Οι πολιτικοί είναι καλό να μην εκστομίζουν κατηγορίες ή να κινδυνολογούν χωρίς λόγο, και το κυριότερο χωρίς στοιχεία. Η ακραία πόλωση αυτής της περιόδου παρασύρει πολλούς σε πυροτεχνήματα και καταγγελίες χωρίς καμία απολύτως στοιχειοθέτηση. Αυτές οι συμπεριφορές υπονομεύουν εντέλει τους θεσμούς και την ίδια τη δημοκρατία. Η χώρα πλήρωσε πολλές φορές στο παρελθόν τους διχασμούς και τις ακρότητες. Δεν πρέπει να φτάσουμε στο επίπεδο, ή μάλλον στον κατήφορο, που γνώρισε η Ελλάδα σε άλλες ταραγμένες περιόδους της Ιστορίας της. Χρειάζεται λίγο φρένο στην υπερβολή και την οξύτητα!
Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014
Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014
Προφανείς κοροϊδίες
Είναι γνωστό ότι μία από τις σαχλαμάρες που αραδιάζουν οι εκάστοτε αντιπολιτεύσεις είναι πως αν και όταν έρθουν στην εξουσία θ' ακυρώσουν αποφάσεις και ρυθμίσεις της κυβέρνησης την οποία θα διαδεχτούν. Και είναι εξίσου γνωστό ότι σπανιότατα και για επουσιώδη και μόνο ζητήματα έχουν τηρήσει την απειλή τους.
Ο λόγος είναι απλός. Σε κάποιες περιπτώσεις η ακύρωση της απόφασης είναι αδύνατη. Οπως όταν αυτή συνεπάγεται οικονομική δαπάνη. H είναι ασύμφορη. Οπως στις περιπτώσεις που η διάδοχος κυβέρνηση κρίνει ότι τη βολεύει η διατήρηση του «απαράδεκτου, αντιλαϊκού, αντιδημοκρατικού και αντιλαϊκού καθεστώτος» που μέχρι πρότινος ξόρκιζε και κατηγορούσε.
Φυσικά τα ξέρουν καλά στον ΣΥΡΙΖΑ όλα αυτά. Και ξέρουν, για παράδειγμα, ότι κοροϊδεύουν ξεδιάντροπα όσους αφελείς τείνουν ευήκοον ους στις διάφορες εξαγγελίες τους πως θα καταργήσουν, λέει, μνημονιακές δεσμεύσεις και υποχρεώσεις. Διότι μόνο ηλίθιοι είναι δυνατό να πιστεύουν πως αν ο ΣΥΡΙΖΑ γίνει κυβέρνηση ο μεν Τσίπρας θ' αναγκάσει τους Ευρωπαίους να μας χαρίσουν τα δανεικά, ο δε Λαφαζάνης θα επαναφέρει στο Δημόσιο τους απολυθέντες και οι διάφοροι Φωτόπουλοι θα ξαναστήνουν τους μηχανισμούς κομπίνας και λεηλασίας του δημόσιου χρήματος.
Τι θα γίνει; Στην καλύτερη περίπτωση κάτι ψιλομπαλώματα για να διευκολυνθεί η χώνεψη του πολιτικού άχυρου που τους προσφέρεται αφειδώς σε κάθε ευκαιρία από την κομματική τους ηγεσία. Οπως, για παράδειγμα, με την πρόσφατη επαναβεβαίωση του αγέρωχου Τσίπρα ότι το κόμμα του δεν θ' αναγνωρίσει καμιά δέσμευση την οποία θ' αναλάβει η σημερινή κυβέρνηση.
