Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Τα αδιέξοδα που δημιούργησε υποκαθιστά την πολιτική με την άρνηση.

Βασική παθογένεια της πολιτικής ζωής είναι ο καταγγελτικός λόγος. Δεν χρησιμοποιείται μόνο από την αντιπολίτευση, αλλά ενίοτε και από την κυβέρνηση. Οι αντιπολιτευόμενοι επενδύουν στην άρνηση, προσδοκώντας οφέλη από τα λάθη και τις ανεπάρκειες εκείνων που ασκούν εξουσία. Οι κυβερνώντες, μόλις έρθουν αντιμέτωποι με τα προβλήματα και τις δυσκολίες, προσχωρούν στην κατά πάντων κριτική. Κυρίως αποποιούνται τις ευθύνες τους, μεταθέτοντάς τες στους αντιπάλους. Για να συγκαλύψουν τα ελλείμματά τους ανακαλύπτουν υπονομευτές.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο τρόπος που πολιτεύεται, χρόνια τώρα, ο ΣΥΡΙΖΑ. Ως αντιπολίτευση ακολούθησε σκληρή αντιμνημονιακή ρητορική. Ενοχοποίησε τους αντιπάλους, εγκαλώντας τους για τη χρεοκοπία της χώρας. Υπέθαλψε ακραίες αντιδράσεις, δηλητηριάζοντας μεγάλο τμήμα πολιτών με τον ιό του εθνολαϊκισμού. Ποντάροντας στις συνέπειες της κρίσης, αλλά και στις παλινδρομήσεις της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, κατέλαβε την εξουσία. Στην πρώτη κυβερνητική του θητεία επιχείρησε να προωθήσει ανερμάτιστες αντιμνημονιακές επιλογές, με αποτέλεσμα να βρεθούμε με το ένα πόδι εκτός Eυρωζώνης. Η αναδίπλωσή του δεν αποτέλεσε καμιά τομή στην προγενέστερη στρατηγική του.
Hταν μια ανώμαλη προσγείωση στη σκληρή πραγματικότητα, με την οποία αδυνατεί να συμφιλιωθεί. Απόδειξη, η ακατάληπτη και σχιζοειδής πολιτική που ακολουθεί ακόμη και σήμερα. Είναι εμφανές πως η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στερείται στοιχειώδους ατζέντας. Βρίθει από αντιφάσεις, ενώ διακρίνεται από πολιτική και διαχειριστική ανεπάρκεια. Το κυριότερο, βρίσκεται σε διάσταση με τις πραγματικές ανάγκες της χώρας και της οικονομίας. Eτσι εξηγείται και η ασφυξία, στην οποία περιήλθε, με ορατό τον κίνδυνο να οδηγηθεί στην παράλυση. Εμμένοντας σε μια ατελέσφορη γραμμή πλεύσης, επαναλαμβάνει τη γνώριμη τακτική του «αντί».
Μετά το αντι-μνημόνιο, επιλέγει την αντι-διαπλοκή, υποδυόμενη ότι δίνει μάχες με τα μεγάλα επιχειρηματικά και οικονομικά συμφέροντα. Στοχοποιώντας όσους την αντιπολιτεύονται, υποδαυλίζει τα άγρια ένστικτα όλων εκείνων που ρέπουν σε σενάρια συνωμοσίας, παρασκηνίου, μεθοδεύσεων. Πυροδοτώντας μια παρωχημένη ταξική μισαλλοδοξία, κατασκευάζει εσωτερικούς εχθρούς. Επενδύει στον κοινωνικό αυτοματισμό, υποθάλποντας την αντιπαλότητα μεταξύ των επαγγελματικών ομάδων. Θεωρεί τον ιδιωτικό τομέα πυλώνα του νεοφιλελευθερισμού. Αντιμετωπίζει την επιχειρηματικότητα ως παρασιτική δραστηριότητα. Η αντιπολίτευση κατηγορείται ως τρόικα εσωτερικού. Οι Ευρωπαίοι εταίροι εγκαλούνται για υπονόμευση της χώρας. Μάλιστα, λαϊκίζοντας επικίνδυνα, βάλλει κατά των ΜΜΕ, θεωρώντας παθογένεια της δημοκρατίας την αυτονόμησή τους.
