Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Για την κατάντια αυτήν ας αναλογισθούμε όλοι και ο καθένας χωριστά τις ευθύνες μας.

Δυστυχώς, αυτή την πορεία από το κακό στο χειρότερο φαίνεται πως τη συνηθίζουμε και αυτό είναι ακόμη πιο επικίνδυνο από τα ίδια τα έκτροπα που διαρκώς πολλαπλασιάζονται. Η ύβρις και η καπηλεία εκ μέρους των χυδαίων εκπροσώπων της Χρυσής Αυγής βρίσκει στη Βουλή τον χώρο για το θέατρο των μαύρων παραστάσεών της. Προφανής στόχος και σκοπός η πρόκληση δημοσιότητας πάση θυσία, προς άγραν πελατείας, από μια κοινωνία που βασανίζεται και αναζητεί κάπου να χρεώσει τα πάντα.
Η συνεχής πρόκληση είναι επιλογή και ακολουθείται προφανώς βάσει σχεδίου από τους λεβεντοτραμπούκους, που με τη χυδαιότητά τους θεωρούν ότι εξασφαλίζουν όλο και πιο μαζικό ακροατήριο. Το δυστύχημα είναι ότι τα καταφέρνουν και αποτελεί ντροπή πως όλο και δυναμώνουν τα ποσοστά τους, όπως τουλάχιστον καταγράφονται στις δημοσκοπήσεις. Η κατάσταση αυτή μοιάζει να κινείται ανεξέλεγκτα καθώς στρατιές απελπισμένων προτιμούν την εύκολη λύση να φορτώνουν τις ευθύνες γενικώς στο πολιτικό σύστημα και να απολαμβάνουν χαιρέκακα τον χλευασμό του από τους ναζιστές του «κάτω κόσμου». Για την κατάντια αυτήν ας αναλογισθούμε όλοι και ο καθένας χωριστά τις ευθύνες μας, καθώς η συγκατάβαση και η απάθεια συνιστούν συνενοχή και συνευθύνη για το χάλι που προσλαμβάνει διαστάσεις επιδημίας. Ο λαός δεν μπορεί να είναι η ανεύθυνη «ιερή αγελάδα» που έχει μόνον δικαιώματα και διόλου υποχρεώσεις για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Αν ισχύουν μάλιστα οι φήμες για μυστικές χρηματοδοτήσεις πέραν της κρατικής επιχορήγησης από ιδιώτες νοσταλγούς θλιβερών εποχών, τότε τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά.

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Μέχρι που άρχισαν τα χαράτσια.

Γνωρίζουμε  όπως άλλωστε και όλοι μας, πολλούς ανθρώπους του μόχθου και του μεροκάματου, του καθημερινού αγώνα και της αδιάκοπης εργασίας, που, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, ήταν νομοταγείς και συνεπέστατοι στις υποχρεώσεις τους προς την εφορία. Μέχρι που άρχισαν τα χαράτσια, η αύξηση των φορολογικών συντελεστών, η μείωση του αφορολόγητου ορίου...

Έτσι, όταν το δίλημμα που τέθηκε, ήταν «πληρώνω τα χρέη μου προς τις τράπεζες ή τις οφειλές μου προς την εφορία;», ήταν πολλοί εκείνοι που επέλεξαν να πράξουν το πρώτο. Κι όταν, ακόμα, το ερώτημα επανήλθε υπό τη μορφή «πληρώνω, για να βάλω φαγητό στο τραπέζι ή δίνω όσα έχω και δεν έχω στο κράτος;», τότε μια ακόμα πιο συντριπτική πλειοψηφία έκλινε προς την πρώτη επιλογή.

Την ώρα λοιπόν, που οι πολίτες «γονατίζουν» από τους φόρους, το υπουργείο Οικονομικών εντείνει -και καλά κάνει- το κυνήγι της φοροδιαφυγής. Το «non paper» του κ. Γιάννη Στουρνάρα προς τους εφοριακούς, που ήρθε στο φως της δημοσιότητας, ασφαλώς και κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, ξεκαθαρίζοντας ότι οι έλεγχοι θα «αγγίξουν» ακόμα και τους... ανέγγιχτους. 

Έχει όμως και αρκετά «θολά» σημεία. Η πάταξη της φοροδιαφυγής, για παράδειγμα, αφορά και στους λεγόμενους «μεγαλοκαρχαρίες», αυτούς που πλούτισαν παρανόμως στις πλάτες των άλλων, ή θα περιοριστεί και πάλι στους μισθωτούς, στους συνταξιούχους, που επέλεξαν, με τα «πετσοκομμένα» χρήματα που βγάζουν, να ανταποκριθούν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις, παρά στο κάλεσμα της εφορίας;

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Κόπτονται για την ανάπτυξη, που δεν φαίνεται να έρχεται από πουθενά, και επιμένουν πως θα ξημερώσουν καλύτερες μέρες.