Να το δούμε λίγο; Τι απείλησε προχθές ότι δεν θ' αναγνωρίσει μια μελλοντική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ; Δύο είναι τα θέματα που επιδιώκει να ρυθμίσει η κυβέρνηση. Το πρώτο είναι η απεμπλοκή από το μνημόνιο. Και το δεύτερο η ρύθμιση του χρέους. Τι θα κάνει ο Τσίπρας αν οι κυβερνητικές προσπάθειες ευοδωθούν; Θα ζητήσει την επαναφορά του μνημονίου για να του δοθεί η δυνατότητα να το σκίσει ο ίδιος ή θ' αξιώσει την επάνοδο στο σημερινό καθεστώς για το χρέος, επειδή εκείνος μόνο την περικοπή δέχεται και όχι τις επιμηκύνσεις και τα άλλα ύποπτα των δανειστών μας;
Σκεφτείτε το λίγο και θα συνειδητοποιήσετε το μέγεθος της γελοιότητας ορισμένων «απειλών» που εκτοξεύτηκαν από υποψήφια, υποτίθεται, πρωθυπουργικά χείλη.
Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014
Η κυβέρνηση έκανε το λάθος να κυνηγά ή και να μιμείται την αντιπολίτευση.
Την ώρα που η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει, η χώρα μοιάζει να εισέρχεται σε μια περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας, αν όχι περιπέτειας. Και αυτό με ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ, που εκμεταλλεύεται τη διαδικασία εκλογής νέου Προέδρου της Δημοκρατίας για να προκαλέσει βουλευτικές εκλογές, επαναλαμβάνοντας το λάθος του ΠΑΣΟΚ το 2009. Η πραγματική οικονομία κινδυνεύει τώρα να «παγώσει», ενώ και το κράτος δείχνει σημάδια παράλυσης.
Η κυβέρνηση έκανε το λάθος να κυνηγά ή και να μιμείται την αντιπολίτευση από τις ευρωεκλογές και μετά. Αντί να εμφανίζεται ως η ήρεμη δύναμη που κράτησε τη χώρα όρθια, επιλέγει την πόλωση. Αντί να στηριχθεί σε μια ομάδα νέων, σοβαρών και αποφασισμένων υπουργών, εκπροσωπείται δημόσια από πολιτικούς που κάνουν για τα τηλεπαράθυρα, όχι για κρίσιμα πόστα. Αντί να ανακοινώσει από τώρα ότι θα στηρίξει έναν πολύ σοβαρό και κοινής αποδοχής υποψήφιο Πρόεδρο, αφήνει την προεδρολογία να κλιμακώνεται. Αντί να λειτουργεί σαν μια σφικτή ενωμένη ομάδα, σπαράσσεται από διάφορες έριδες. Και τέλος, αντί να μειώσει τις προσδοκίες για την επόμενη ημέρα μετά τα Μνημόνια, τις καλλιέργησε υπερβολικά.
Το παιχνίδι δεν έχει χαθεί, αρκεί να ληφθούν γενναίες αποφάσεις. Μια ανανεωμένη κυβέρνηση, με καθαρή ατζέντα και σαφές στίγμα, μπορεί να αντιστρέψει το κλίμα, συνεχίζοντας με συγκροτημένο τρόπο τις φοροελαφρύνσεις. Αν είναι να συνεχίσει έτσι όπως πάει σήμερα για μερικούς μήνες ακόμη, ίσως να έχουν δίκιο οι κυβερνητικοί παράγοντες που προτείνουν να έλθει πιο νωρίς η προεδρική εκλογή για να τελειώσει η διαλυτική αβεβαιότητα. Ο κ. Αντώνης Σαμαράς διήνυσε πολύ δρόμο έως σήμερα μέσα σε πολύ αντίξοες συνθήκες και έχει αποδειχθεί ανθεκτικός πολιτικός. Είναι όμως ανάγκη ως πρωθυπουργός να διορθώσει τα λάθη των τελευταίων μηνών και να πάρει αποφάσεις με ρίσκο όσο υπάρχει χρόνος.
