Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Ετσι όμως δεν πάμε πουθενά.

Ζούμε μια τέτοια ιστορική στιγμή καθώς η Ελλάδα μοιάζει όλο και περισσότερο με αυτό που πριν από πάρα πολύ καιρό προσομοιάσαμε με failed state. Οι αγρότες έχουν παραλύσει κάθε οικονομική δραστηριότητα και ακολουθούν τις ακραίες, βίαιες συμπεριφορές τις οποίες έμαθαν από τους κυβερνώντες. Οι ροές προσφύγων και μεταναστών έχουν γίνει ανεξέλεγκτες και αποκόπτουν την Ελλάδα από την υπόλοιπη Ευρώπη. Βιαστικοί και άγαρμποι χειρισμοί στο λεπτό ζήτημα της νατοϊκής εμπλοκής στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο κινδυνεύουν να γίνουν μπούμερανγκ. Η πραγματική οικονομία έχει παγώσει και οι τράπεζες φοβούνται να πάρουν οιανδήποτε απόφαση. Και, εν τω μεταξύ, η χώρα κινδυνεύει να βρεθεί εκεί όπου ήταν το περασμένο καλοκαίρι, σε περίπτωση που η αξιολόγηση δεν κλείσει έγκαιρα.

Ο καθένας έχει μια λύση να προτείνει για το πώς θα βγούμε από αυτή την τέλεια καταιγίδα, τον συγκερασμό πολλαπλών, ταυτόχρονων αδιεξόδων. Αλλος θεωρεί τις εκλογές λύση, άλλος μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού ή και οικουμενική.

 Ακόμη και αν ανασταίναμε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή ή και τον Καποδίστρια, θα είχαν πολύ μεγάλη δυσκολία να βάλουν τάξη στο νεοελληνικό χάος.

Η σημερινή κυβέρνηση είναι εξαιρετική στο να προβάλλει φαντάσματα και να εξολοθρεύει πραγματικούς ή φανταστικούς εχθρούς. Προσπαθώ να βρω και να πιάσω στα χέρια μου ένα λιθαράκι πραγματικής δημιουργίας της, κάτι παραγωγικό και καινούργιο, αλλά δυσκολεύομαι. Το μόνο που θέλει είναι να κρατάει έναν καθρέφτη μπροστά μας και να μας δείχνει συνέχεια τις αμαρτίες, που είναι πολλές, του παρελθόντος. Ετσι όμως δεν πάμε πουθενά, δεν κυβερνιέται ο τόπος.

Θα χτυπήσουμε σε τοίχο σύντομα.
Έντυπη

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Ασφαλώς δεν είναι ο διάλογος που θα ήθελαν οι αγρότες.

Περίεργη η σημερινή εξέλιξη. Σίγουρα δεν είναι ο διάλογος που θέλει και επιδιώκει η κυβέρνηση, για να μπορέσει να προχωρήσει απερίσπαστη στη διαπραγμάτευση. Και ασφαλώς δεν είναι και ο διάλογος που θα ήθελαν οι αγρότες, προκειμένου να αποχωρήσουν συνολικά από τα μπλόκα, προσβλέποντας σε κάποιες ρυθμίσεις που θα προσέγγιζαν τους αγωνιστικούς στόχους τους. Αυτός είναι, όμως, ο μοναδικός διάλογος που οι συνθήκες επιτρέπουν και οι άμεσα εμπλεκόμενοι αποδέχονται και σε αυτόν θα εναποτεθούν οι ελπίδες για μια ουσιαστικότερη συνέχεια.
Δεν θα είναι εύκολη η σύγκλιση των απόψεων. Και ίσως να μην καταστεί τελικά δυνατή όχι μόνο τώρα, αλλά ούτε και στις επόμενες προσπάθειες προσέγγισης της κυβέρνησης και του αγροτικού κόσμου, όταν μάλιστα η εκπροσώπηση των αγροτών δεν είναι ενιαία και η επιχειρηματολογία τους κοινή. Ωστόσο, ούτε οι μεν ούτε οι δε δικαιούνται να μη συνεκτιμήσουν τελικά τα όσα εξαρτώνται από τη στάση τους και από το αίσθημα ευθύνης το οποίο θα επιδείξουν.
Κι αυτό είναι που θα δούμε τις επόμενες ώρες αλλά και τα επόμενα εικοσιτετράωρα. Αν και σε ποιον βαθμό η κυβέρνηση θα εξαντλήσει τις δυνατότητές της, προκειμένου να παρουσιάσει στον αγροτικό κόσμο μια πρόταση που θα οδηγήσει στην απελευθέρωση των δρόμων σε όσο το δυνατόν περισσότερα σημεία. Και ανάλογη είναι και η προσδοκία να συνειδητοποιήσουν οι αγρότες ότι δυστυχώς έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που οι κυβερνητικές αποφάσεις τελούν υπό την έγκριση των εταίρων και δανειστών μας.
Δεν είναι ευχάριστο, δεν είναι ασφαλώς τιμητικό, αλλά η πραγματικότητα. Και με βάση αυτήν είμαστε υποχρεωμένοι να κινούμαστε και να αποφασίζουμε.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Δεν μπορούν να πάνε στις εκλογικές τους περιφέρειες.

