Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Είτε το θέλαμε, είτε όχι, το καταφέραμε κι αυτό στην Ελλάδα.

Δυστυχώς όλες οι προ ΣΥΡΙΖΑ μνημονιακές κυβερνήσεις διακρί­θηκαν για την ευκολία με την οποία επέβαλαν περικοπές συντάξεων και μισθών καθώς και αλλεπάλληλα φορολογικά χαράτσια, αλλά καμιά δεν τόλμησε να προχωρήσει στις βαθιές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου, έτσι ώστε να προχωρήσουμε με ασφά­λεια στους ευρωπαϊκούς δρόμους.
Μοιραία, λοιπόν, ανακύπτει το ερώτημα: αν απέτυχαν στο μεταρρυθμιστικό τους έργο οι φιλοευρωπαϊστές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, τι πιθανότητες έχουν να τα πάνε καλύτερα οι Συριζαίοι, που και μόνο στο άκουσμα της λέξης «ιδιωτικοποίηση» ανατριχιάζουν; Θα ήταν ποτέ δυνατό να μεταλλαχθούν από τη μια μέρα στην άλλη άνθρωποι που ως αντιπολιτευόμενοι αλλά και ως κυβέρνηση απέδειξαν με τις πράξεις και τις διακηρύξεις τους ότι στην καλύτερη περίπτωση επιλέγουν τις πρακτικές που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία και στη χειρότερη οραματίζονται μεθόδους, συστήματα και μέτρα ιστορικά καταδικασμένων και οικονομικά αποτυχημένων συστημάτων;
Αλλά είτε το θέλαμε, είτε όχι, το καταφέραμε κι αυτό στην Ελλάδα. Εμπιστευτήκαμε τις τύχες μας σε λάθος χέρια, σε ανθρώπους που δεν ξέρουν και δεν θέλουν να μάθουν πώς να λειτουργούν μέσα στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Οι λαϊκιστές δεν μεταβάλλονται από τη μια στιγμή στην άλλη σε ρεαλιστές. Και οι κομματικές εφεδρείες, το στελεχιακό δυναμικό του ΣΥΡΙΖΑ που θα συνταχθεί με τον Τσίπρα, δεν είναι σε θέση να υπηρετήσουν το μεταρρυθ­μιστικό έργο που συνεπάγεται η μνημονιακή δέσμευση, την οποία ανέλαβαν και τυπικά χθες τα ξημερώματα.
Γι' αυτό και η ευθύνη την οποία επωμίζεται ο Τσίπρας είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη από όση φαντάζεται. Προσωπικά ελπίζω οι εμπειρίες αυτού του εξαμήνου να του έδωσαν να καταλάβει ότι με τις ψευδαισθήσεις δεν χαράζονται πολιτικές και, κυρίως, δεν κυβερνώνται κράτη. Χρειάζονται σοβαρά και αποφασισμένα στελέχη, που να αδιαφορούν για το πολιτικό κόστος και να διαθέτουν την εμπει­ρία, αλλά και το κύρος για τις μεταρ­ρυθ­μίσεις που ο πρωθυπουργός ανέλαβε να φέρει σε πέρας. Πού και πώς θα τα βρει είναι δικό του πρόβλη­μα. Αλλά πρέπει να τα βρει. Διαφορε­τικά η παρτίδα θα έχει χαθεί πριν καλά καλά πέσουν τα χαρτιά στο τραπέζι.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται σε δυσαρμονία.

