Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Η ελπίδα μας, η σάτιρα

Η ελπίδα μας, η σάτιρα
Από προγονολατρία δεν πάσχω, όσο κι αν είναι εθνικό μας γνώρισμα. Αλλά δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω ότι ένα προσόν έχουμε, για μένα πολύτιμο, που έρχεται κατευθείαν από τους προγόνους μας. Και αυτό είναι το χιούμορ και η σάτιρα. Ο Αριστοφάνης σίγουρα ο κορυφαίος, αλλά κωμωδούς είχαμε πολλούς, όπως ο Κρατίνος και ο Εύπολις. Ο ρόλος τους στην πολιτική ήταν σημαντικός, αλλά φαίνεται ότι τότε είχαν και ένα κοινό που τους άκουγε.
Συνεχίσαμε στα χρόνια μας, παλαιότερα με τον Μποστ, τον Τσιφόρο, τον Ψαθά, σκιτσογράφους, γελοιογράφους, όπως τον Αρχέλαο και πιο πρόσφατα τον Μητρόπουλο και τον ΚΥΡ και τους Χατζόπουλο, Μακρή και Πετρουλάκη που τώρα «πουλάνε εφημερίδες» μόνοι τους, αλλά και τον «μοναχικό λύκο», τον Αρκά.
Ζούμε σε μια εποχή όταν ο λόγος, ο ορθολογισμός και η κριτική υποχωρούν μπροστά στον φόβο και τον λαϊκισμό. Ενα καστ καλοκαιρινής επιθεώρησης εξακολουθεί να υποδύεται την κυβέρνηση, αλλά πολλοί δεν τολμούν να διαμαρτυρηθούν. Οταν «έκραξα» με μία ρίμα τον εθνικό μας ήρωα με το ένα «ν», με «παρέλαβαν» μυριάδες τρόλια γιατί «έδινα δίκιο» στον «οχτρό». Για κάποιον περίεργο λόγο έχουμε γίνει μια χώρα όπου ο καθένας δικαιούται να σου αναγνωρίζει ή όχι την εθνικότητα κατά βούληση. Και όχι μόνο, αλλά και σε τιμωρεί, αν δεν ταιριάζεις με τα... πρότυπά του.
Σε αυτόν τον τόπο και με αυτή την Ιστορία, η σάτιρα και το χιούμορ είναι τα μόνα που μας απέμειναν. Αν και αρχικά το νεοελληνικό «κοινό» υπέκυψε στο αίσχος του «εθνικού μας διασκεδαστή», η πραγματική σάτιρα και το καταλυτικό χιούμορ φαίνεται να «αντέχουν» - σε λίγες εφημερίδες και, φυσικά, στο Διαδίκτυο.
Η γλώσσα που «κόκαλα τσακίζει» είναι η ελπίδα μας, όπως και στην εποχή της χούντας. Οι υπόρρητες έννοιες, οι υπαινιγμοί, η καζούρα, η «πλάκα» είναι κάτι από το οποίο κανείς δεν «επέζησε» σε αυτή τη χώρα. Για τους παλιούς θυμίζω την «κότα» του αείμνηστου Κ. Τσάτσου και τις «γόπες» του Παττακού.
Για τους νέους, σημειώνω ότι την επικείμενη «εκπαραθύρωση» της κ. Κωνσταντοπούλου θα έχει προκαλέσει περισσότερο η διάχυτη γελοιοποίησή της παρά η έκδηλη πολιτική της χυδαιότητα.

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Είτε το θέλαμε, είτε όχι, το καταφέραμε κι αυτό στην Ελλάδα.