Τα εργασιακά δικαιώματα και οι εργασιακές σχέσεις πάνε κατά διαβόλου. Ζούμε σε μια δημοκρατία που αποκαταστάθηκε μόλις στις 24 Ιουλίου του 1974 μετά και εξαιτίας της προδοσίας και της τραγωδίας της Κύπρου. Υστερα από 39 χρόνια η δημοκρατία «βελτιώθηκε» και εξελίχθηκε προς το χειρότερο. Σήμερα γράφεται και λέγεται από πολλούς πως δεν έχουμε δημοκρατία από τη στιγμή που κάποιοι αποφασίζουν και διατάσσουν, έξω από τη Βουλή, με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου.
Οι βουλευτές της πλειοψηφίας είναι υποχρεωμένοι να κρατάνε το τρεμοπαίζον κεράκι της πρωθυπουργικής, αντιπροσωπευτικής, λειψής Δημοκρατίας. Ολοι, ακόμα κι αυτοί που μπορούν να πάνε διακοπές, ξορκίζουν το καλοκαίρι να περάσει για να 'ρθει το φθινόπωρο που εγκυμονεί νέα μέτρα, νέες «εκτελέσεις» των εργαζομένων που αισθάνονται άχρηστοι και περιττοί, καθότι αυτό βολεύει τους εκσυγχρονιστές και τους αναδιαρθρωτές του συστήματος, που δεν αντέχει άλλο. Δηλαδή αυτοί που δημιούργησαν το συγκεκριμένο πελατειακό σύστημα της διαφθοράς και της ρεμούλας έρχονται να το εξυγιάνουν με περισσότερη λιτότητα κατ' απαίτηση της Γερμανίας και με περιορισμό των κοινωνικών δαπανών. Αδιαφορούν για την «ακμάζουσα» ανεργία, κόπτονται για την ανάπτυξη, που δεν φαίνεται να έρχεται από πουθενά, και επιμένουν πως θα ξημερώσουν καλύτερες μέρες, άδοντες, σαν να μην καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, το γνωστό τραγούδι στον δικό τους σκοπό, λογαριάζοντας χωρίς τον ξενοδόχο.

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Λαϊκίστικες κορόνες που δεν βοηθούν καθόλου τη χώρα μας να βγει από την κρίση.

Το κράτος Πρόνοιας, αυτή η «μαμά» που δίνει πάντα χρήματα στα παιδιά, και που ήταν το ιδεολογικό και ηθικό διεκδικούμενο Κεντροαριστεράς και Κεντροδεξιάς, είναι γυμνό. Ειδικά μάλιστα με τα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης η σελίδα αυτή μοιάζει να γυρίζει οριστικά. Την πραγματικότητα αυτή μοιάζει να την κατανοούν καλύτερα οι χώρες του Βορρά, οι οποίες κατάφεραν να ξεπεράσουν «αναίμακτα» το πρόβλημα. Μεταρρυθμίζοντας το Δημόσιο, και αφαιρώντας του περιττά βάρη δίνοντάς τα στον ιδιωτικό τομέα, το έκαναν πιο ευκίνητο και αποδοτικό στην υπηρεσία του Πολίτη, όπως δείχνουν και οι επίσημες στατιστικές. Η ανάπτυξη πήρε μπροστά σαν μία δημιουργική μηχανή. Πώς έγινε όμως αυτό που μοιάζει όνειρο απατηλό προς το παρόν στη χώρα μας; Πέρα από μία σειρά πρακτικές εφαρμογές και εκσυγχρονισμό των κοινωνικών μηχανών, το ουσιαστικό στοιχείο αυτής της επιτυχημένης μετάβασης βρίσκεται στο κλίμα συν-εταιρικότητας και όχι στο παραμύθι της «ταξικής πάλης». Οι φυσικές συνθήκες και η διαφορετική νοοτροπία ενδιαφέρονται για τη σύγκλιση των Πολιτών στο καλό της χώρας. Και όχι στο διαχωρισμό μίσους ή ρεβανσισμού ή ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, όπως συχνά διαπιστώνουμε από συμπεριφορά Τύπου και βουλευτών στην πατρίδα μας. Το πέρασμα από το βαρύ κράτος Πρόνοιας σε ένα κράτος πιο ευέλικτο και αποδοτικό στις σημερινές παγκόσμιες συνθήκες επετεύχθη με την ισχυροποίηση του ιδιωτικού τομέα που πήρε πολλά από τα βάρη του Δημοσίου. Και αυτό έγινε δίχως να γίνει λόγος για κλοπή πλουσίων, για πάλη των τάξεων, για τόσες και τόσες λαϊκίστικες κορόνες που δεν βοηθούν καθόλου τη χώρα μας να βγει από την κρίση.
Η μετάβαση από το γέρικο κλισέ της σοσιαλδημοκρατίας στο πιο σύγχρονο της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας είναι πια γεγονός. Πρόκειται για το τέλος της Σοσιαλδημοκρατίας;