Οι απαράδεκτες εικόνες με τους βουλευτές που τρέχουν πανικόβλητοι να κρυφτούν και δέχονται ύβρεις και προπηλακισμούς αποκαλύπτουν το τεράστιο έλλειμμα δημοκρατικής συνείδησης που έχουμε ως κοινωνία. Δεν έχει καμιά σημασία αν οι βουλευτές που δέχονται τώρα τις επιθέσεις ανήκουν στον ΣΥΡΙΖΑ ή όπου αλλού. Το πρόβλημα παραμένει ίδιο και αποκαλύπτει τον κοινωνικό κατήφορο στον οποίο έχει διολισθήσει ο τόπος, ασχέτως αν γι' αυτό ευθύνονται σε μέγιστο βαθμό και αυτοί που σήμερα δεν μπορούν να πάνε στις εκλογικές τους περιφέρειες.
Η κατάσταση δεν επιδέχεται ανοχή και ολιγωρία από κανέναν διότι με την τροπή που έχουν λάβει οι αντιδράσεις θα φθάσουμε σε μια κοινωνία ζούγκλα και τότε δεν θα υπάρχει επιστροφή. Οφείλουμε να ξεχάσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και τα στελέχη του δίδαξαν την αυθαιρεσία και το χουλιγκανισμό στην πολιτική. Εχουμε χρέος να σταματήσουμε τον πολιτικό αναλφαβητισμό και τη βία από όπου και αν προέρχονται. Δεν πρέπει να παρασυρθούμε ως πολίτες από την κακεντρέχεια και τη μικροπολιτική υστεροβουλία.
Αλλο θέμα οι κινητοποιήσεις και η πολιτική ένταση και εντελώς άλλο η πρωτόγονη βία που δηλητηριάζει τον δημόσιο βίο και ανοίγει πληγές σε έναν ήδη κατακερματισμένο κοινωνικό ιστό. Οι όψιμες κραυγές κυβερνητικών που ανακαλύπτουν πρωτόγνωρα φαινόμενα απλώς τους εκθέτουν αλλά δεν επιτρέπεται σε καμιά περίπτωση διάθεση συμψηφισμού. Ο σεβασμός στους κανόνες της δημοκρατίας δεν είναι δικαίωμα αλλά υποχρέωση και επ' αυτού δεν χωρούν εκπτώσεις.
Τώρα το γεγονός ότι η κυβέρνηση είναι πελαγωμένη από τις δικές της αντιφάσεις και τα ασύστολα ψεύδη με τα οποία επιμένει να πολιτεύεται είναι άλλης τάξεως ζήτημα και αυτό καταγράφεται ήδη στις συνειδήσεις των πολιτών. Μια πρόχειρη ματιά στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις αποκαλύπτει πως η εποχή των ψευδαισθήσεων έχει παρέλθει και τώρα καταβάλλεται το τίμημα της παραμυθίας με την οποία διεκδίκησαν και κέρδισαν τη σχετική εμπιστοσύνη των πολιτών.
Ακριβώς επειδή καταγράφεται αυτό το κλίμα, άλλωστε, ο Αλέξης Τσίπρας και οι επιτελείς του δείχνουν μιαν απίστευτη αμηχανία. Ακόμη χειρότερα προωθούν εκδικητικές αλλά πρωτίστως αυταρχικές ρυθμίσεις που δεν επιδέχονται σοβαρή κριτική για να ξεφύγουν από την παγίδα που έχουν εγκλωβιστεί.
Κατασκευάζουν φανταστικούς εχθρούς για να εκβιάσουν ακόμη και τους βουλευτές τους διότι τώρα που βρίσκονται αντιμέτωποι με την πραγματικότητα που δημιούργησαν αποδεικνύονται ανίκανοι και ολίγιστοι ακόμη και για τα στοιχειώδη. Αυτό όμως θα κριθεί στην ώρα του (δεν μοιάζει και πολύ μακριά) από τους πολίτες που τώρα πια δεν έχουν αυταπάτες. Η βία, όμως, δεν έχει θέση σε καμιά περίπτωση και αυτό μας αφορά όλους.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Τα αδιέξοδα που δημιούργησε υποκαθιστά την πολιτική με την άρνηση.