Δυστυχώς όλες οι προ ΣΥΡΙΖΑ μνημονιακές κυβερνήσεις διακρί­θηκαν για την ευκολία με την οποία επέβαλαν περικοπές συντάξεων και μισθών καθώς και αλλεπάλληλα φορολογικά χαράτσια, αλλά καμιά δεν τόλμησε να προχωρήσει στις βαθιές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου, έτσι ώστε να προχωρήσουμε με ασφά­λεια στους ευρωπαϊκούς δρόμους.
Μοιραία, λοιπόν, ανακύπτει το ερώτημα: αν απέτυχαν στο μεταρρυθμιστικό τους έργο οι φιλοευρωπαϊστές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, τι πιθανότητες έχουν να τα πάνε καλύτερα οι Συριζαίοι, που και μόνο στο άκουσμα της λέξης «ιδιωτικοποίηση» ανατριχιάζουν; Θα ήταν ποτέ δυνατό να μεταλλαχθούν από τη μια μέρα στην άλλη άνθρωποι που ως αντιπολιτευόμενοι αλλά και ως κυβέρνηση απέδειξαν με τις πράξεις και τις διακηρύξεις τους ότι στην καλύτερη περίπτωση επιλέγουν τις πρακτικές που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία και στη χειρότερη οραματίζονται μεθόδους, συστήματα και μέτρα ιστορικά καταδικασμένων και οικονομικά αποτυχημένων συστημάτων;
Αλλά είτε το θέλαμε, είτε όχι, το καταφέραμε κι αυτό στην Ελλάδα. Εμπιστευτήκαμε τις τύχες μας σε λάθος χέρια, σε ανθρώπους που δεν ξέρουν και δεν θέλουν να μάθουν πώς να λειτουργούν μέσα στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Οι λαϊκιστές δεν μεταβάλλονται από τη μια στιγμή στην άλλη σε ρεαλιστές. Και οι κομματικές εφεδρείες, το στελεχιακό δυναμικό του ΣΥΡΙΖΑ που θα συνταχθεί με τον Τσίπρα, δεν είναι σε θέση να υπηρετήσουν το μεταρρυθ­μιστικό έργο που συνεπάγεται η μνημονιακή δέσμευση, την οποία ανέλαβαν και τυπικά χθες τα ξημερώματα.
Γι' αυτό και η ευθύνη την οποία επωμίζεται ο Τσίπρας είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από όση φαντάζεται. Προσωπικά ελπίζω οι εμπειρίες αυτού του εξαμήνου να του έδωσαν να καταλάβει ότι με τις ψευδαισθήσεις δεν χαράζονται πολιτικές και, κυρίως, δεν κυβερνώνται κράτη. Χρειάζονται σοβαρά και αποφασισμένα στελέχη, που να αδιαφορούν για το πολιτικό κόστος και να διαθέτουν την εμπει­ρία, αλλά και το κύρος για τις μεταρ­ρυθ­μίσεις που ο πρωθυπουργός ανέλαβε να φέρει σε πέρας. Πού και πώς θα τα βρει είναι δικό του πρόβλη­μα. Αλλά πρέπει να τα βρει. Διαφορε­τικά η παρτίδα θα έχει χαθεί πριν καλά καλά πέσουν τα χαρτιά στο τραπέζι.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται σε δυσαρμονία.