Η κυβέρνηση επιδίδεται σε σκιαμαχίες γιατί δεν μπορεί να θεμελιώσει μια πολιτική εξόδου από την κρίση. Μπλοκαρισμένη από τα αδιέξοδα που δημιούργησε υποκαθιστά την πολιτική με την άρνηση. Oμως ο καταγγελτικός λόγος της δεν συνιστά στρατηγική. Δεν συγκροτεί αφήγημα. Δεν συντηρεί προσδοκίες, ούτε συμβάλλει στη μεταστροφή του κλίματος. Δεν απαντά στα καίρια ερωτήματα των πολιτών ούτε ανταποκρίνεται στις αγωνίες της κοινωνίας. Η πολιτική ως «αντί» είναι δοκιμασμένη συνταγή, στην οποία καταφεύγουν όσοι διαπιστώνουν την εξασθένηση της κυριαρχίας τους, αδυνατώντας να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Ας είμαστε λοιπόν όσο σοβαροί απαιτούν οι καιροί μας.

Τα σωρευόμενα αδιέξοδα της κυβέρνησης οδηγούν πολλούς στην εκτίμηση της οικειοθελούς ή μη διαφυγής των κυβερνώντων κομμάτων από τις ευθύνες διακυβέρνησης. Αρκετοί προτείνουν ως διέξοδο μια κυβέρνηση συνεργασίας από την υφιστάμενη Βουλή με τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ. Με άλλα λόγια, μια κυβέρνηση που θα εκπορεύει πολιτικές ύστερα από συνεννόηση με στελέχη που έχουν επιδείξει ανικανότητα, ημιμάθεια όπως και τάση ολοκληρωτισμού και αναξιοκρατικής κομματοκρατίας. Συνεπώς προτείνουν μια κυβέρνηση με εξ ορισμού περιορισμένο χρόνο ζωής - εκτός εάν όλα τα συμμετέχοντα κόμματα αποδεχθούν να διαπραγματεύονται για θέματα εφαρμογής του Συντάγματος ή δημοκρατίας, οπότε θα μιλάμε για μια οικουμενική εκτροπή.
Παράλληλα, η πρόταση για κυβέρνηση συνεργασίας από την υφιστάμενη Βουλή αφήνει εξ αντικειμένου ως αιχμή του αντιπολιτευτικού -δραχμικού- μπλοκ τη Χρυσή Αυγή που σίγουρα θα βρεθεί, συν τω χρόνω, δεύτερο κόμμα και πάντως με υψηλότερα ποσοστά στο εκλογικό σώμα των αγανακτισμένων - κοινό τόπο ψηφοθηρίας με τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Ποιος άραγε δεν βλέπει μια τέτοια προοπτική με τις μεγάλες ή μικρές πιθανότητές της; Ποιος δεν συνυπολογίζει αυτούς τους κινδύνους υιοθετώντας απλουστευτικές, αγαθές ή αβέλτερες προσεγγίσεις για το μέλλον της χώρας;
Ποιος δεν ανατρέχει στην ιστορία του Μεσοπολέμου, τις αλλεπάλληλες απόπειρες κυβερνήσεων συνεργασίας που επέφεραν σταδιακή απαξίωση του πολιτικού συστήματος, οδηγώντας τον κοινοβουλευτισμό στα χέρια του Μεταξά εν αναμονή των συνεννοήσεων βενιζελικών-αντιβενιζελικών για κυβέρνηση συνεργασίας. Σήμερα, η ημιμάθεια και η ανιστορικότητα δεν συνάδουν με την απαιτούμενη ελαχίστη ποιότητα κοινοβουλευτισμού.
