Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Οδεύουμε από το κακό στο χειρότερο.

Είναι προφανές,  ότι δεν πάμε καλά.  πως δεν θα είναι πολλοί εκείνοι που δεν αντιλαμβάνονται ότι με βεβαιότητα οδεύουμε από το κακό στο χειρότερο. Τα παθήματα της πρώτης διαπραγμάτευσης δεν δίδαξαν τίποτα στους κυβερνώντες. Και η ψευδαίσθηση ότι παίζουν μόνοι τους μετά την εκλογική επιτυχία του Σεπτεμβρίου ήταν τελικά ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να τους συμβεί. Περυσινό σκηνικό θυμίζουν. Μόνο ο Βαρουφάκης και η Κωνσταντοπούλου λείπουν για να ολοκληρωθεί η εικόνα.
Η ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης όχι μόνο δεν έγινε τον Νοέμβριο όπως προβλεπόταν, αλλά ένας Θεός ξέρει πότε επιτέλους μπορεί να συντελεστεί, οι αριστερές ιδεοληψίες ξαναβγήκαν στην επιφάνεια με ευθεία υπονόμευση του επενδυτικού κλίματος που κάθε άλλο παρά ανεβάζει τις μετοχές μας στις Βρυξέλλες και η κυβερνητική πρακτική ενισχύθηκε με τη χρήση δακρυγόνων σε βάρος συνταξιούχων και την καταγγελία εργαζομένων ότι «προδίδουν την ταξική τους συνείδηση» επειδή πασχίζουν να προστατεύσουν τις δουλειές τους.
Κι όλα πριν από την αλλαγή στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας και τις δημοσκοπήσεις που, αν μη τι άλλο, δείχνουν ότι ο Τσίπρας έχει και τυπικά πια αντίπαλο και ότι η κυβέρνηση δεν παίζει μόνη της όπως πίστευε, αλλά ίσως να είναι και σε χειρότερη θέση από πέρυσι που είχε μόνο το εξωτερικό μέτωπο. Τώρα πλέον έχει και το εσωτερικό. Και σε διπλή έκδοση. Και πολιτικό λόγω Μητσοτάκη αλλά και κοινωνικό λόγω γενικού ξεσηκωμού για το Ασφαλιστικό και όχι μόνο.
Πού πάμε; Αγνωστο. Ποιος να εγγυηθεί, άλλωστε, και τι όταν όλα εξαρτώνται από μια κυβέρνηση που ποτέ δεν είχε και ούτε και φρόντισε ν’ αποκτήσει έναν στοιχειώδη σχεδιασμό για να κινηθεί με βάση τις προδιαγραφές, τις λογικές και τις υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης; Αλλωστε, και τότε αλλά και τώρα άλλος ήταν και είναι ο στόχος της. Οχι να προσαρμοστεί αυτή στην ΕΕ αλλά να προσαρμόσει εκείνη στις συριζαϊκές νοοτροπίες. Και τώρα πληρώνουμε τον λογαριασμό. Δικαιολογημένα. Εμείς δεν τους αναθέσαμε, και μάλιστα δύο φορές, να κάνουν μια δουλειά που επί χρόνια μας έδειχναν πως ούτε την ξέρουν, ούτε και μπορούν να τη μάθουν;

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Ο... βλάκας που τα δηλώνει όλα ας πληρώνει