Βασική παθογένεια της πολιτικής ζωής είναι ο καταγγελτικός λόγος. Δεν χρησιμοποιείται μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά ενίοτε και από την κυβέρνηση. Οι αντιπολιτευόμενοι επενδύουν στην άρνηση, προσδοκώντας οφέλη από τα λάθη και τις ανεπάρκειες εκείνων που ασκούν εξουσία. Οι κυβερνώντες, μόλις έρθουν αντιμέτωποι με τα προβλήματα και τις δυσκολίες, προσχωρούν στην κατά πάντων κριτική. Κυρίως αποποιούνται τις ευθύνες τους, μεταθέτοντάς τες στους αντιπάλους. Για να συγκαλύψουν τα ελλείμματά τους ανακαλύπτουν υπονομευτές.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο τρόπος που πολιτεύεται, χρόνια τώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ. Ως αντιπολίτευση ακολούθησε σκληρή αντιμνημονιακή ρητορική. Ενοχοποίησε τους αντιπάλους, εγκαλώντας τους για τη χρεοκοπία της χώρας. Υπέθαλψε ακραίες αντιδράσεις, δηλητηριάζοντας μεγάλο τμήμα πολιτών με τον ιό του εθνολαϊκισμού. Ποντάροντας στις συνέπειες της κρίσης, αλλά και στις παλινδρομήσεις της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, κατέλαβε την εξουσία. Στην πρώτη κυβερνητική του θητεία επιχείρησε να προωθήσει ανερμάτιστες αντιμνημονιακές επιλογές, με αποτέλεσμα να βρεθούμε με το ένα πόδι εκτός Eυρωζώνης. Η αναδίπλωσή του δεν αποτέλεσε καμιά τομή στην προγενέστερη στρατηγική του.
Hταν μια ανώμαλη προσγείωση στη σκληρή πραγματικότητα, με την οποία αδυνατεί να συμφιλιωθεί. Απόδειξη, η ακατάληπτη και σχιζοειδής πολιτική που ακολουθεί ακόμη και σήμερα. Είναι εμφανές πως η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στερείται στοιχειώδους ατζέντας. Βρίθει από αντιφάσεις, ενώ διακρίνεται από πολιτική και διαχειριστική ανεπάρκεια. Το κυριότερο, βρίσκεται σε διάσταση με τις πραγματικές ανάγκες της χώρας και της οικονομίας. Eτσι εξηγείται και η ασφυξία, στην οποία περιήλθε, με ορατό τον κίνδυνο να οδηγηθεί στην παράλυση. Εμμένοντας σε μια ατελέσφορη γραμμή πλεύσης, επαναλαμβάνει τη γνώριμη τακτική του «αντί».
Μετά το αντι-μνημόνιο, επιλέγει την αντι-διαπλοκή, υποδυόμενη ότι δίνει μάχες με τα μεγάλα επιχειρηματικά και οικονομικά συμφέροντα. Στοχοποιώντας όσους την αντιπολιτεύονται, υποδαυλίζει τα άγρια ένστικτα όλων εκείνων που ρέπουν σε σενάρια συνωμοσίας, παρασκηνίου, μεθοδεύσεων. Πυροδοτώντας μια παρωχημένη ταξική μισαλλοδοξία, κατασκευάζει εσωτερικούς εχθρούς. Επενδύει στον κοινωνικό αυτοματισμό, υποθάλποντας την αντιπαλότητα μεταξύ των επαγγελματικών ομάδων. Θεωρεί τον ιδιωτικό τομέα πυλώνα του νεοφιλελευθερισμού. Αντιμετωπίζει την επιχειρηματικότητα ως παρασιτική δραστηριότητα. Η αντιπολίτευση κατηγορείται ως τρόικα εσωτερικού. Οι Ευρωπαίοι εταίροι εγκαλούνται για υπονόμευση της χώρας. Μάλιστα, λαϊκίζοντας επικίνδυνα, βάλλει κατά των ΜΜΕ, θεωρώντας παθογένεια της δημοκρατίας την αυτονόμησή τους.
Η κυβέρνηση επιδίδεται σε σκιαμαχίες γιατί δεν μπορεί να θεμελιώσει μια πολιτική εξόδου από την κρίση. Μπλοκαρισμένη από τα αδιέξοδα που δημιούργησε υποκαθιστά την πολιτική με την άρνηση. Oμως ο καταγγελτικός λόγος της δεν συνιστά στρατηγική. Δεν συγκροτεί αφήγημα. Δεν συντηρεί προσδοκίες, ούτε συμβάλλει στη μεταστροφή του κλίματος. Δεν απαντά στα καίρια ερωτήματα των πολιτών ούτε ανταποκρίνεται στις αγωνίες της κοινωνίας. Η πολιτική ως «αντί» είναι δοκιμασμένη συνταγή, στην οποία καταφεύγουν όσοι διαπιστώνουν την εξασθένηση της κυριαρχίας τους, αδυνατώντας να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Ας είμαστε λοιπόν όσο σοβαροί απαιτούν οι καιροί μας.

