέλο, την εθνική αυτογνωσία, την οριοθέτηση απέναντι στον δεξιό και αριστερό λαϊκισμό. Είναι προφανές ότι όλες αυτές οι προτάσεις χρειάζονται εξειδικεύσεις, αλλά είναι επίσης σαφές ότι οι επεξεργασίες αφορούν κυρίως τους συμπαίκτες που καλούνται να συμμετάσχουν με τις δυνάμεις τους στην προσπάθεια!