Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

Ιουλιανές κυβερνητικές πιρουέτες.

Τον Ιούλιο που μόλις πέρασε, τα γεγονότα στην Ευρώπη και στον περίγυρό της ήταν τρομακτικά και δυστυχώς είχαν και ανθρώπινα θύματα. Ο ισλαμοφασιστικός ζόφος εγκαταστάθηκε πλέον στο κέντρο της Ευρώπης, ενώ στην Τουρκία, ένα οπερετικό αλλά πολύνεκρο πραξικόπημα έγινε η αφορμή για την επιστροφή του ακραίου ανατολικού δεσποτισμού και αυταρχισμού. Τα καταιγιστικά αυτά γεγονότα, εκτός από τις τραγικές απώλειες, την ανασφάλεια των πολιτών και την αταξία στην ευρύτερη περιοχή, έχουν ως αποτέλεσμα και μάλιστα διαρκείας τη σκληρή δοκιμασία των αντοχών και των ορίων της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και των πολιτισμικών κατακτήσεών της.
Οι Eλληνες όμως, τον Ιούλιο, εκτός από αυτά, βίωσαν και τον ιδιάζοντα κυβερνητικό τακτικισμό. Ο ΣΥΡΙΖΑ, για τον οποίο προέχει πλέον η παραμονή του στην εξουσία, με πρόσχημα έναν νέο εκλογικό νόμο, επιχείρησε να δημιουργήσει προσκόμματα στο πρώτο κόμμα των επόμενων εκλογών, που μάλλον θα είναι η Νέα Δημοκρατία. Παρόλο που η, αποτυχημένη τελικά, προσπάθεια επενδύθηκε με τη γνωστή «αριστερή» ρητορική, ήταν μια κλασική πολιτικάντικη παλαιοκομματική συμπεριφορά. Η κυβέρνηση, εκτός από την αγωνία της παράτασης της εξουσίας της, δεν έχει κανένα ορατό σχέδιο για την ανασυγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας.
Αρκείται στις συνεχείς διακηρύξεις για την αλλαγή του πολιτικού συστήματος, ενώ αφήνει άθικτες τις διάχυτες αντιπαραγωγικές και ανορθολογικές ιδεολογίες και νοοτροπίες και βέβαια τις προσοδοθηρικές σχέσεις διαφόρων κοινωνικών κατηγοριών και συντεχνιών με το κράτος. Eτσι οι ιουλιανές κυβερνητικές πιρουέτες συνεχίστηκαν με τις προτάσεις για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Η διατύπωσή τους ήταν πομπώδης και πανηγυρική.
Εκτός όμως από τις ώριμες και αποδεκτές απ' όλους θέσεις για την αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής και την αλλαγή των διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών, όλες οι άλλες ήταν άνευ ουσίας. Απουσιάζει κάποια πρόταση για μη κυβερνητική επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και είναι εμφανέστατη η αμήχανη υποχώρηση στο ζήτημα του χωρισμού Κράτους - Εκκλησίας.
Αντί δε να απλοποιήσουν το κοινοβουλευτικό σύστημα, το φορτώνουν με την ενδεχόμενη εκλογή του Προέδρου από τον λαό και με τον συνακόλουθο κίνδυνο δυαρχίας, όπως και με νέα γνωμοδοτικά όργανα για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.
Στις προτάσεις δε φαίνεται να κυριαρχεί ένας «συνταγματικός λαϊκισμός» με την πληθωριστική πρόβλεψη και καθιέρωση δημοψηφισμάτων και την, διά αυτού του τρόπου, κολακεία του λαού και τη δήθεν εφαρμογή αμεσοδημοκρατικών θεσμών. Παραβλέπουν όμως ότι έτσι το πολιτικό σύστημα είναι ευάλωτο στην πίεση πλειοψηφικών συντηρητικών αντιλήψεων. Παραβλέπουν επίσης, στο πλαίσιο του ίδιου λαϊκισμού, την αδυναμία οικονομικής υποστήριξης της συνταγματικής κατοχύρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Το πολιτικό τοπίο βρίσκεται υπό διαμόρφωση.