Ακόμα περισσότερο, η εξουσιολαγνεία είναι κακός σύμβουλος για τη χάραξη πολιτικής σε μια από τις κρισιμότερες καμπές στην ιστορία του τόπου, όπως και η κύλιση σε εύπεπτες και απλουστευτικές συνθηματολογικές εκστομίσεις. Η μόνη λύση για τον τόπο είναι η αποχώρηση της κυβέρνησης και οι εκλογές που θα αναδείξουν μια νέα αμιγώς και ειλικρινώς ευρωπαϊκή κυβέρνηση. Αυτή η προοπτική συνδέεται με την επάνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση, εισπράττοντας τα όποια λάθη της νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και της κυβέρνησής της, όσο και από τη συσπείρωση των εναπομεινασών δυνάμεών της. Κυρίως όμως αναδεικνύει τον ΣΥΡΙΖΑ σε ανάχωμα έναντι των προοπτικών συσπείρωσης των αγανακτισμένων στη Χρυσή Αυγή και τα άλλα ακροδεξιά μορφώματα, που θα είναι έτοιμα να υποστηρίξουν τη νέα μεταξική παράδοση της δημοκρατίας. Ας είμαστε λοιπόν όσο σοβαροί απαιτούν οι καιροί μας, ήτοι σοβαρότεροι.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Η επιστροφή στον δικομματισμό.

Μέχρι τις εκλογές του 2012 το ελληνικό πολιτικό σύστημα ήταν σχεδόν αμιγώς δικομματικό. Δύο μόνο κόμματα, και πάντοτε τα ίδια, δηλαδή η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, ήταν σε θέση να κατακτήσουν την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή, και ένα από αυτά, άλλοτε η ΝΔ και άλλοτε το ΠΑΣΟΚ, επικρατούσε στην εκλογική αναμέτρηση και σχημάτιζε αυτοδύναμη κυβέρνηση. Μετά το 2012 το σύστημα μεταβλήθηκε σε πολυκομματικό. Κανένα από τα δύο πιο ισχυρά κόμματα, που τώρα πλέον είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ, δεν είναι σε θέση να κατακτήσει μόνο του την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή, χάρη όμως στην πριμοδότηση των 50 επιπλέον εδρών το εκάστοτε πρώτο κόμμα μπορεί με τη σύμπραξη ενός ή δύο μικρότερων κομμάτων να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού, λιγότερο ή περισσότερο σταθερή.
Η επιστροφή στον δικομματισμό, δηλαδή σε ένα σύστημα δύο μεγάλων κομμάτων πέριξ του 40% το καθένα, που θα εναλλάσσονται στην εξουσία και θα κυβερνούν μόνα τους, φαίνεται μάλλον απίθανη, τουλάχιστον στο προβλεπτό μέλλον. Υπό τις συνθήκες αυτές ορισμένοι θεωρούν ότι η σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος περνάει μέσα από τον διπολισμό: τη δημιουργία δύο σχετικά ομοιογενών προεκλογικών ή μετεκλογικών συνασπισμών, γύρω από τους οποίους εφεξής θα δομείται ο πολιτικός ανταγωνισμός.
Εξ ου και τα σενάρια για την αλλαγή του τρόπου παραχώρησης του bonus, ώστε να διευκολυνθεί η δημιουργία δύο τέτοιων πόλων. Δεν υπάρχουν όμως οι δομικές προϋποθέσεις για τέτοια μεταβολή του πολιτικού συστήματος, διότι δεν λειτουργεί πια η κλασική διχοτομία Δεξιά-Αριστερά: αδιάψευστος μάρτυς η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ούτε ένα σχήμα Δεξιά-Κεντροδεξιά, Κεντροαριστερά-Αριστερά είναι εφικτό, αφού οι διαφορές που χωρίζουν το ΠΑΣΟΚ από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι αγεφύρωτες, ιδίως σε θέματα που αφορούν τη λειτουργία των θεσμών: οι κομματοκρατικές και αντισυνταγματικές πρακτικές του ΣΥΡΙΖΑ δεν αφήνουν κανένα περιθώριο συνεννόησης. Αντίθετα, ανοιχτό είναι το ζήτημα της δημιουργίας ενός αυτόνομου «τρίτου πόλου» ανάμεσα στη ΝΔ και στον ΣΥΡΙΖΑ, που μπορεί να έχει καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Η κυβέρνηση είναι σήμερα σε αδιέξοδο.