Το προ­τελευ­ταίο σχέδιο της κυβέρνησης ήταν το πλαστικό χρήμα για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Καθ’ όλα σωστό κι αναγκαίο, αν αποφευχθούν υπερβολές και ακρότητες. Αλλά ξαφνικά ανακοινώνεται το τελευταίο σχέδιο, που προβλέπει ότι για τους ελεύθερους επαγγελματίες θα ισχύσει το πλαφόν του 55% έως και 60% για συνολικές φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις και αυτόματα τινάζεται στον αέρα το προηγούμενο. Οταν θέλεις να χτυπήσεις τη φοροδιαφυγή, δεν προχωράς σε μέτρα που την ενισχύουν.
Μερικά πράγματα είναι τόσο απλά, που καταντά κουραστικό να τα εξηγείς. Ο χώρος των ελεύθερων επαγγελματιών είναι αυτός που κυρίως προσφέρεται για απόκρυψη εισοδήματος. Οι συνεπείς φορολογούμενοι είναι η μειονότητα. Και ξαφνικά βγαίνει ένας υπουργός και ανακοινώνει μέτρα που τους φορτώνει και με νέα οικονομικά βάρη. Οποιος δεν καταλαβαίνει ότι τους σπρώχνει στη φοροδιαφυγή είναι επιεικώς αφελής. Και το μόνο που καταφέρνει είναι ν’ αποδεικνύει την ανικανότητα κι αυτής της κυβέρνησης ν’ αντιμετωπίσει σοβαρά και υπεύθυνα το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας.
Δεν υπάρχει μεταπολιτευτική κυβέρνηση που να μη διακήρυξε ότι «το πρόβλημά μας δεν είναι περισσότεροι φόροι από τους λίγους, αλλά λιγότεροι φόροι από περισσότερους». Ωστόσο όλες εφάρμοσαν το αντίθετο. Μόνο που αν μέχρι το 2010 η πρακτική ήταν απλώς άδικη και άνιση, στα χρόνια της κρίσης έχει φτάσει να είναι επιεικώς απαράδεκτη, εξουθενώνοντας τον ειλικρινή φορολογούμενο και διατηρώντας στο απυρόβλητο τον συστηματικό φοροφυγά.
Σε μια χώρα όπου το 80% των ελεύθερων επαγγελματιών δηλώνουν ετήσιο εισόδημα κάτω των 10.000 ευρώ η δίωξη της φοροδιαφυγής ασκείται όχι μέσω μιας αυστηρής και δίκαιης νομοθεσίας αλλά μέσω της μιας ή της άλλης λίστας και με βασικότερο στόχο την πολιτική εκμετάλλευση και όχι την εξυγίανση του συστήματος που οι κυβερνώντες δείχνουν να θεωρούν πάνω από τις δυνάμεις τους. Αποτέλεσμα; H πρόθεση της κυβέρνησης να τιμωρήσει όποιον βγάζει 30, 40, 50, 60, 70 ή και 80 χιλιάδες «εκτελώντας» τον φορολογικά και ασφαλιστικά. Που είναι σαν να του λένε «αφού είσαι βλάκας και τα δηλώνεις, από εσένα θα τα πάρουμε».

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Ήλθαν στην εξουσία το πρώτο μέλημά τους ήταν και παραμένει η άλωση της δημόσιας διοίκησης.

Ομολογουμένως, πολύ καλά τα είπε προχθές ο πρωθυπουργός για τη δημόσια διοίκηση στην ομιλία του στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης. Ανέδειξε με γλαφυρό τρόπο όλες τις παθογένειες της κρατικής μηχανής και κυρίως τις πελατειακές σχέσεις πάνω στις οποίες δομήθηκε από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, τόνισε ιδιαίτερα τα δεινά που έχουν επιφέρει με τις πρακτικές τους σ’ αυτήν οι προηγούμενες κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης -προφανώς έχει ακούσει ότι πριν από το 1974 η δημόσια διοίκηση δούλευε σχεδόν σαν ρολόι- και διακήρυξε ότι ο ίδιος και η κυβέρνησή του είναι αποφασισμένοι να αποκομματικοποιήσουν (όχι να αποπολιτικοποιήσουν) το κράτος και να το καταστήσουν αποτελεσματικό και αδιάφθορο με νομοσχέδιο που είναι ήδη έτοιμο να κατατεθεί. Είπε δηλαδή όσα αυτονόητα έπρεπε να πει ως πρωθυπουργός και έχουν πει κατά καιρούς πολλοί προκάτοχοί του, όπως άλλωστε παραδέχθηκε.

Σαν μουσική στ’ αυτιά ακούστηκαν τα εμπνευσμένα λόγια του Αλ. Τσίπρα και δεν υπάρχει πολίτης με «σώας τας φρένας», που δεν θα ήθελε τη μεταρρύθμιση ενός κράτους που τον ταλαιπωρεί ποικιλοτρόπως από τα γεννοφάσκια του μέχρι και μετά θάνατον, λόγω ανικανότητας, αναποτελεσματικότητας, φαυλοκρατίας, γραφειοκρατίας, κομματικής πελατοκρατίας, συνδικαλιστικής συνδιοίκησης (ή και απολυταρχίας), έλλειψης λογικής, αδιαφορίας και σε μεγάλο βαθμό, διαφθοράς. Το κακό είναι ότι όλα αυτά ο πρωθυπουργός δεν τα είπε σε κενό αέρος, όπως πιθανότατα νομίζει, ούτε απευθύνθηκε σε πολίτες, χωρίς ελάχιστη μνήμη, που δεν ακούν, δεν βλέπουν και δεν μιλούν, όπως τα γνωστά τρία πιθηκάκια.