Πέντε χρόνια τώρα κινούμαστε στον αστερισμό των μνημονιακών πολιτικών. Ελλείψει εθνικού σχεδίου για την ανασύσταση της χώρας, υιοθετούνται τα μνημόνια. Και εφαρμόζονται επιλεκτικά, κατά το δοκούν. Το κομματικό σύστημα, εμποτισμένο με πελατειακές και συντεχνιακές λογικές, αντιστρατεύεται τις αυτονόητες διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Ετσι τα ανακύπτοντα προβλήματα δεν οφείλονται στα αδιέξοδα των συμφωνημένων προγραμμάτων, αλλά στο ότι αυτά έμειναν μετέωρα. Αυθεντικότερο προϊόν της κρίσης είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Το άλλοτε μικρό σχήμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς κεφαλαιοποίησε τη δυσαρέσκεια και την οργή μεγάλης μερίδας πολιτών για τα παλιά κόμματα εξουσίας που θεωρήθηκαν υπεύθυνα για τη χρεοκοπία. Ενοχοποιώντας τους αντιπάλους, υιοθέτησε σκληρή αντιμνημονιακή στρατηγική. Με ισχυρό όπλο το νέο και άφθαρτο πρόσωπο του αρχηγού του, εδραίωσε την πολιτική του κυριαρχία, καλλιεργώντας αυταπάτες και ψευδαισθήσεις. Ως κόμμα διαμαρτυρίας προσέλκυσε δυνάμεις με διαφορετικές καταβολές και στοχεύσεις. Οι ευρωπαϊστές με τους δραχμιστές, οι κρατιστές με τις κινηματικές συνιστώσες, οι εκφραστές του αναχρονιστικού ΠΑΣΟΚ με τους νεοκομμουνιστές, οι σοβαροί με τους παλαβούς συνέθεσαν έναν ετερόκλητο σχηματισμό με μοναδική συνεκτική ουσία την αντίθεση στα μνημόνια.
Η επτάμηνη κυβερνητική θητεία ανέδειξε όλες τις ιδεοληψίες, αντιφάσεις και αντινομίες του ΣΥΡΙΖΑ. Η προσχώρηση του Τσίπρα στον πραγματισμό οδήγησε το κόμμα σε πολιτικό κενό. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να εναρμονιστεί με τα νέα δεδομένα, εγκαταλείποντας το αντιμνημονιακό του παρελθόν. Εγχείρημα, όμως, δύσκολο και επώδυνο. Εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να υπηρετήσει τη συμφωνία με τους δανειστές. Προσκρούει στις αυτόχθονες πολιτικές του.
Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται σε δυσαρμονία. Ακολουθούν διαφορετικούς προσανατολισμούς. Ενσαρκώνουν αντιτιθέμενες πολιτικές και επιδιώξεις. Είναι σαν αταίριαστο ζευγάρι. Η συμβίωσή τους καθίσταται προβληματική. Στην πραγματικότητα η αντιμνημονιακή στροφή του Τσίπρα ενέχει τον κίνδυνο ο αρχηγός να βρεθεί χωρίς κόμμα και το κόμμα χωρίς αρχηγό. Ωστόσο ο πρωθυπουργός, αξιοποιώντας την αποδοχή που απολαμβάνει, έχει την ευκαιρία να δημιουργήσει έναν νέο πολιτικό εαυτό και για τον ίδιο και για την ευρύτερη Αριστερά.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Ενώ η χώρα βυθίζεται στη φτώχεια, το χάος και την ανυποληψία.

Ενώ η χώρα βυθίζεται στη φτώχεια, το χάος και την ανυποληψία, αυτοί όλοι ασχολούνται με δύο θέματα. Να αποδείξουν ότι οι δοξασίες τους απέτυχαν λιγότερο από αυτό που βιώνουμε, συνεχίζοντας ταυτόχρονα να λένε κυριολεκτικά αρλούμπες. Να διαχωρίσουν τα ιμάτια του κόμματός τους και της εξουσίας, ενώ έχουν αποδείξει πανηγυρικά ότι δεν μπορούν ούτε δύο γαϊδουριών άχυρα να μοιράσουν. Περί αυτού πρόκειται, παρακολουθώντας την παράσταση που δίνουν τις τελευταίες μέρες οι Τσιπραίοι και οι Λαφαζαναίοι μαζί με την ντίβα της αμετροέπειας και της παραγωγής εκνευρισμού, που ακούει στο όνομα Κωνσταντοπούλου. Ευτυχώς μας έχει τιμήσει με τη σιωπή του αυτό τον καιρό ο φοβερός Βαρουφάκης, ίσως γιατί οι γιατροί τού συνέστησαν ηρεμία και αυτοσυγκέντρωση έως τον Σεπτέμβριο, αλλά κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι ξαφνικά δεν θα δούμε ένα νέο ξέσπασμα με συνεντεύξεις και τιτιβίσματα.