Εναν χρόνο τώρα που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει αναλάβει να βάλει σε τάξη τα οικονομικά μας και να μας βγάλει από τον λαβύρινθο του μνημονίου και των απαιτήσεων των δανειστών μας, οι μοναδικές «λύσεις» που βλέπουμε να πέφτουν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης είναι αυτές που έχουν να κάνουν είτε με συνταξιοδοτικές είτε με φορολογικές επιβαρύνσεις. Οι διαχειριζόμενοι τα οικονομικά ζητήματα είναι προφανώς ανίκανοι να σκεφτούν κάτι λιγότερο επαχθές για την τσέπη μας.
Αντίθετα, σε άλλους τομείς η ευρηματικότητά τους είναι αξιοπρόσεκτη. Μια χαρά τα έχουν καταφέρει, για παράδειγμα, με την επάνοδο στο Δημόσιο όσων είχαν προσφύγει στη νομική συμπαράσταση που πρόσφερε ο Κατρούγκαλος και το δικηγορικό γραφείο του. Και μια χαρά βολεύουν και τους φίλους και συγγενείς τους ως μετακλητούς υπαλλήλους που κανονικά φεύγουν όταν φύγει και ο υπουργός, αλλά τη δική τους «αριστερή» σοδιά σκέφτονται, λέει, να τη μονιμοποιήσουν.
Γενικά, να ξοδεύουν λεφτά ξέρουν. Απόδειξη και οι αυξήσεις που θα δώσουν στο Δημόσιο και φυσικά θα τις πληρώσουν οι συνταξιούχοι. Εκεί που κολλάνε είναι στην εξεύρεση εσόδων. Πέρα από φόρους δεν βλέπουν τίποτε άλλο. Από επενδύσεις, ζουν με την ψευδαίσθηση ότι θα τις φέρουν με προσωπικές επαφές και διακρατικές συμφωνίες. Και από ιδιωτικοποιήσεις, με το ζόρι και υπό πίεση ξανάκλεισαν οι ήδη κλεισμένες των περιφερειακών αεροδρομίων και της Cosco.
Αλήθεια, η ιστορία με το Ελληνικό τι έχει απογίνει; 'Η με εκείνες τις παραθαλάσσιες εκτάσεις στη Ρόδο; 'Η με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ; 'Η με τα πολλά και αξιοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου που ενδιαφέρουν τους ξένους επενδυτές, αλλά οι ιδεοληψίες των κυβερνώντων δεν αφήνουν να προχωρήσουν σχέδια τα οποία και χρήματα θα φέρουν στα ταμεία του Δημοσίου και θέσεις εργασίας θα δημιουργήσουν και τα φορολογικά και ασφαλιστικά έσοδα θα ενισχύσουν;
Η κυβέρνηση είναι σήμερα σε αδιέξοδο. Και οι διαβεβαιώσεις του πρωθυπουργού ότι «σε λίγες μέρες κλείνουν τα μέτωπα» καλώς ή κακώς δεν πείθουν κανέναν. Μήπως είναι η ώρα να πέσουν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης οι αποκρατικοποιήσεις και άρα και οι επενδύσεις; Σοβαρά και υπεύθυνα και όχι μέσω πρωθυπουργικών ταξιδιών και άλλων ανεκδότων που και οι προηγούμενοι τα δοκίμασαν, αλλά ανέκδοτα παρέμειναν.

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Στον κόσμο τους...


  • 15/2
Συνήθως λέγεται για τους κιτρινίζοντες στη δημοσιογραφία. Αλλά ισχύει και για τους πολιτικούς. «Αν τα γεγονότα», λέει, «δεν συμφωνούν με τις απόψεις μας, τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα». Και δυστυχώς και για όσους πληρώνουν αναγκαστικά τον λογαριασμό της συνειδητής διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, που αν, πάντως, σου τύχει στη δημοσιογραφία τη γλιτώνεις σχετικά φτηνά. Αλλάζεις κανάλι ή εφημερίδα και ησυχάζεις. Αν, όμως, σου τύχει στην πολιτική και δη από κυβερνώντες, πώς την αντέχεις την τετραετία ή έστω όσο εκείνοι αντέξουν;
Και δυστυχώς τέτοια πραγματικότητα ζούμε. Διαβάζω στη συνέντευξη του πρωθυπουργού στην «Αυγή» ότι «μέσα στις επόμενες μέρες θα κλείσουν όλα τα ανοιχτά θέματα» και θυμάμαι το περσινό παραμύθι που μας σερβίριζε ο Αλ. Τσίπρας για τη διαπραγμάτευση που ή «από μέρα σε μέρα έκλεινε» ή που «το κείμενο της συμφωνίας είχε ήδη αρχίσει να γράφεται».