Πέντε χρόνια τώρα κινούμαστε στον αστερισμό των μνημονιακών πολιτικών. Ελλείψει εθνικού σχεδίου για την ανασύσταση της χώρας, υιοθετούνται τα μνημόνια. Και εφαρμόζονται επιλεκτικά, κατά το δοκούν. Το κομματικό σύστημα, εμποτισμένο με πελατειακές και συντεχνιακές λογικές, αντιστρατεύεται τις αυτονόητες διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Ετσι τα ανακύπτοντα προβλήματα δεν οφείλονται στα αδιέξοδα των συμφωνημένων προγραμμάτων, αλλά στο ότι αυτά έμειναν μετέωρα. Αυθεντικότερο προϊόν της κρίσης είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Το άλλοτε μικρό σχήμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς κεφαλαιοποίησε τη δυσαρέσκεια και την οργή μεγάλης μερίδας πολιτών για τα παλιά κόμματα εξουσίας που θεωρήθηκαν υπεύθυνα για τη χρεοκοπία. Ενοχοποιώντας τους αντιπάλους, υιοθέτησε σκληρή αντιμνημονιακή στρατηγική. Με ισχυρό όπλο το νέο και άφθαρτο πρόσωπο του αρχηγού του, εδραίωσε την πολιτική του κυριαρχία, καλλιεργώντας αυταπάτες και ψευδαισθήσεις. Ως κόμμα διαμαρτυρίας προσέλκυσε δυνάμεις με διαφορετικές καταβολές και στοχεύσεις. Οι ευρωπαϊστές με τους δραχμιστές, οι κρατιστές με τις κινηματικές συνιστώσες, οι εκφραστές του αναχρονιστικού ΠΑΣΟΚ με τους νεοκομμουνιστές, οι σοβαροί με τους παλαβούς συνέθεσαν έναν ετερόκλητο σχηματισμό με μοναδική συνεκτική ουσία την αντίθεση στα μνημόνια.
Η επτάμηνη κυβερνητική θητεία ανέδειξε όλες τις ιδεοληψίες, αντιφάσεις και αντινομίες του ΣΥΡΙΖΑ. Η προσχώρηση του Τσίπρα στον πραγματισμό οδήγησε το κόμμα σε πολιτικό κενό. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να εναρμονιστεί με τα νέα δεδομένα, εγκαταλείποντας το αντιμνημονιακό του παρελθόν. Εγχείρημα, όμως, δύσκολο και επώδυνο. Εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να υπηρετήσει τη συμφωνία με τους δανειστές. Προσκρούει στις αυτόχθονες πολιτικές του.
Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται σε δυσαρμονία. Ακολουθούν διαφορετικούς προσανατολισμούς. Ενσαρκώνουν αντιτιθέμενες πολιτικές και επιδιώξεις. Είναι σαν αταίριαστο ζευγάρι. Η συμβίωσή τους καθίσταται προβληματική. Στην πραγματικότητα η αντιμνημονιακή στροφή του Τσίπρα ενέχει τον κίνδυνο ο αρχηγός να βρεθεί χωρίς κόμμα και το κόμμα χωρίς αρχηγό. Ωστόσο ο πρωθυπουργός, αξιοποιώντας την αποδοχή που απολαμβάνει, έχει την ευκαιρία να δημιουργήσει έναν νέο πολιτικό εαυτό και για τον ίδιο και για την ευρύτερη Αριστερά.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Ενώ η χώρα βυθίζεται στη φτώχεια, το χάος και την ανυποληψία.

Ενώ η χώρα βυθίζεται στη φτώχεια, το χάος και την ανυποληψία, αυτοί όλοι ασχολούνται με δύο θέματα. Να αποδείξουν ότι οι δοξασίες τους απέτυχαν λιγότερο από αυτό που βιώνουμε, συνεχίζοντας ταυτόχρονα να λένε κυριολεκτικά αρλούμπες. Να διαχωρίσουν τα ιμάτια του κόμματός τους και της εξουσίας, ενώ έχουν αποδείξει πανηγυρικά ότι δεν μπορούν ούτε δύο γαϊδουριών άχυρα να μοιράσουν. Περί αυτού πρόκειται, παρακολουθώντας την παράσταση που δίνουν τις τελευταίες μέρες οι Τσιπραίοι και οι Λαφαζαναίοι μαζί με την ντίβα της αμετροέπειας και της παραγωγής εκνευρισμού, που ακούει στο όνομα Κωνσταντοπούλου. Ευτυχώς μας έχει τιμήσει με τη σιωπή του αυτό τον καιρό ο φοβερός Βαρουφάκης, ίσως γιατί οι γιατροί τού συνέστησαν ηρεμία και αυτοσυγκέντρωση έως τον Σεπτέμβριο, αλλά κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι ξαφνικά δεν θα δούμε ένα νέο ξέσπασμα με συνεντεύξεις και τιτιβίσματα.