Τα σωρευόμενα αδιέξοδα της κυβέρνησης οδηγούν πολλούς στην εκτίμηση της οικειοθελούς ή μη διαφυγής των κυβερνώντων κομμάτων από τις ευθύνες διακυβέρνησης. Αρκετοί προτείνουν ως διέξοδο μια κυβέρνηση συνεργασίας από την υφιστάμενη Βουλή με τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ. Με άλλα λόγια, μια κυβέρνηση που θα εκπορεύει πολιτικές ύστερα από συνεννόηση με στελέχη που έχουν επιδείξει ανικανότητα, ημιμάθεια όπως και τάση ολοκληρωτισμού και αναξιοκρατικής κομματοκρατίας. Συνεπώς προτείνουν μια κυβέρνηση με εξ ορισμού περιορισμένο χρόνο ζωής - εκτός εάν όλα τα συμμετέχοντα κόμματα αποδεχθούν να διαπραγματεύονται για θέματα εφαρμογής του Συντάγματος ή δημοκρατίας, οπότε θα μιλάμε για μια οικουμενική εκτροπή.
Παράλληλα, η πρόταση για κυβέρνηση συνεργασίας από την υφιστάμενη Βουλή αφήνει εξ αντικειμένου ως αιχμή του αντιπολιτευτικού -δραχμικού- μπλοκ τη Χρυσή Αυγή που σίγουρα θα βρεθεί, συν τω χρόνω, δεύτερο κόμμα και πάντως με υψηλότερα ποσοστά στο εκλογικό σώμα των αγανακτισμένων - κοινό τόπο ψηφοθηρίας με τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Ποιος άραγε δεν βλέπει μια τέτοια προοπτική με τις μεγάλες ή μικρές πιθανότητές της; Ποιος δεν συνυπολογίζει αυτούς τους κινδύνους υιοθετώντας απλουστευτικές, αγαθές ή αβέλτερες προσεγγίσεις για το μέλλον της χώρας;
Ποιος δεν ανατρέχει στην ιστορία του Μεσοπολέμου, τις αλλεπάλληλες απόπειρες κυβερνήσεων συνεργασίας που επέφεραν σταδιακή απαξίωση του πολιτικού συστήματος, οδηγώντας τον κοινοβουλευτισμό στα χέρια του Μεταξά εν αναμονή των συνεννοήσεων βενιζελικών-αντιβενιζελικών για κυβέρνηση συνεργασίας. Σήμερα, η ημιμάθεια και η ανιστορικότητα δεν συνάδουν με την απαιτούμενη ελαχίστη ποιότητα κοινοβουλευτισμού.
Ακόμα περισσότερο, η εξουσιολαγνεία είναι κακός σύμβουλος για τη χάραξη πολιτικής σε μια από τις κρισιμότερες καμπές στην ιστορία του τόπου, όπως και η κύλιση σε εύπεπτες και απλουστευτικές συνθηματολογικές εκστομίσεις. Η μόνη λύση για τον τόπο είναι η αποχώρηση της κυβέρνησης και οι εκλογές που θα αναδείξουν μια νέα αμιγώς και ειλικρινώς ευρωπαϊκή κυβέρνηση. Αυτή η προοπτική συνδέεται με την επάνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση, εισπράττοντας τα όποια λάθη της νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και της κυβέρνησής της, όσο και από τη συσπείρωση των εναπομεινασών δυνάμεών της. Κυρίως όμως αναδεικνύει τον ΣΥΡΙΖΑ σε ανάχωμα έναντι των προοπτικών συσπείρωσης των αγανακτισμένων στη Χρυσή Αυγή και τα άλλα ακροδεξιά μορφώματα, που θα είναι έτοιμα να υποστηρίξουν τη νέα μεταξική παράδοση της δημοκρατίας. Ας είμαστε λοιπόν όσο σοβαροί απαιτούν οι καιροί μας, ήτοι σοβαρότεροι.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Η επιστροφή στον δικομματισμό.