Και διάβασα πριν από λίγο και για τη δυσαρέσκεια της κυβέρνησης επειδή, λέει, οι διοικούντες την ΕΡΤ δεν καταφέρνουν να ανεβάσουν το κύρος της και τους δείκτες της τηλεθέασής της, αν και προσωπικά πιστεύω ότι οι επιδόσεις της είναι πολύ καλύτερες από εκείνες των άλλων κομματικών μέσων ενημέρωσης της κυβερνητικής παράταξης. Αλλωστε, για να μην ξεχνιόμαστε κιόλας, πριν διαπράξει ο Σαμαράς την ανοησία να την κλείσει με τον τρόπο που την έκλεισε, η ΕΡΤ δεν ήταν τίποτε άλλο για τον ΣΥΡΙΖΑ από «μια νέα ΥΕΝΕΔ».
Και φυσικά διάβασα και ξαναδιάβασα και τις επαναλαμβανόμενες αστειότητες για τα κανάλια και τη διαπλοκή που θα εξαφανιστεί μόνο και μόνο επειδή τα κανάλια από 8 θα γίνουν 4, αλλά οι ?υποτίθεται? διαπλεκόμενοι θα μπορούν να πλειοδοτήσουν και άρα να ξαναπάρουν τα κανάλια τους, πλην όμως αυτό δεν θα έχει καμία σημασία, γιατί στην Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ έτσι γίνεται, τα Μνημόνια επανέρχονται και μετά την κατάργησή τους οι τρόικες αναβαθμίζονται σε κουαρτέτα, το ΔΝΤ το μισούμε, αλλά δεν διστάζουμε και να το ευγνωμονούμε, και γενικά κυβέρνηση να είμαστε, διορισμούς να κάνουμε κι αν αυτά που λέγαμε δεν ήταν σοβαρά ή δεν τα τηρήσαμε, εσείς φταίτε που μας ψηφίσατε.

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Η χώρα φλέγεται από τις αντιδράσεις της κοινωνίας .

Την ώρα που η χώρα φλέγεται από τις αντιδράσεις της κοινωνίας στην ανερμάτιστη και εν πολλοίς χαοτική πολιτική της κυβέρνησης και το Μεταναστευτικό εξελίσσεται δραματικά, με τη διαπραγμάτευση ανοικτή, το επιτελείο του Μαξίμου επιδίδεται σε ασκήσεις ολοκληρωτισμού και φανταστικές συγκρούσεις με τη λεγομένη διαπλοκή. Τα δεδομένα που έχουμε αυτήν τη στιγμή είναι ασφυκτικά σε όλα τα μέτωπα, αλλά η κυβέρνηση αντιδρά σπασμωδικά και παράλογα αναπαράγοντας τα αδιέξοδα με κίνδυνο για το μέλλον του τόπου.
Το πρόβλημα δεν είναι φυσικά η οιαδήποτε σύγκρουση με το φάντασμα της διαπλοκής, αλλά ο αποπροσανατολισμός από τα πραγματικά προβλήματα που απειλούν την πορεία της χώρας και τη θέση της στον δυτικό κόσμο. Πέρα από τα ασύστολα ψεύδη του Νίκου Παππά για το πόσα κανάλια χωράνε και τι αντέχει η αγορά, έχουμε την απόλυτη αλαζονεία της εξουσίας που υποδύεται τον θεματοφύλακα της ενημέρωσης, ενώ κάνει το παν για να την ποδη­γετήσει. Η πολυθρύλητη διαπλοκή για να υπάρξει απαιτεί τουλάχιστον τη σύμπραξη της εξουσίας στο τρίγωνο του διαβόλου. Προφανώς η παρέα του Μαξίμου επιφυλάσσει κομβικό ρόλο για τον εαυτό της σε αυτήν την ανάρμοστη σχέση και ως εκ τούτου κόντρα στο Σύνταγμα αναθέτει στον υπουργό - καναλάρχη υπερεξουσίες που δεν του ανήκουν.