Στο σίριαλ που παρακολουθούμε ανήμποροι, πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν διάφοροι ηλικιωμένοι που προσπαθούν να δικαιώσουν τη διαδρομή τους στη ζωή, πολλοί μεσήλικες και νεότεροι που είναι εντελώς αλλού γι’ αλλού, και ένας λαός που η σχέση του με τη λογική είναι επιεικώς αποσπασματική. Για παράδειγμα, τον αδαή Τσίπρα, που αποδείχθηκε περίτρανα ότι δεν ήξερε πού βρισκόταν και πού πατούσε, και ίσως δεν έχει μάθει ακόμη, τον καθοδηγεί ένα συμβούλιο ηλικιωμένων «σοφών» (Φλαμπουράρης, Δραγασάκης, Βούτσης, Μπαλτάς, Στ. Παπάς, με μέσο όρο ηλικίας άνω των 70), που μάλλον έχει χάσει επαφή με τις εξελίξεις στον κόσμο. Το ίδιο ακριβώς, και μάλιστα σε χειρότερο βαθμό, συμβαίνει στην άλλη όχθη, όπου τον αειθαλή Λαφαζάνη, ο οποίος ξέρει απ’έξω ανακατωτά τα γεγονότα του 1918 στην Αγία Πετρούπολη και θέλει να τα ζήσει, τον πλαισιώνουν οι αποφασισμένοι Λεουτσακοστρατούληδες, με βασικό σύνθημα το πολύ συγκεκριμένο «υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις». Και το μεγάλο θέμα είναι βέβαια ότι υπάρχει ένας κόσμος, πολύς κόσμος, που πιστεύει ότι μέσα από τις αρλούμπες θα βρει ανέξοδη λύση στα προβλήματα και στις φαντασιώσεις του. Οι ενδείξεις είναι ότι σχετικά λίγοι πήραν το μάθημά τους τους προηγούμενους καταστροφικούς έξι μήνες!

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Δεν μπορεί η κυβέρνηση να διασωθεί, εάν δεν σωθεί η χώρα.

Οσο η κυβέρνηση αρνείται να μιλήσει με τη γλώσσα της αλήθειας στον ελληνικό λαό, τόσο δυσκολεύει η δική της αποστολή και φυσικά η προσπάθεια για τη διάσωση της χώρας.
Η κυβέρνηση θριαμβολόγησε χθες για το πόσο καλύτερο θα είναι το δικό της Μνημόνιο από εκείνο των κ. Σαμαρά και Βενιζέλου, επιδιώκοντας προφανώς να ξεχαστούν τα βασικά: ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ ήταν οι δυνάμεις που θα έκαιγαν τα Μνημόνια και τώρα υπογράφουν το δικό τους, στο οποίο μάλιστα ανακαλύπτουν και τουλάχιστον 14 θετικά σημεία.
Δηλώνει ακόμη ότι με το τριετές Μνημόνιο για το νέο δάνειο των 85 δισ. γλιτώσαμε τη χρηματοδότηση-γέφυρα που επεδίωκε ο Σόιμπλε, την οποία παραδόξως ζητούσε λίγο πριν η ίδια η κυβέρνηση για να αποφύγει το Μνημόνιο.
Ακόμη και τώρα, τη στιγμή που η ελληνική οικονομία αποσυντίθεται και το τίμημα γίνεται όλο και πιο βαρύ για τους εργαζομένους, τους ανέργους, τους συνταξιούχους, τους μικροεπαγγελματίες, η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός δείχνουν να λειτουργούν αποκλειστικά και μόνο με γνώμονα το κομματικό συμφέρον, την πολιτική επιβίωση. Και δεν αντιλαμβάνονται αυτό που όλοι γνωρίζουν: Δεν μπορεί η κυβέρνηση να διασωθεί, εάν δεν σωθεί η χώρα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εάν σωθεί η χώρα, υποχρεωτικά θα διασωθεί και η κυβέρνηση.
Από χθες η χώρα μπαίνει σε νέα φάση της περιπέτειάς της.
Οι παγίδες που στήνονται από τον Σόιμπλε, το ΔΝΤ, τη Ζωή, το εμπόδιο που ορθώνει το DNA του ΣΥΡΙΖΑ είναι μπροστά...
Στο χέρι του κ. Τσίπρα είναι να κάνει λιγότερο επώδυνη αυτή τη δύσκολη πορεία στην οποία οδήγησε τον ελληνικό λαό. Ξεφεύγοντας από τον ρόλο που φαίνεται να έχουν επιλέξει γι' αυτόν κάποιοι Γερμανοί αλλά και οι δραχμιστές σύντροφοί του: το νέο Μνημόνιο και η πίεση στον ελληνικό λαό να καταστήσουν δελεαστική και αναπότρεπτη πια την κατάρρευση και την αποχώρηση από το ευρώ.