Μέχρι τις εκλογές του 2012 το ελληνικό πολιτικό σύστημα ήταν σχεδόν αμιγώς δικομματικό. Δύο μόνο κόμματα, και πάντοτε τα ίδια, δηλαδή η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, ήταν σε θέση να κατακτήσουν την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή, και ένα από αυτά, άλλοτε η ΝΔ και άλλοτε το ΠΑΣΟΚ, επικρατούσε στην εκλογική αναμέτρηση και σχημάτιζε αυτοδύναμη κυβέρνηση. Μετά το 2012 το σύστημα μεταβλήθηκε σε πολυκομματικό. Κανένα από τα δύο πιο ισχυρά κόμματα, που τώρα πλέον είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ, δεν είναι σε θέση να κατακτήσει μόνο του την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή, χάρη όμως στην πριμοδότηση των 50 επιπλέον εδρών το εκάστοτε πρώτο κόμμα μπορεί με τη σύμπραξη ενός ή δύο μικρότερων κομμάτων να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού, λιγότερο ή περισσότερο σταθερή.
Η επιστροφή στον δικομματισμό, δηλαδή σε ένα σύστημα δύο μεγάλων κομμάτων πέριξ του 40% το καθένα, που θα εναλλάσσονται στην εξουσία και θα κυβερνούν μόνα τους, φαίνεται μάλλον απίθανη, τουλάχιστον στο προβλεπτό μέλλον. Υπό τις συνθήκες αυτές ορισμένοι θεωρούν ότι η σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος περνάει μέσα από τον διπολισμό: τη δημιουργία δύο σχετικά ομοιογενών προεκλογικών ή μετεκλογικών συνασπισμών, γύρω από τους οποίους εφεξής θα δομείται ο πολιτικός ανταγωνισμός.
Εξ ου και τα σενάρια για την αλλαγή του τρόπου παραχώρησης του bonus, ώστε να διευκολυνθεί η δημιουργία δύο τέτοιων πόλων. Δεν υπάρχουν όμως οι δομικές προϋποθέσεις για τέτοια μεταβολή του πολιτικού συστήματος, διότι δεν λειτουργεί πια η κλασική διχοτομία Δεξιά-Αριστερά: αδιάψευστος μάρτυς η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ούτε ένα σχήμα Δεξιά-Κεντροδεξιά, Κεντροαριστερά-Αριστερά είναι εφικτό, αφού οι διαφορές που χωρίζουν το ΠΑΣΟΚ από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι αγεφύρωτες, ιδίως σε θέματα που αφορούν τη λειτουργία των θεσμών: οι κομματοκρατικές και αντισυνταγματικές πρακτικές του ΣΥΡΙΖΑ δεν αφήνουν κανένα περιθώριο συνεννόησης. Αντίθετα, ανοιχτό είναι το ζήτημα της δημιουργίας ενός αυτόνομου «τρίτου πόλου» ανάμεσα στη ΝΔ και στον ΣΥΡΙΖΑ, που μπορεί να έχει καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Η κυβέρνηση είναι σήμερα σε αδιέξοδο.