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Αμηχανία στον πολιτικό κόσμο ώστε να μην τολμήσει να αποτίσει φόρο τιμής στη Δημοκρατία την οποία, υποτίθεται, υπερασπίζεται.

Η Προεδρία της Δημοκρατίας, με μια λιτή ανακοίνωση, απέδωσε την κατάργηση των εορτασμών στην κρίση. Δεν είναι καιρός για έξοδα, όμως ένα καφεδάκι με το απαραίτητο κουλουράκι, ως είθισται στα μνημόσυνα, δεν θα κόστιζε πια και τόσο ακριβά. Δεν χρειαζόταν καν να προσφερθεί κονιάκ. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αρκέστηκε στην κατάθεση στεφάνου στο Πάρκο της Ελευθερίας, όπου και το πρώην ΕΑΤ ΕΣΑ, γνωστό περισσότερο σήμερα από το φερώνυμο εστιατόριο.
 Η δεξίωση στο Προεδρικό Μέγαρο είχε εκφυλισθεί - και όχι μόνο τα τελευταία χρόνια. Η πασαρέλα της Δημοκρατίας με τα λινά κοστούμια και τα νυχτερινά των κυριών, δυστυχώς, όσα κουτσομπολιά κι αν έβγαζε, ποιος μίλησε με ποιον και τα τοιαύτα, είχε κάτι από βαφτίσια σε κεφαλοχώρι. Τόση Δημοκρατία συγκεντρωμένη σε έναν κήπο καλοκαιριάτικα είναι σαν να έχεις φάει ολόκληρο κουτί με σοκολατάκια φουρέ. Ποιος δεν θυμάται τις εμφανίσεις της κ. Λιάνη ή την Αφρικανή κομμώτρια που είχε εμφανίσει ο κύριος Τσίπρας εν είδει αντιρατσιστικού γκάτζετ;
Κάποιου είδους επίσημη τελετή θα ήταν χρήσιμη. Οχι μόνον για να θυμηθούμε τι χρωστάει ο τόπος σε εκείνη την ημέρα, και στους πρωταγωνιστές της, αλλά και για να δείξει ότι η Δημοκρατία μας είναι σε θέση να αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο την κακοήθεια που της τρώει τις σάρκες. Διότι εικάζω ότι η τελετή λογοκρίθηκε προκειμένου να αποφευχθεί η συμμετοχή των βουλευτών της Χρυσής Αυγής. Και είναι η αλήθεια ότι σου φέρνει ανατριχίλα πως και μόνη η παρουσία τους προκαλεί τέτοια αμηχανία στον πολιτικό κόσμο ώστε να μην τολμήσει να αποτίσει φόρο τιμής στη Δημοκρατία την οποία, υποτίθεται, υπερασπίζεται. Κάτι τέτοιες στιγμές νοσταλγείς εκείνον τον κατσούφη άνθρωπο που πρόβαλε στην πόρτα του αεροπλάνου του Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν ξημερώματα της 24ης Ιουλίου 1974.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Αντί να επιδιώκουμε την εθνική συσπείρωση, καταφεύγουμε σε διαχωριστικές γραμμές και ψεύτικα διλήμματα.