Από την πρώτη στιγμή που ο Αλ. Τσίπρας και το κόμμα του ήλθαν στην εξουσία, το πρώτο μέλημά τους ήταν και παραμένει η άλωση της δημόσιας διοίκησης και η εγκαθίδρυση του δικού τους καθεστωτικού κράτους. Οπου βρίσκουν ευκαιρία και μπορούν, τοποθετούν κομματικούς και σε πολλές, πάρα πολλές περιπτώσεις, συγγενείς και φίλους, λες και έχουν προσβληθεί από μανία νεποτισμού. Το νομοσχέδιο που θα μεταρρυθμίσει τη δημόσια διοίκηση είναι προϊόν πίεσης των δανειστών, συνάντησε πολλές αντιδράσεις από τους κομματικούς και όπως το περιέγραψε περιλαμβάνει και αμφιλεγόμενες διατάξεις στα θέματα αξιολόγησης των υπαλλήλων. Με λίγα λόγια, δεν έχει αποδείξει ότι αυτός και η κυβέρνησή του αντιμετωπίζουν διαφορετικά από τους προηγούμενους το κράτος. Το αντίθετο και προς το χειρότερο μάλιστα!
Έντυπη

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Το στοίχημα του Κυριάκου

Το στοίχημα του Κυριάκου
Οι μεταβατικοί καιροί διεγείρουν το πολιτικό ένστικτο των οπαδών της αλλαγής. Ετσι μπορεί να ερμηνευθεί η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ. Μετά την επικράτηση του Αλέξη Τσίπρα, ο έτερος πόλος του δικομματισμού εύλογα αναζήτησε νέα πολιτική έκφραση στον κεντροδεξιό χώρο. Ο νέος πρόεδρος καρπώθηκε την επιθυμία ενός ευρύτερου εκλογικού σώματος, στο υποσυνείδητο του οποίου εγγράφεται ως εκφραστής του "Ναι" του δημοψηφίσματος. Το ποσοστό του 38,69% συνέθεταν δυνάμεις με διαφορετικές ιδεολογικές και κομματικές καταβολές. Κοινή συνισταμένη τους, ωστόσο, ήταν ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας, ως προϋπόθεση για την υπέρβαση της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτισμικής υστέρησής της.
Το γεγονός αυτό θέτει καίρια ζητήματα ως προς τη δυνατότητα του Κυριάκου Μητσοτάκη να ανταποκριθεί στις πεποιθήσεις και δεσμεύσεις του, ενώ ηγείται ενός ετερόκλητου σχήματος. Η εμφανής διάστασή του με το κόμμα ενέχει κινδύνους: Είτε να αφομοιωθεί είτε να βρεθεί μετέωρος. Ο πολιτικοϊδεολογικός πυρήνας της ΝΔ παραμένει βαθιά δεξιός, διαποτισμένος με συντηρητικές, αναχρονιστικές αντιλήψεις. Η μετάλλαξή της δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός βρίσκονται στο DNA της. Η αποκήρυξή τους από τον νέο πρόεδρο δεν σημαίνει και εξάλειψη. Το εγχείρημά του να μετακινήσει τη ΝΔ στο Κέντρο αποδεικνύεται σύνθετο και απαιτητικό. Θα προσκρούσει στα ιδεολογικά βαρίδια, με ενδεχόμενο την απομείωση και της δικής του δυναμικής. Συνεπώς, η αντινομία Μητσοτάκη-κόμματος δεν αντιμετωπίζεται με προσωπικές διευθετήσεις και διανομή ρόλων. Χρειάζονται πρωτοβουλίες που υπερβαίνουν τα κομματικά όρια, ενισχύοντας έτσι την πολιτική κυριαρχία και την ηγετικότητά του.
Εξάλλου, η εκλογή του δεν υπήρξε αποτέλεσμα φραξιονισμού ή απλώς αλλαγής εσωκομματικών συσχετισμών. Hταν προϊόν έξωθεν πίεσης, καθώς η αποδοχή του από ένα ευρύτερο εκλογικό ακροατήριο επιβλήθηκε στο κόμμα. Η επικράτησή του δεν αποδίδεται μόνο στις ιδέες του αλλά και στη σύνθεση της κοινωνικής και πολιτικής βάσης που τον στήριξε. Δεν συναρτάται με τον κομματικό μικρόκοσμο. Συσχετίζεται με τη μεγάλη εικόνα: την έξοδο από την κρίση. Η κάμψη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Ο θετικός απόηχος της εκλογής του επιβεβαιώνει ότι τα τείχη του παρελθόντος είναι σήμερα διάφανα και ο οριζόντιος άξονας της πολιτικής κυρίαρχος. Οι κάθετοι διαχωρισμοί δεν υφίστανται πλέον. Οι πλειοψηφίες διαμορφώνονται στη βάση θεματικών προσεγγίσεων και όχι παρωχημένων πολιτικών και ιδεολογικών αναφορών. Πρόοδος και συντήρηση ανασυντάσσονται γύρω από νέα πραγματικά δεδομένα, νέες προσδοκίες, χωρίς να ταυτίζονται με τις παλιές διαιρέσεις. Επομένως το στοίχημα του Κυριάκου Μητσοτάκη θα κριθεί από την ικανότητά του να θεμελιώσει μια σύγχρονη στρατηγική και να την επιβάλει στο κόμμα του, αποφεύγοντας συγκερασμούς και παραλυτικές ισορροπίες.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Η χώρα έχει υποφέρει από τους μεσσίες.