Στο σίριαλ που παρακολουθούμε ανήμποροι, πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν διάφοροι ηλικιωμένοι που προσπαθούν να δικαιώσουν τη διαδρομή τους στη ζωή, πολλοί μεσήλικες και νεότεροι που είναι εντελώς αλλού γι’ αλλού, και ένας λαός που η σχέση του με τη λογική είναι επιεικώς αποσπασματική. Για παράδειγμα, τον αδαή Τσίπρα, που αποδείχθηκε περίτρανα ότι δεν ήξερε πού βρισκόταν και πού πατούσε, και ίσως δεν έχει μάθει ακόμη, τον καθοδηγεί ένα συμβούλιο ηλικιωμένων «σοφών» (Φλαμπουράρης, Δραγασάκης, Βούτσης, Μπαλτάς, Στ. Παπάς, με μέσο όρο ηλικίας άνω των 70), που μάλλον έχει χάσει επαφή με τις εξελίξεις στον κόσμο. Το ίδιο ακριβώς, και μάλιστα σε χειρότερο βαθμό, συμβαίνει στην άλλη όχθη, όπου τον αειθαλή Λαφαζάνη, ο οποίος ξέρει απ’έξω ανακατωτά τα γεγονότα του 1918 στην Αγία Πετρούπολη και θέλει να τα ζήσει, τον πλαισιώνουν οι αποφασισμένοι Λεουτσακοστρατούληδες, με βασικό σύνθημα το πολύ συγκεκριμένο «υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις». Και το μεγάλο θέμα είναι βέβαια ότι υπάρχει ένας κόσμος, πολύς κόσμος, που πιστεύει ότι μέσα από τις αρλούμπες θα βρει ανέξοδη λύση στα προβλήματα και στις φαντασιώσεις του. Οι ενδείξεις είναι ότι σχετικά λίγοι πήραν το μάθημά τους τους προηγούμενους καταστροφικούς έξι μήνες!

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Δεν μπορεί η κυβέρνηση να διασωθεί, εάν δεν σωθεί η χώρα.

Οσο η κυβέρνηση αρνείται να μιλήσει με τη γλώσσα της αλήθειας στον ελληνικό λαό, τόσο δυσκολεύει η δική της αποστολή και φυσικά η προσπάθεια για τη διάσωση της χώρας.
Η κυβέρνηση θριαμβολόγησε χθες για το πόσο καλύτερο θα είναι το δικό της Μνημόνιο από εκείνο των κ. Σαμαρά και Βενιζέλου, επιδιώκοντας προφανώς να ξεχαστούν τα βασικά: ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ ήταν οι δυνάμεις που θα έκαιγαν τα Μνημόνια και τώρα υπογράφουν το δικό τους, στο οποίο μάλιστα ανακαλύπτουν και τουλάχιστον 14 θετικά σημεία.
Δηλώνει ακόμη ότι με το τριετές Μνημόνιο για το νέο δάνειο των 85 δισ. γλιτώσαμε τη χρηματοδότηση-γέφυρα που επεδίωκε ο Σόιμπλε, την οποία παραδόξως ζητούσε λίγο πριν η ίδια η κυβέρνηση για να αποφύγει το Μνημόνιο.
Ακόμη και τώρα, τη στιγμή που η ελληνική οικονομία αποσυντίθεται και το τίμημα γίνεται όλο και πιο βαρύ για τους εργαζομένους, τους ανέργους, τους συνταξιούχους, τους μικροεπαγγελματίες, η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός δείχνουν να λειτουργούν αποκλειστικά και μόνο με γνώμονα το κομματικό συμφέρον, την πολιτική επιβίωση. Και δεν αντιλαμβάνονται αυτό που όλοι γνωρίζουν: Δεν μπορεί η κυβέρνηση να διασωθεί, εάν δεν σωθεί η χώρα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εάν σωθεί η χώρα, υποχρεωτικά θα διασωθεί και η κυβέρνηση.
Από χθες η χώρα μπαίνει σε νέα φάση της περιπέτειάς της.
Οι παγίδες που στήνονται από τον Σόιμπλε, το ΔΝΤ, τη Ζωή, το εμπόδιο που ορθώνει το DNA του ΣΥΡΙΖΑ είναι μπροστά...
Στο χέρι του κ. Τσίπρα είναι να κάνει λιγότερο επώδυνη αυτή τη δύσκολη πορεία στην οποία οδήγησε τον ελληνικό λαό. Ξεφεύγοντας από τον ρόλο που φαίνεται να έχουν επιλέξει γι' αυτόν κάποιοι Γερμανοί αλλά και οι δραχμιστές σύντροφοί του: το νέο Μνημόνιο και η πίεση στον ελληνικό λαό να καταστήσουν δελεαστική και αναπότρεπτη πια την κατάρρευση και την αποχώρηση από το ευρώ.