 Δεν υπάρχει ούτε «βαθύ κράτος» ούτε άλλη μορφή κατεστημένου που, επιδιώκοντας τη δική του επιβίωση, θα εργαζόταν για την επιβίωση της οικονομίας. Ολος ο κρατικός μηχανισμός και οι θεσμοί εξαρτώνται από τα κόμματα. Με την εκλογική κατάρρευση των δύο «κομμάτων εξουσίας», και την αναγκαστική αποκήρυξη της πολιτικής των πελατειακών σχέσεων, δεν υπάρχει ούτε ισχυρό πολιτικό κέντρο ούτε μια συμπαγής δημόσια διοίκηση, παρά μόνο ομάδες και άτομα που επιδιώκουν την επιβίωσή τους σε διάφορους πολιτικούς χώρους. Ετσι γίνεται ακόμη πιο δύσκολο να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν σωστά μέτρα που θα ανακούφιζαν τους πολίτες, θα τόνωναν την οικονομία και θα οδηγούσαν σε μια πιο λειτουργική και δίκαιη χώρα. Αυτό αφορά τα πάντα, από την τόσο καθυστερηθείσα αναγέννηση του τραπεζικού συστήματος έως την εξυπηρέτηση πολιτών σε δημόσιες υπηρεσίες.
Η ευθύνη, όμως, δεν βαρύνει μόνο τα κόμματα που κυβερνούν. Οι πρωταγωνιστές απ’ όλο το φάσμα του πολιτικού συστήματος δυσκολεύονται να ξεπεράσουν τις παλιές συνήθειές τους – οι οποίες συνοψίζονται στην ανικανότητα να διακρίνουν προβλήματα, να σχεδιάσουν λύσεις και να αφοσιωθούν στην επίλυσή τους. Κάθε κόμμα συνεχίζει να πρεσβεύει τη δική του μοναδική αλήθεια, καταγγέλλοντας τα άλλα για όλα τα δεινά της χώρας και εμποδίζοντας κάθε πρόοδο. Η ταχεία όξυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης, με όλο και πιο ακραία συνθήματα από το παρελθόν, επιδεικνύει ότι αρκετοί νέοι πολιτικοί αντλούν την πολιτική τους νομιμοποίηση και ταυτότητα από τις αντιμαχόμενες πλευρές του Εμφυλίου Πολέμου. Χωρίς να το καταλάβουμε, οδηγούμαστε προς ανεξέλεγκτες καταστάσεις μέσα από μια εμμονή να επαναλάβουμε τραύματα ενός παρελθόντος που απεδείχθη καταστροφικό. Αντί να επιδιώκουμε την εθνική συσπείρωση, καταφεύγουμε σε διαχωριστικές γραμμές και ψεύτικα διλήμματα.
Ο δρόμος έξω από την κρίση θα ήταν δύσκολος έτσι κι αλλιώς, γιατί καμία κοινωνία δεν αποδέχεται εύκολα τη στέρηση και την απογοήτευση. Αλλά τα λάθη του σχεδίου διάσωσης και της εφαρμογής του, η αλαζονεία των δανειστών, η έλλειψη αυτοπεποίθησης των κυβερνήσεων και η απόλυτη άρνηση των αντιπολιτευόμενων κομμάτων άφησαν ένα κενό στην καρδιά της χώρας και υπονόμευσαν το όποιο αίσθημα εμπιστοσύνης για την πορεία της. Με αυτό το κενό βρίσκονται αντιμέτωποι οι πολιτικοί, τα μέσα ενημέρωσης και κάθε πολίτης που αγωνιά για το μέλλον όλων μας.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Τεράστιο κόστος από τη μαζική μετανάστευση των πιο δυναμικών τμημάτων της νέας γενιάς.

Η επιστροφή στα προ του 2010 επίπεδα απασχόλησης απαιτεί τουλάχιστον μια εικοσαετία ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης. Οι επιχειρήσεις που έκλεισαν απολύοντας τους εργαζομένους λόγω συρρίκνωσης της εγχώριας κατανάλωσης δεν προβλέπεται να επανακάμψουν. Τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για την ελάττωση γραφειοκρατικών επιβαρύνσεων και επενδυτικών εμποδίων δεν προωθήθηκαν, αφού θεωρήθηκε από την τρόικα ότι προείχαν η μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων, η διάλυση των θεσμικών εγγυήσεων στις εργασιακές σχέσεις και η αποδυνάμωση των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Οι συνέπειες της δυσθεώρητης ανεργίας θα είναι συντριπτικές για την Ελλάδα εάν δεν απορροφηθούν οι εκατοντάδες χιλιάδες ανέργων με δράσεις και προγράμματα που θα εκπονήσει η πολιτεία.
Διαφορετικά, ο αριθμός τους θα μείνει στάσιμος για αρκετά χρόνια, μέχρι δηλαδή να δημιουργηθούν αυτοδύναμα ανάλογες θέσεις εργασίας από τον ιδιωτικό τομέα.
Παγίωση ενός ποσοστού ανεργίας άνω του 25% συνεπάγεται εμφάνιση νέων μορφών φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, ταχύτατη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, περαιτέρω ενδυνάμωση των πολιτικών άκρων και τεράστιο κόστος από τη μαζική μετανάστευση των πιο δυναμικών τμημάτων της νέας γενιάς. Μηχανισμοί αποτροπής αυτής της εφιαλτικής προοπτικής υπάρχουν, αρκεί να αναπροσανατολιστούν οι πολιτικές προτεραιότητες των ελληνικών κυβερνήσεων και της ΕΕ.