Αν το αποτέλεσμα της Κυριακής στην ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν διαφορετικό, αναρωτιέται κανείς αν θα είχε ανακαλύψει ο ΣΥΡΙΖΑ τις «ακραίες νεοφιλελεύθερες πολιτικές», αν θα είχε διαπιστώσει την «άβυσσο» η Φώφη Γεννηματά, αν θα προχωρούσε στην αναζήτηση μεταρρυθμιστικών συμμαχιών το Ποτάμι και κυρίως αν οι χαμένοι θα μιλούσαν στη ΝΔ για «ανάγκη συνύπαρξης όλων» όταν ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης είχε δηλώσει προεκλογικά ότι «δεν θα κρατήσει κανέναν με το ζόρι». Η νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη δημιούργησε ελπίδα για καλύτερες εξελίξεις στη χώρα. Δεν είναι η πρώτη ελπίδα που εμφανίζεται στα χρόνια της κρίσης. Oλες ωστόσο σκόνταψαν στον λαϊκισμό, στις προσωπικές φιλοδοξίες και τις άλλες παθογένειες του πολιτικού συστήματος. Η προσπάθεια διακομματικής στήριξης της κυβέρνησης Παπαδήμου κάηκε πολύ νωρίς. Η «πολιτική» επετηρίδα δεν ανέχτηκε για πολύ την παραβίασή της από «τεχνοκρατικές» παρεμβάσεις.
Η «κίνηση των 58» δημιούργησε στη συνέχεια τη νέα -και σοβαρότερη- ελπίδα για τη συγκρότηση ενός κεντροαριστερού-σοσιαλδημοκρατικού πόλου, που θα έπαιρνε την πρωτοβουλία για την έξοδο από την κρίση με αναπτυξιακή κατεύθυνση. Η άρνηση της ΔΗΜΑΡ να αναλάβει τις ευθύνες της που μαζί με την αποχώρηση από την κυβέρνηση οδήγησαν στην εξαφάνισή της, αλλά και προσωπικές φιλοδοξίες για την ηγεσία του εγχειρήματος το ακύρωσαν στην πράξη. Η πιο πρόσφατη και τραυματική εμπειρία είναι αυτή της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Και δεν αναφερόμαστε στην ελπίδα που δημιούργησε στην πλειοψηφία των πολιτών ο ακραίος προεκλογικός λαϊκισμός, αλλά στην ελπίδα για ένα νέο ήθος στην πολιτική που διαψεύδεται καθημερινά από μια αριστεροακροδεξιά συμμαχία που καταργεί κάθε ίχνος αξιοκρατίας και προχωράει στην οικοδόμηση ενός σκληρού κομματικού κράτους.
Η πολύπαθη ελπίδα φαίνεται να περνάει τώρα στα χέρια του νέου προέδρου της ΝΔ. Oχι γιατί μπορεί από μόνος του -η χώρα έχει υποφέρει από τους «μεσσίες»- ούτε γιατί άλλαξε ξαφνικά η Δεξιά. Αλλά γιατί μπορεί να αποτελέσει τον μοχλό που θα κινήσει τα νήματα και θα προκαλέσει τις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες που θα υλοποιήσουν επιτέλους τις μεταρρυθμίσεις που κιτρίνισαν επί δεκαετίες στα εκάστοτε κυβερνητικά συρτάρια. Απαραίτητη προϋπόθεση φυσικά για όλα αυτά είναι να μην κάνει πίσω από τα «πιστεύω» που πρόσφατα διακήρυξε δημόσια. Συγκρίνοντας τις δύο πολιτικές συγκυρίες -και σε καμιά περίπτωση τις δύο πολιτικές προσωπικότητες- ας ελπίσουμε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα συναντήσει στο κόμμα του αντίδραση ανάλογη με εκείνη που συνάντησε στην περίοδο της διακυβέρνησής του ο Κώστας Σημίτης από το ΠΑΣΟΚ. Να τον ψηφίζουν για την εξουσία και να τον καταριούνται για την πολιτική του!