Τρίτη 11 Αυγούστου 2015

Πιάσαμε πάτο


Διάβασα προ τριημέρου στην «Αυγή» για την Οργάνωση Μελών ΜΜΕ ΣΥΡΙΖΑ Θεσσαλονίκης (κλαδική δημοσιογράφων σε απλά ελληνικά) που ζητά από την κυβέρνηση να φροντίσει ώστε ο νέος νόμος για τα ΜΜΕ «να διασφαλίζει τη δεοντολογία και να μην επιτρέπει τη δράση των προπαγανδιστικών μηχανισμών της διαπλοκής». Περιέργως δεν αξιώνουν και πρόβλεψη ώστε οι προσλαμβανόμενοι σε κρατικά ΜΜΕ και σε γραφεία Τύπου κυβερνητικών υπηρεσιών και δημόσιων οργανισμών να είναι υποχρεωτικά μέλη του ΣΥΡΙΖΑ -άντε και μερικοί των ΑΝΕΛ-, αλλά αυτές οι δουλειές δεν χρειάζονται νομοθετική κάλυψη.
Φυσικά δεν με εκπλήσσει το γεγονός ότι οι «εκφραστές του νέου ήθους» αντιγράφουν τις χειρότερες πρακτικές των πασόκων, ανάμεσα στις οποίες οι περίφημες κλαδικές κατείχαν εξέχουσα θέση, λόγω των προνομίων που απολάμβαναν τα μέλη τους. Για τους περισσότερους τα προνόμια εξαντλούνταν σε μια θέση εργασίας, αλλά για κάποιους περιελάμβαναν και μία ή περισσότερες αργομισθίες. Και τότε και τώρα (ίσως τώρα περισσότερο λόγω και αυξημένης ανεργίας) η κομματική ταυτότητα ήταν και είναι βασικό προσόν εργασιακής διασφάλισης.
Μόνο που κομματική ταυτότητα και δημοσιογραφία δεν πάνε μαζί. Οχι πως ο δημοσιογράφος, ο κάθε δημοσιογράφος, δεν έχει τη δική του πολιτική τοποθέτηση. Φυσικά και την έχει και οπωσδήποτε τον επηρεάζει ή και τον καθορίζει επαγγελματικά. Αλλά δεν είναι, δεν επιτρέπεται να είναι κομματικό παπαγαλάκι, φερέφωνο και υπηρέτης της όποιας κομματικής πολιτικής. Είτε αρέσει είτε δεν αρέσει, άλλο δημοσιογράφος και άλλο κομματικός υπάλληλος.
Το κακό είναι ότι κοντά στα πολλά που έχει διαστρεβλώσει ο πολιτικός φανατισμός είναι και η δημοσιογραφία και ο τρόπος που ασκείται. Δυστυχώς έχουμε δώσει δικαιώματα οι δημοσιογράφοι. Είναι πολλά αυτά που παρεξηγήσαμε και που αντί να κοιτάξουμε αν και πώς θα μπορούσαμε να τα διορθώσουμε, τα εξωθούμε από το κακό στο χειρότερο. Παρότι έχουμε πιάσει πάτο.
Γιατί πάτος είναι η κατάντια της ΕΣΗΕΑ που έχει διαλυθεί σε μικροκομματικές φατρίες. Πάτος είναι οι δημοσιογράφοι που ως κύριο προσόν πλασάρουν την κομματική ταυτότητα. Πάτος είναι η προωθούμενη νομοθετική ρύθμιση βάσει της οποίας παρέχεται το δικαίωμα σε έναν παρατρεχάμενο του πρωθυπουργού να αποφασίζει πόσα κανάλια θα λειτουργούν στην Ελλάδα. Πάτος είναι να είσαι 40άρης πρωθυπουργός και να προωθείς ή να ανέχεσαι νεοσταλινικές επικοινωνιακές λογικές.