Επί του θέματος προσεχώς θα δοθούν οι δέουσες απαντήσεις από τις ελληνικές δικαστικές αρχές αλλά και τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τα οποία παρακολουθούν τις εξελίξεις. Δεν θα είναι άλλωστε η πρώτη φορά που η επιχείρηση χειραγώγησης των μέσων ενημέρωσης θα πέσει στο κενό.
Εδώ που φθάσαμε όμως τα συμπτώματα παρακμής μιας τόσο νέας εξουσίας προκαλούν ευλόγως ανησυχία, όχι για την τύχη της, αλλά για την πορεία της χώρας που στην πιο δύσκολη στιγμή αντί να λύνει προβλήματα στριφογυρίζει και εισπράττει καρπαζιές από παντού. Αν όλο αυτό το σκηνικό τεχνητής έντασης στοχεύει στην προσπάθεια για αλλαγή της πολιτικής ατζέντας, απλώς εκθέτει τους εμπνευστές του σχεδίου.
Αν πάλι έχουν στόχο να απο­δράσουν από τις ευθύνες τους και δημιουργούν άλλοθι, τότε τα πράγματα είναι σοβαρά και οι κίνδυνοι μεγάλοι. Σε κάθε περίπτωση η αντιπολίτευση οφείλει χωρίς ενοχές να σηκώσει το... γάντι και να αναλάβει τις ευθύνες της. Η στάση διακριτικής αναμονής για να βγάλει άλλος τα κάστανα από τη φωτιά δεν είναι η ενδε­δειγμέ­νη μέθοδος, καθώς ελλο­χεύει ο κίνδυνος ολοκαυτώματος.

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Το αδιέξοδο δείχνει να έχει επεκταθεί σε όλα τα μέτωπα .

Αυτήν την ώρα το αδιέξοδο είναι γενικό. Και δυστυχώς όχι μόνο με τους αγρότες. Το αδιέξοδο δείχνει να έχει επεκταθεί σε όλα τα μέτωπα που έχει να διαχειριστεί η κυβέρνηση. Τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Και αν κάτι είναι βέβαιο, αυτό δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι οι λύσεις δεν πρόκειται να προκύψουν από μόνες τους. Στις δημοκρατίες η ευθύνη για την εκτόνωση των κρίσεων και την αναζήτηση συγκλίσεων ανήκει στους κυβερνώντες. Και σε αυτήν την ευθύνη είναι που καλούνται να ανταποκριθούν ο Αλ. Τσίπρας και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Οι πληροφορίες από το κυβερνητικό στρατόπεδο βεβαιώνουν ότι η κυβέρνηση έχει επίγνωση της κρισιμότητας και της σοβαρότητας των προβλημάτων και σχεδιάζει τις κινήσεις της, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, προκειμένου να επανακτήσει τον έλεγχο των εξελίξεων. Κι ακόμη βεβαιώνουν ότι οι σχετικές πρωτοβουλίες της θα είναι και άμεσες αλλά και αποτελεσματικές.
Τι ακριβώς θα συμβεί και αν και κατά πόσο θα αποδώσουν οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες θα το δούμε μέσα στα επόμενα εικοσιτετράωρα. Και, φυσικά, η προσπάθεια θα κριθεί από το αποτέλεσμα και μόνο. Που εκτός των άλλων θα πρέπει να είναι και άμεσο. Διότι το πρόβλημα της κυβέρνησης δεν είναι μόνο τα εσωτερικά και εξωτερικά αδιέξοδα, είναι και η χρονική πίεση που της ασκείται.
Εστω και καθυστερημένα η κυβέρνηση πρέπει να καταλάβει ότι η χρονική μετάθεση της αναμέτρησης με το όποιο πρόβλημα λειτουργεί σε βάρος μας και το κόστος σε κάθε περίπτωση είναι σοβαρό. Ηδη τείνει να καταστεί, συνολικά, δυσβάστακτο. Η αντίδραση πρέπει να εκδηλωθεί σήμερα κιόλας. Και να είναι άμεσης απόδοσης.