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Περί εκβιασμών


Δεν με ξάφνιασαν οι δηλώσεις του υπουργού Ενέργειας και της κυβερνητικής εκπροσώπου για την υπόθεση της Χαλκιδικής και τις αποφάσεις των Καναδών επενδυτών της Eldorado Gold. Το επικό «η κυβέρνηση δεν εκβιάζεται» είναι από τα βασικά σλόγκαν της αριστερής διακυβέρνησης και συχνά διακηρύσσεται αν και δεν θυμάμαι να υπήρξε περίπτωση που να επιβεβαιώθηκε. Αλλά αυτό είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία διάψευσης προσδοκιών κι ελπίδων.
Η υπόθεση είναι γνωστή. Οι επενδυτές διατείνονται ότι η κυβέρνηση δεν τηρεί τους όρους της σύμβασης και η κυβέρνηση επικαλείται ότι οι επενδυτές είναι που δεν προστατεύουν το περιβάλλον όσο πρέπει. Αρα πρέπει να βρεθεί λύση. Που ή θα είναι συναινετική και κοινά αποδεκτή ή η διαφωνία θα οδηγήσει σε ρήξη και η σύμβαση ή δεν θα προχωρήσει παραπέρα ή θα ακυρωθεί.
Απλά και λογικά πράγματα δηλαδή, στα οποία δεν έχουν καμία θέση μεγαλοστομίες περί «εκβιασμών» και άλλων ανοησιών που για λαϊκή κατανάλωση καλές είναι αλλά δεν προσφέρονται για λύση προβλημάτων. Σε κάθε είδους διαπραγμάτευση ο καθένας χρησιμοποιεί τα όπλα του. Ο Σκουρλέτης ως κυβέρνηση έχει το μαχαίρι, οι επενδυτές κρατάνε το πεπόνι. Ή και αντίστροφα. Αλλά εκείνο που μετράει είναι η ταυτόχρονη αξιοποίησή τους. Ή θα υπάρξει και θα βγουν και οι δύο πλευρές κερδισμένες ή δεν θα υπάρξει και η κάθε πλευρά θα μετρήσει τις ζημιές της.
Εκείνο που έκαναν οι Καναδοί ήταν να ρίξουν το γάντι και να θυμίσουν τι σημαίνει, ειδικά στις Σκουριές αλλά και συνολικά στην Ελλάδα, η παρουσία τους σε θέσεις εργασίας, εισόδημα εργαζομένων, φόρους και επενδυτικά κεφάλαια. Και δεν περιορίστηκαν στην παράθεση των στοιχείων, αλλά πήραν και σβάρνα τα πολιτικά κόμματα και φυσικά εξασφάλισαν τη συμπαράσταση όσων επισκέφθηκαν.
Σήμερα είναι η σειρά της κυβέρνησης να μιλήσει. Ο υπουργός θα συναντηθεί με τους επενδυτές. Και μένει να ακούσουμε τι το ουσιαστικό θα πει, γιατί βεβαίως δεν είναι επιχείρημα ότι πιέζεται λόγω προγραμματικών δεσμεύσεών τους. Και όχι μόνο προς τους Καναδούς, αλλά εμμέσως και προς τους εταίρους. Που κι αυτοί εμμέσως, διά της Κομισιόν, του διεμήνυσαν ότι βάσει του τρίτου Μνημονίου είναι υποχρεωμένος όχι μόνο να επιδιώκει την προσέλκυση επενδύσεων, αλλά και να προστατεύει τις ήδη υπάρχουσες.