Τρίτη 11 Αυγούστου 2015

Πιάσαμε πάτο


Διάβασα προ τριημέρου στην «Αυγή» για την Οργάνωση Μελών ΜΜΕ ΣΥΡΙΖΑ Θεσσαλονίκης (κλαδική δημοσιογράφων σε απλά ελληνικά) που ζητά από την κυβέρνηση να φροντίσει ώστε ο νέος νόμος για τα ΜΜΕ «να διασφαλίζει τη δεοντολογία και να μην επιτρέπει τη δράση των προπαγανδιστικών μηχανισμών της διαπλοκής». Περιέργως δεν αξιώνουν και πρόβλεψη ώστε οι προσλαμβανόμενοι σε κρατικά ΜΜΕ και σε γραφεία Τύπου κυβερνητικών υπηρεσιών και δημόσιων οργανισμών να είναι υποχρεωτικά μέλη του ΣΥΡΙΖΑ -άντε και μερικοί των ΑΝΕΛ-, αλλά αυτές οι δουλειές δεν χρειάζονται νομοθετική κάλυψη.
Φυσικά δεν με εκπλήσσει το γεγονός ότι οι «εκφραστές του νέου ήθους» αντιγράφουν τις χειρότερες πρακτικές των πασόκων, ανάμεσα στις οποίες οι περίφημες κλαδικές κατείχαν εξέχουσα θέση, λόγω των προνομίων που απολάμβαναν τα μέλη τους. Για τους περισσότερους τα προνόμια εξαντλούνταν σε μια θέση εργασίας, αλλά για κάποιους περιελάμβαναν και μία ή περισσότερες αργομισθίες. Και τότε και τώρα (ίσως τώρα περισσότερο λόγω και αυξημένης ανεργίας) η κομματική ταυτότητα ήταν και είναι βασικό προσόν εργασιακής διασφάλισης.
Μόνο που κομματική ταυτότητα και δημοσιογραφία δεν πάνε μαζί. Οχι πως ο δημοσιογράφος, ο κάθε δημοσιογράφος, δεν έχει τη δική του πολιτική τοποθέτηση. Φυσικά και την έχει και οπωσδήποτε τον επηρεάζει ή και τον καθορίζει επαγγελματικά. Αλλά δεν είναι, δεν επιτρέπεται να είναι κομματικό παπαγαλάκι, φερέφωνο και υπηρέτης της όποιας κομματικής πολιτικής. Είτε αρέσει είτε δεν αρέσει, άλλο δημοσιογράφος και άλλο κομματικός υπάλληλος.
Το κακό είναι ότι κοντά στα πολλά που έχει διαστρεβλώσει ο πολιτικός φανατισμός είναι και η δημοσιογραφία και ο τρόπος που ασκείται. Δυστυχώς έχουμε δώσει δικαιώματα οι δημοσιογράφοι. Είναι πολλά αυτά που παρεξηγήσαμε και που αντί να κοιτάξουμε αν και πώς θα μπορούσαμε να τα διορθώσουμε, τα εξωθούμε από το κακό στο χειρότερο. Παρότι έχουμε πιάσει πάτο.
Γιατί πάτος είναι η κατάντια της ΕΣΗΕΑ που έχει διαλυθεί σε μικροκομματικές φατρίες. Πάτος είναι οι δημοσιογράφοι που ως κύριο προσόν πλασάρουν την κομματική ταυτότητα. Πάτος είναι η προωθούμενη νομοθετική ρύθμιση βάσει της οποίας παρέχεται το δικαίωμα σε έναν παρατρεχάμενο του πρωθυπουργού να αποφασίζει πόσα κανάλια θα λειτουργούν στην Ελλάδα. Πάτος είναι να είσαι 40άρης πρωθυπουργός και να προωθείς ή να ανέχεσαι νεοσταλινικές επικοινωνιακές λογικές.