Η κυβέρνηση έκανε το λάθος να κυνηγά ή και να μιμείται την αντιπολίτευση από τις ευρωεκλογές και μετά. Αντί να εμφανίζεται ως η ήρεμη δύναμη που κράτησε τη χώρα όρθια, επιλέγει την πόλωση. Αντί να στηριχθεί σε μια ομάδα νέων, σοβαρών και αποφασισμένων υπουργών, εκπροσωπείται δημόσια από πολιτικούς που κάνουν για τα τηλεπαράθυρα, όχι για κρίσιμα πόστα. Αντί να ανακοινώσει από τώρα ότι θα στηρίξει έναν πολύ σοβαρό και κοινής αποδοχής υποψήφιο Πρόεδρο, αφήνει την προεδρολογία να κλιμακώνεται. Αντί να λειτουργεί σαν μια σφικτή ενωμένη ομάδα, σπαράσσεται από διάφορες έριδες. Και τέλος, αντί να μειώσει τις προσδοκίες για την επόμενη ημέρα μετά τα Μνημόνια, τις καλλιέργησε υπερβολικά.
Το παιχνίδι δεν έχει χαθεί, αρκεί να ληφθούν γενναίες αποφάσεις. Μια ανανεωμένη κυβέρνηση, με καθαρή ατζέντα και σαφές στίγμα, μπορεί να αντιστρέψει το κλίμα, συνεχίζοντας με συγκροτημένο τρόπο τις φοροελαφρύνσεις. Αν είναι να συνεχίσει έτσι όπως πάει σήμερα για μερικούς μήνες ακόμη, ίσως να έχουν δίκιο οι κυβερνητικοί παράγοντες που προτείνουν να έλθει πιο νωρίς η προεδρική εκλογή για να τελειώσει η διαλυτική αβεβαιότητα. Ο κ. Αντώνης Σαμαράς διήνυσε πολύ δρόμο έως σήμερα μέσα σε πολύ αντίξοες συνθήκες και έχει αποδειχθεί ανθεκτικός πολιτικός. Είναι όμως ανάγκη ως πρωθυπουργός να διορθώσει τα λάθη των τελευταίων μηνών και να πάρει αποφάσεις με ρίσκο όσο υπάρχει χρόνος.
Ας περιμένουν
Λογικό και απαραίτητο είναι να τρέφουν φιλοδοξίες οι πολιτικοί. Αυτό είναι άλλωστε και το κίνητρο της ενασχόλησης με τα κοινά. Αν κρίνεις ότι είσαι ικανός να προσφέρεις, λογικό είναι να θέλεις αλλά και να επιδιώκεις να καταλάβεις τη θέση εκείνη, κατά το δυνατόν υψηλότερη, που θα σου επιτρέψει ν' αποδείξεις τις όποιες ικανότητές σου.
Μόνο που όλα αυτά δεν μπορεί να επιδιώκονται αν δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εκείνες που να τα καθιστούν εφικτά. Και πολύ περισσότερο χωρίς ν' απειλείται η ομαλή πορεία των πολιτικών πραγμάτων. Γιατί εκείνο που πρέπει να μετράει είναι το καλό του τόπου και όχι η καριέρα του κάθε πολιτικού.
Τα λέω αυτά γιατί τελευταία ακούγονται από πολλούς απόψεις που κατατείνουν στον σχηματισμό άλλης κυβέρνησης και με άλλον πρωθυπουργό. Προσωπικά δεν θα είχα καμιά αντίρρηση να συμβεί. Θα το καλόβλεπα μάλιστα. Αλλά είναι κάτι που δυστυχώς δεν μπορεί να γίνει γιατί δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να γίνει. Είτε αρέσει, είτε όχι, σε όσους διακινούν την άποψη αυτή, η προοπτική της συγκρότησης κυβέρνησης εθνικής ενότητας είναι ανέφικτη από τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δέχεται την όποια συνεργασία με τις λεγόμενες «μνημονιακές δυνάμεις».
Μακάρι ν' άλλαζαν άποψη στην Κουμουνδούρου και ν' αποδεικνυόταν δυνατός ο σχηματισμός της κυβέρνησης με συμμετοχή όλων των δημοκρατικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή. Δεν διαφαίνεται, όμως, προοπτική για κάτι τέτοιο. Αρα εκείνο που εμμέσως ζητείται είναι να πάμε σε κυβέρνηση που θα συγκροτείται και πάλι από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, αλλά τα ηνία της δεν θα είναι στα ίδια χέρια.