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας δεν διαμορφώνει μόνο νέες προοπτικές για την αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά προκαλεί αλυσιδωτές  παρενέργειες συνολικά στο πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση του κ.Τσίπρα, αποκτά πλέον ένα αξιόμαχο αντίπαλο δέος, καθώς η ΝΔ  μετά από μια πορεία εσωτερικής καθήλωσης ,απόρροια των χαμένων εκλογικών αναμετρήσεων της περασμένης χρονιάς, μπαίνει σε ένα δρόμο  οργανωτικής και πολιτικής ανασύνταξης με τη δυναμική μάλιστα που της προσδίδει η νέα ηγεσία.

Είναι αξιοσημείωτο επίσης ότι ο κ.Μητσοτάκης εξελέγη με ένα καθαρό πολιτικό πρόγραμμα, με σαφή ευρωπαϊκό και μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό. Αν αυτή η πολιτική πρόταση επιβεβαιωθεί και στην πράξη, η κυβέρνηση θα έχει πλέον απέναντι της έναν αντίπαλο που θα ασκεί κριτική επί της ουσίας και δεν θα τις επιτρέπει να εμφανίζεται ως μοναδικός θεματοφύλακας της σταθερότητας και της πορείας εξόδου  από την  κρίση. Παράλληλα και οι ευρωπαϊκές ηγεσίες που ως τώρα δεν έβλεπαν άλλη εναλλακτική λύση για την Ελλάδα, εκτός του κ.Τσίπρα θα αρχίσουν ενδεχομένως να αναθεωρούν τη στάση τους.

Αλλά και για τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης, η επικράτηση Μητσοτάκη δημιουργεί πιέσεις για ανασύνταξη και ανανέωση. Φάνηκε ήδη από τις πρώτες αντιδράσεις τους ότι αισθάνονται ήδη αυτή την πίεση και αυτή την ανάγκη. Αν ο νέος αρχηγός της ΝΔ φανεί συνεπής στις προεκλογικές δεσμεύσεις του, οι δυνάμεις της κοινωνίας που επενδύουν στο σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και δεν είχαν αξιόπιστη πολιτική εκπροσώπηση, πειστούν από την πολιτική Μητσοτάκη,οι επιπτώσεις στην ελάσσονα αντιπολίτευση, θα αρχίσουν να γίνονται ορατές.

όλα αυτά βέβαια  με την προϋπόθεση ότι η νέα ηγεσία της ΝΔ θα αφήσει πίσω της τα βαρίδια, τις εύκολες λαϊκίστικες υποσχέσεις και θα επενδύσει στη  ριζική ανανέωση του κόμματος αλλά και σε συγκεκριμένες μεταρρυθμιστικές θέσεις και προτάσεις. Ο κ.Μητσοτάκης έχει την ευκαιρία να αποδείξει ότι η ανατροπή που πέτυχε στη μάχη για την ηγεσία της παράταξης του ,υποστηρίζοντας όχι ιδιαίτερα δημοφιλείς απόψεις για αρκετά θέματα,έχει συνέχεια και συνέπεια. Οτι δεν θα βάλει «νερό στο κρασί του» για λόγους κομματικών ή πελατειακών ισορροπιών αλλά θα μείνει συνεπής στις υποσχέσεις του, υποστηρίζοντας το γενικότερο συμφέρον της χώρας και της κοινωνίας, αδιαφορώντας για τις σειρήνες του λαϊκισμού.