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Ας πάρουμε την εξουσία και μετά βλέπουμε.

Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ ζητούσε τον περασμένο Γενάρη την ψήφο μας, εκείνο για το οποίο όλοι μας διαβεβαίωναν ήταν πως η θέση μας στο ευρώ ήταν αδιαπραγμάτευτη και πως απλώς θα πάσχιζαν για μια καλύτερη συμφωνία. Κανένας Λαφαζάνης, κανένας Στρατούλης και κανένας Λεουτσάκος δεν μιλούσε για δραχμές, για Plan B ή για άλλα ανέκδοτα. Αυτά που τώρα υποστηρίζουν, αποδεικνύουν ότι τότε μας δούλευαν. «Ας πάρουμε την εξουσία και μετά βλέπουμε». Αυτό σκέφτονταν.
Και λέει κι άλλα κουτοπόνηρα ο Λαφαζάνης. Για παράδειγμα, πως η διαπραγμάτευση ήταν λάθος, πως η σκόπιμη καθυστέρηση ήταν ολέθρια γιατί συνετέλεσε ώστε να εξαντληθούμε οικονομικά, πως το μόνο που καταφέραμε με τις τσαχπινιές του Βαρουφάκη ήταν να βρεθούμε απένταροι στο έλεος των πιστωτών μας. Σωστές και εύστοχες οι επισημάνσεις. Μόνο που καθυστερημένα τις ανακάλυψαν στην Αριστερή Πλατφόρμα. Οταν έπρεπε να μιλήσουν, προτιμούσαν να το βουλώνουν. Και όταν εμείς, οι «μνημονιακοί», τους τα λέγαμε, μας την έπεφταν ότι υπονομεύουμε τη διαπραγμάτευση και ότι είμαστε όργανα του Σόιμπλε.
Υπάρχει ένας γνωστός σε όλους χαρακτηρισμός. «Σιγανοπαπαδιές». Αυτήν την τακτική επέλεξαν. Αφησαν τον Τσίπρα και τον Βαρουφάκη να σπάσουν τα μούτρα τους στην κόντρα με τους εταίρους, ελπίζοντας ότι έτσι θα κατέληγαν, θέλοντας και μη, στα δικά τους πλάνα. Μόνο που ο Τσίπρας επέλεξε άλλου είδους κωλοτούμπα. Προφανώς βρίσκει ελκυστικότερες τις καντρίλιες με τη Μέρκελ από τις ζυμώσεις με τον Στρατούλη. Και τα σουλάτσα στο Παρίσι, στη Ρώμη και στο Βερολίνο από τις εκδρομές στα χρεοκοπημένα μικρομάγαζα της Κεντρικής Αμερικής. Δεν έχει και άδικο.