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Ας πάρουμε την εξουσία και μετά βλέπουμε.

Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ ζητούσε τον περασμένο Γενάρη την ψήφο μας, εκείνο για το οποίο όλοι μας διαβεβαίωναν ήταν πως η θέση μας στο ευρώ ήταν αδιαπραγμάτευτη και πως απλώς θα πάσχιζαν για μια καλύτερη συμφωνία. Κανένας Λαφαζάνης, κανένας Στρατούλης και κανένας Λεουτσάκος δεν μιλούσε για δραχμές, για Plan B ή για άλλα ανέκδοτα. Αυτά που τώρα υποστηρίζουν, αποδεικνύουν ότι τότε μας δούλευαν. «Ας πάρουμε την εξουσία και μετά βλέπουμε». Αυτό σκέφτονταν.
Και λέει κι άλλα κουτοπόνηρα ο Λαφαζάνης. Για παράδειγμα, πως η διαπραγμάτευση ήταν λάθος, πως η σκόπιμη καθυστέρηση ήταν ολέθρια γιατί συνετέλεσε ώστε να εξαντληθούμε οικονομικά, πως το μόνο που καταφέραμε με τις τσαχπινιές του Βαρουφάκη ήταν να βρεθούμε απένταροι στο έλεος των πιστωτών μας. Σωστές και εύστοχες οι επισημάνσεις. Μόνο που καθυστερημένα τις ανακάλυψαν στην Αριστερή Πλατφόρμα. Οταν έπρεπε να μιλήσουν, προτιμούσαν να το βουλώνουν. Και όταν εμείς, οι «μνημονιακοί», τους τα λέγαμε, μας την έπεφταν ότι υπονομεύουμε τη διαπραγμάτευση και ότι είμαστε όργανα του Σόιμπλε.
Υπάρχει ένας γνωστός σε όλους χαρακτηρισμός. «Σιγανοπαπαδιές». Αυτήν την τακτική επέλεξαν. Αφησαν τον Τσίπρα και τον Βαρουφάκη να σπάσουν τα μούτρα τους στην κόντρα με τους εταίρους, ελπίζοντας ότι έτσι θα κατέληγαν, θέλοντας και μη, στα δικά τους πλάνα. Μόνο που ο Τσίπρας επέλεξε άλλου είδους κωλοτούμπα. Προφανώς βρίσκει ελκυστικότερες τις καντρίλιες με τη Μέρκελ από τις ζυμώσεις με τον Στρατούλη. Και τα σουλάτσα στο Παρίσι, στη Ρώμη και στο Βερολίνο από τις εκδρομές στα χρεοκοπημένα μικρομάγαζα της Κεντρικής Αμερικής. Δεν έχει και άδικο.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