Αλλά κι αυτό είναι αδύνατον. Διότι, καλώς ή κακώς, αυτοί που ηγούνται της σημερινής κυβέρνησης διαθέτουν την εμπιστοσύνη της συντριπτικής πλειοψηφίας των μελών των κοινοβουλευτικών τους ομάδων. Ενδεχομένως οι όποιοι φιλοδοξούν να τους διαδεχθούν ή ν' αναλάβουν σοβαρό ρόλο στη διακυβέρνηση του τόπου μπορεί να είσαι σε θέση ν' ανατρέψουν την κυβέρνηση αίροντας την εμπιστοσύνη τους σ' αυτήν, αλλά δεν είναι σε θέση να την υποκαταστήσουν.
Ας σταματήσουν, λοιπόν, τα παιχνίδια. Ιδιαίτερα τώρα που κάπου έχουμε φτάσει. Οι φιλοδοξίες μπορεί να περιμένουν.
Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014
Αγνοια κινδύνου
Στον αστερισμό της απαλλαγής από τα μνημόνια κινείται πλέον το κομματικό σύστημα στο σύνολό του. Αίφνης, κυβέρνηση και αντιπολίτευση ομονοούν στην άμεση απεξάρτηση. Ωστόσο, παρά τον διακαή πόθο τους, κανείς δεν επιχείρησε, τουλάχιστον μέχρι τώρα, να διατυπώσει ρεαλιστικές προτάσεις για το πώς θα πορευτεί η χώρα αν βγει από τα μνημόνια, αν διωχθεί η τρόικα, αν διακοπεί το χρηματοδοτικό πρόγραμμα του ΔΝΤ.
Δυστυχώς, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Τα προβλήματα, συγκεκριμένα και καμιά έξοδος από τα μνημόνια δεν τα ξορκίζει. Οι χρηματοδοτικές ανάγκες, η απρόσκοπτη πρόσβαση στις αγορές, η διευθέτηση του δημοσίου χρέους δεν αντιμετωπίζονται με τον αυτόματο πιλότο. Ούτε με μαγικές συνταγές και ανεδαφικές διακηρύξεις. Αν η αποδέσμευση από τα μνημόνια δεν συνοδεύεται με απτές και καθαρές προτάσεις, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος της υποτροπής.
Κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση αδυνατούν να απαντήσουν στο καίριο ερώτημα: Με ποια στρατηγική θα περάσει η Ελλάδα στην αντιμνημονιακή εποχή; Οι θέσεις τους δεν στοιχειοθετούν πολιτικές εξόδου από την κρίση. Μάλιστα αρκετές απ' αυτές, αν υλοποιηθούν, το μόνο που θα επιτύχουν είναι η συντήρηση ενός χρεοκοπημένου αντιπαραγωγικού και αναπτυξιακού μοντέλου, η αναβίωση των ελλειμμάτων και η αδυναμία επανόδου στην κανονικότητα.
Σε μια περίοδο που ο τόπος χρειάζεται αλλαγές στην οικονομία, στη διοίκηση, στους θεσμούς, η απαλλαγή από τα μνημόνια, όπως την αντιλαμβάνεται το κομματικό σύστημα, τις αντιστρατεύεται. Αλλωστε, δεν έχουν αρθεί οι αιτίες της κρίσης, που οδήγησαν στα μνημόνια. Συνεπώς, η απαλλαγή δεν συνιστά απάντηση στο ζητούμενο: με ποια στρατηγική θα βγούμε από το τέλμα, την οικονομική και κοινωνική υστέρηση.