Εναν χρόνο τώρα που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει αναλάβει να βάλει σε τάξη τα οικονομικά μας και να μας βγάλει από τον λαβύρινθο του μνημονίου και των απαιτήσεων των δανειστών μας, οι μοναδικές «λύσεις» που βλέπουμε να πέφτουν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης είναι αυτές που έχουν να κάνουν είτε με συνταξιοδοτικές είτε με φορολογικές επιβαρύνσεις. Οι διαχειριζόμενοι τα οικονομικά ζητήματα είναι προφανώς ανίκανοι να σκεφτούν κάτι λιγότερο επαχθές για την τσέπη μας.
Αντίθετα, σε άλλους τομείς η ευρηματικότητά τους είναι αξιοπρόσεκτη. Μια χαρά τα έχουν καταφέρει, για παράδειγμα, με την επάνοδο στο Δημόσιο όσων είχαν προσφύγει στη νομική συμπαράσταση που πρόσφερε ο Κατρούγκαλος και το δικηγορικό γραφείο του. Και μια χαρά βολεύουν και τους φίλους και συγγενείς τους ως μετακλητούς υπαλλήλους που κανονικά φεύγουν όταν φύγει και ο υπουργός, αλλά τη δική τους «αριστερή» σοδιά σκέφτονται, λέει, να τη μονιμοποιήσουν.
Γενικά, να ξοδεύουν λεφτά ξέρουν. Απόδειξη και οι αυξήσεις που θα δώσουν στο Δημόσιο και φυσικά θα τις πληρώσουν οι συνταξιούχοι. Εκεί που κολλάνε είναι στην εξεύρεση εσόδων. Πέρα από φόρους δεν βλέπουν τίποτε άλλο. Από επενδύσεις, ζουν με την ψευδαίσθηση ότι θα τις φέρουν με προσωπικές επαφές και διακρατικές συμφωνίες. Και από ιδιωτικοποιήσεις, με το ζόρι και υπό πίεση ξανάκλεισαν οι ήδη κλεισμένες των περιφερειακών αεροδρομίων και της Cosco.
Αλήθεια, η ιστορία με το Ελληνικό τι έχει απογίνει; 'Η με εκείνες τις παραθαλάσσιες εκτάσεις στη Ρόδο; 'Η με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ; 'Η με τα πολλά και αξιοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου που ενδιαφέρουν τους ξένους επενδυτές, αλλά οι ιδεοληψίες των κυβερνώντων δεν αφήνουν να προχωρήσουν σχέδια τα οποία και χρήματα θα φέρουν στα ταμεία του Δημοσίου και θέσεις εργασίας θα δημιουργήσουν και τα φορολογικά και ασφαλιστικά έσοδα θα ενισχύσουν;
Η κυβέρνηση είναι σήμερα σε αδιέξοδο. Και οι διαβεβαιώσεις του πρωθυπουργού ότι «σε λίγες μέρες κλείνουν τα μέτωπα» καλώς ή κακώς δεν πείθουν κανέναν. Μήπως είναι η ώρα να πέσουν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης οι αποκρατικοποιήσεις και άρα και οι επενδύσεις; Σοβαρά και υπεύθυνα και όχι μέσω πρωθυπουργικών ταξιδιών και άλλων ανεκδότων που και οι προηγούμενοι τα δοκίμασαν, αλλά ανέκδοτα παρέμειναν.