Κυβέρνηση και πολιτισμός

Κυβέρνηση και πολιτισμός
Κατά τη διαδικασία παράδοσης του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, στις 28 Ιανουαρίου 2015, και παραλαβής από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων της κυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου, ο επικεφαλής υπουργός καθ. Αριστείδης Μπαλτάς στην ομιλία του τόνισε δύο σημεία: Οτι η κυβέρνησή τους είναι της ρήξης και της ανατροπής, και ότι η συγχώνευση του υπουργείου Πολιτισμού με το υπουργείο Παιδείας δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να εκληφθεί ως υποτίμηση και υποβάθμιση του πολιτισμού και των λειτουργών του, διότι πέρα από τη σχέση του πολιτισμού με την παιδεία, πολιτισμός είναι τα πάντα.
Στο τελευταίο αυτό είχε απόλυτο δίκιο. Ο πολιτισμός αφορά σε κάθε μας συμπεριφορά, ανιχνεύεται σε κάθε μας βήμα, σε κάθε μας λειτουργία. Ασφαλώς, πολιτισμός είναι τα λόγια και τα έργα μας να διακρίνονται από συνέπεια και αντιστοιχίες. Πολιτισμός είναι να είμαστε ειλικρινείς με τους συνομιλητές μας. Και ασφαλώς είναι πολιτισμός η ιδεολογία και οι πολιτικές, που ο καθένας προσωπικά αλλά και ως μέλος ευρύτερου συνόλου πρεσβεύει και ακολουθεί, να διακρίνονται για τις αρχές και τις αξίες τους.
Υπό την έννοια αυτή, αναρωτιέται κανείς ποια η σχέση της ορθής άποψης του καθηγητή Μπαλτά με όλα όσα ζούμε σήμερα. Η σημερινή κυβέρνηση, «η νέα ελληνική κυβέρνηση» ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, χαρακτηρίστηκε ως η «κυβέρνηση της ρήξης και της ανατροπής». Είναι η κυβέρνηση η οποία τον Ιανου­άριο διακήρυττε ότι με ένα άρθρο σε έναν νόμο θα καταργούσε τα δύο «προδοτικά για τον ελληνικό λαό μνημόνια» που υπέγραψαν οι κυβερνήσεις Γ. Παπανδρέου και Αντ. Σαμαρά. Σήμερα είναι η ίδια κυβέρνηση η οποία διαπραγματεύεται το πιο σκληρό και το πλέον επαχθές των τριών μνημονίων.
Ξεκαθαρίζω ότι προσωπικά ανήκω σ' αυτούς που πίστευαν και πιστεύουν με τρόπο απόλυτο στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και της κοινωνίας μας, ήτοι στο 38% των Ελλήνων που ψήφισαν «ναι» και που κατά την πρόεδρο της Βουλής βρισκόμαστε «εκτός του εθνικού κορμού». Επομένως, θεωρώ θετικό ότι ο πρωθυπουργός, ο εταίρος του και η κυβέρνηση αποφάσισαν έστω και την ύστατη ώρα να ακολουθήσουν αυτό τον δρόμο.
Διερωτώμαι, όμως, αν η απόφαση αυτή χαρακτηρίζεται από συνέπεια και είναι αντίστοιχη με όσα προεκλογικά ελέχθησαν προκειμένου να αποσπάσουν την ψήφο των πολιτών. Αν τα όσα σήμερα υποστηρίζονται από τον πρωθυπουργό, τον εταίρο του και τους υπουργούς του, είναι συνεπή στην ιδεολογία τους, στις αρχές και τις αξίες τους. Αν, εντέλει, η ερμηνεία που δόθηκε στο «Οχι» του 62% των πολιτών είναι ειλικρινής.
Οι ερωτήσεις μου προφανώς είναι ρητορικές. Ειλικρίνεια, συνέπεια, αντιστοιχία λόγων και προεκλογικών εξαγγελιών με αποφάσεις και πράξεις, ιδεολογία και πιστεύω, προφανώς λείπουν. Κυ­ρι­αρ­χούν η στρεψοδικία, η ασυνέπεια, η αναντιστοιχία, η στρέβλωση, η προδοσία της ελπίδας γι' αυτούς που την πίστεψαν. Η «ρήξη και η ανατροπή» έγινε προς την αντίστροφη κατεύθυνση. Αφορά στο εσωτερικό της κυβέρνησης, των κομμάτων και των μελών τους. Δεν αφορά στην κοινωνία και δεν έχει σχέση με το παρελθόν. Φυσικά ο πολιτισμός συνεχίζει να αφορά στα πάντα. Αλλά πόση και ποια σχέση μπορεί να έχει με όλα όσα σήμερα εκτυλίσσονται ως θρίλερ μπροστά στα μάτια μας;