Αντιθέτως, δημιουργεί πρόσκαιρες εντυπώσεις, εξυπηρετώντας μικροκομματικές και εκλογικές σκοπιμότητες. Επιδιώκει να αποσπάσει την εύνοια του εκλογικού ακροατηρίου, αξιοποιώντας την αντιμνημονιακή περιρρέουσα ατμόσφαιρα, την αντίθεση με τους εταίρους και δανειστές. Δεν αντιπροτείνει νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα, ούτε στηρίζεται σε κάποια νέα κινούσα ιδέα. Στην πραγματικότητα είναι μια επικοινωνιακή καραμέλα. Φαίνεται πλέον καθαρά ότι ΝΔ και ΠΑΣΟΚ υπό το άγχος της κάλπης ανακαλύπτουν τον παλιό κακό εαυτό τους. Ταυτόχρονα ανταγωνίζονται τον ΣΥΡΙΖΑ στην πλειοδοσία υποσχέσεων. Η πολιτική τάξη είτε εθελοτυφλεί, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πολιτικών της, είτε διακατέχεται από άγνοια κινδύνου. Το βέβαιο είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα παραμένει ίδιο: Η παλινδρόμηση στις πολιτικές του παρελθόντος.
Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014
Αυτός ο λαϊκισμός έχει οξυνθεί τις τελευταίες εβδομάδες.
Αυτός ο λαϊκισμός έχει οξυνθεί τις τελευταίες εβδομάδες με υποσχέσεις που δεν έχουν αντίκρισμα, τότε τι μπορεί να πει κανείς για τον άλλο, τον πολύ πιο επικίνδυνο λαϊκισμό της θεωρίας ότι η Ελλάδα ετοιμάζεται να διώξει ξαφνικά και πρόωρα το ΔΝΤ;
Οι συνέπειες αυτού του νεόκοπου πυροτεχνήματος έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται και θα πυκνώνουν συνεχώς, προκαλώντας μεγάλους κινδύνους για τη χώρα, η οποία κινδυνεύει να βρεθεί τώρα στην εξής μοναδική κατάσταση: και να βρίσκεται σε διεθνή οικονομικό έλεγχο (γιατί φυσικά αυτός δεν θα φύγει ακόμα κι αν φύγει το ένα σκέλος του), αλλά και να έχει όλους τους κινδύνους της αδυναμίας να δανειστεί από τις αγορές.
Δηλαδή, η κυβέρνηση ετοιμάζεται να θέσει άμεσα, η ίδια, με δική της πρωτοβουλία σε κίνδυνο όλα αυτά που υποστηρίζει ότι εκείνη ως τώρα πέτυχε. Και, σε Ευρώπη και Αμερική, ήδη χτυπούν καμπάνες…
Δυστυχώς, δεν υπάρχει προηγούμενο λαϊκισμού τέτοιου επιπέδου και διακινδύνευσης. Και δεν είναι μόνον αυτό. Είναι και το κρισιμότατο ζήτημα του χρέους: πόσο πραγματικά βοηθά τη χώρα να βγει αυτή τη στιγμή από την εξίσωση ο μόνος εκ των δανειστών που έχει σαφώς διακηρυγμένη θέση για την ανάγκη μείωσης του ελληνικού χρέους, κάτι που η ευρωπαϊκή πλευρά, δηλαδή το Βερολίνο, δέχεται, όπως διαρκώς λέει, ούτε να ακούσει;
Η προοπτική των εκλογών έχει καταφανώς τρομοκρατήσει την κυβέρνηση και αποσυντονίσει πλήρως τη δράση της με τα διαλυτικά φαινόμενα να είναι συνεχή σε όλα τα επίπεδα: από τα πιο πάνω κρισιμότατα ζητήματα «υψηλής» πολιτικής, μέχρι την αδιανόητη ιδέα της φορολόγησης των… εταιρικών τηλεφώνων η οποία έχει φέρει τσουνάμι αντιδράσεων καθώς, αν μη τι άλλο, θυμίζει καλή, παλιά, κουμουνιστική δικτατορία…
Οσο κι αν αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι εκλογές φέρνουν αυτόν τον πανικό με αυτά τα αποτελέσματα, δεν μπορεί πάντως να μην αναρωτηθεί δύο πράγματα: πρώτον, που θα μπει επιτέλους ένα φρένο σε αυτό τον λαϊκισμό του να κάνεις, ενόψει κάλπης, τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που λες ότι πιστεύεις και, δεύτερον, τι θα γινόταν στην Ελλάδα αν αυτό ακριβώς το υποσχόταν σήμερα λ.χ. ο Τσίπρας, ή όποιος άλλος από την αντιπολίτευση; Αν δηλαδή έλεγε ότι άμα πάρει την εξουσία θα διώξει πρόωρα το ΔΝΤ από τη χώρα.
Αλήθεια, τότε τι θα λέγανε όλοι όσοι σήμερα κουνούν το δάχτυλο κατά του λαϊκισμού, αλλά, στην πράξη, είναι οι μεγαλύτεροι δάσκαλοί του, επιστρέφοντας εκ νέου –και με ακόμα πιο επικίνδυνο τρόπο - στη λογική της διαβόητης «επαναδιαπραγμάτευσης» με την οποία εξελέγησαν αλλά την οποία ουδέποτε έκαναν πράξη; Ας το σκεφτούν αυτό το ερώτημα στο Μέγαρο Μαξίμου και όπου αλλού χρειάζεται. Θα το βρουν μπροστά τους…
Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014
Τις επόμενες τρεις μέρες στη Βουλή θα λεχθούν πολλά.
Αυτό που έχει όμως ιδιαίτερη σημασία είναι να εξηγήσει η κυβερνητική πλειοψηφία και ο πρωθυπουργός Α. Σαμαράς ποιο είναι το σχέδιό του για τη μετά το μνημόνιο εποχή αλλά και πώς θα φτάσουμε σε αυτή χωρίς κλυδωνισμούς. Οι προσεκτικές είναι αλήθεια υποσχέσεις της κυβέρνησης για σταδιακή μείωση της φορολογικής καταιγίδας δεν αρκούν αν δεν συνοδεύονται και από πολιτικές για την οικονομική ανάταξη της χώρας, που ενώ σημειώνει άλματα προόδου στα δημοσιονομικά, στην πραγματική οικονομία η κατάσταση παραμένει τραγική.
Εδώ είναι που και οι δύο κυβερνητικοί εταίροι έχουν χρέος να περιγράψουν και να υλοποιήσουν πολιτικές που θα κάνουν τη διαφορά από την εποχή της σκληρής λιτότητας στη νέα φάση της σταθεροποίησης και ανάκαμψης. Ο κ. Ευ. Βενιζέλος έχει κάνει πολλές αναφορές σε αυτή την προοπτική, αλλά απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση και μέτρα όχι γενικές εξαγγελίες.
Από την άλλη πλευρά ο ΣΥΡΙΖΑ και ο κ. Αλ. Τσίπρας, που επιχειρεί μια λογική στροφή προς τον ρεαλισμό πέρα από τους συνηθισμένους αφορισμούς για τα έργα και τις ημέρες της κυβέρνησης, οφείλει να εξηγήσει χωρίς υπεκφυγές το σχέδιό του. Με τη λογική τού «πάμε και βλέπουμε» απλώς επιτείνεται η σύγχυση και καλλιεργούνται ψευδαισθήσεις που μόνο ζημιά προκαλούν στην πολιτική και στους πολιτικούς. Ακόμη και για τον λαϊκιστικό ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να μην υπάρχουν απαντήσεις σε καυτά θέματα όπως για παράδειγμα στο χρέος όπου κάθε στέλεχος του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει και μια δική του θεωρία. Η ηγεσία, που μοιάζει να αντιλαμβάνεται τα δεδομένα και τις ελάχιστες δυνατότητες ελιγμών που έχει, οφείλει να εκπαιδεύσει και τους δικούς της ώστε να εγκαταλειφθεί ο στρουθοκαμηλισμός. Σε κάθε περίπτωση τις επόμενες τρεις μέρες στη Βουλή θα λεχθούν πολλά αρκεί να λεχθούν και τα σωστά χωρίς ασκήσεις κομματικού πατριωτισμού.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)