Η Μεταπολίτευση δεν ήταν επινόηση. Ούτε πολιτική ή διανοητική αναζήτηση. Συμπύκνωνε τις αλλαγές και τομές στο πολιτικό, κοινωνικό και ιδεολογικό περιβάλλον. Πρωτίστως, σηματοδότησε την ανάδυση δύο ισχυρών ρευμάτων με διακριτές σημάνσεις και αναφορές αλλά και ικανούς πρωταγωνιστές. Η Κεντροδεξιά με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και η Κεντροαριστερά με τον Ανδρέα Παπανδρέου απέκτησαν υπόσταση, εμβέλεια και συνδέθηκαν με μεγάλα διακυβεύματα. Η νέα Μεταπολίτευση που επαγγέλθηκε ο πρωθυπουργός δεν θα θεμελιωθεί με τις προωθούμενες συνταγματικές αλλαγές ή με την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική. Είναι συνυφασμένη με την ανασύνθεση των δύο χώρων καθώς και με τους πρωταγωνιστές που θα την ενσαρκώσουν. Οι διεργασίες που εκτυλίσσονται δείχνουν ότι το πολιτικό τοπίο βρίσκεται υπό διαμόρφωση. Ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά του παραμένει ζητούμενο.
Η Κεντροδεξιά, μετά την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ, επιχειρεί την ανατοποθέτησή της, αναζητώντας καινούργια ταυτότητα. Καθόλου εύκολο εγχείρημα, καθώς προσκρούει στην υστέρηση και στον συντηρητισμό ενός μαρμαρωμένου μηχανισμού. Δύσκολα αφομοιώνεται από τις δυνάμεις του η μεταρρυθμιστική επαγγελία του Κ. Μητσοτάκη. Η εικόνα και ο λόγος του κόμματος βρίσκονται σε δυσαρμονία με τον πρόεδρό του. Γι’ αυτό και ο ίδιος θα κριθεί από την ικανότητά του να προσδώσει νέα υπόσταση στον κεντροδεξιό χώρο, υπερβαίνοντας λογικές συγκερασμού. Eτσι ενισχύει και τον δικό του πρωταγωνιστικό ρόλο. Aλλωστε, το συγκριτικό του πλεονέκτημα είναι ότι εκφράζει μια διαφορετική στρατηγική για την παράταξή του.
Η κυρίαρχη επί δεκαετίες Κεντροαριστερά από την άλλη βρίσκεται σε εξαιρετικά ρευστή κατάσταση. Η κοινωνική και εκλογική της βάση πολυδιασπάστηκε. Το μεγαλύτερο τμήμα της μεταπήδησε στον ΣΥΡΙΖΑ. Το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ επλήγη ανεπανόρθωτα. Ταυτόχρονα, αποψιλώθηκε από ικανά και επαρκή στελέχη, ενώ η πρόεδρός του αδυνατεί να θεμελιώσει νέα πολιτική παρουσία. Η επιχειρούμενη προσπάθεια για συμπόρευση των δυνάμεων του ενδιάμεσου χώρου, ακόμη κι αν ευοδωθεί, δεν θα βρει την απαιτούμενη ανταπόκριση. Ούτε θα ανατρέψει τα δεδομένα που διαμορφώθηκαν. Η απουσία ηγετικής προσωπικότητας συνιστά απολύτως ανασταλτικό παράγοντα.
Οι αναδιατάξεις -πολιτικές, κομματικές- επιτρέπουν στον Αλ. Τσίπρα να αναζητά τον δικό του ρόλο και λόγο. Παρά τη φθορά του, εξαιτίας της πρωθυπουργίας του, στην πραγματικότητα παραμένει ισχυρός παίχτης. Η στροφή του στον ρεαλισμό, αν και βρίθει αντιφάσεων και αμφισημιών, του προσφέρει την ευκαιρία να εδραιώσει τη θέση του στην Κεντροαριστερά. Βέβαια κάτι τέτοιο απαιτεί την πλήρη και ουσιαστική μεταστροφή του, την εγκατάλειψη των γνωστών του μονομερειών και κυρίως την απεξάρτησή του από τον ιδεοληπτικό και αναχρονιστικό ΣΥΡΙΖΑ. Η νέα Μεταπολίτευση προϋποθέτει τον εκσυγχρονισμό της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς και τον συγχρονισμό τους με τις ανάγκες και απαιτήσεις της εποχής. Δεν θα επέλθει με κόμματα - κακέκτυπα του παρελθόντος.

Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Το πόσο άβολα νιώθουν πολλοί Ελληνες.

Το πόσο άβολα νιώθουν πολλοί Ελληνες μακριά από την προστασία της κρατικής ομπρέλας φαίνεται και από την αντίληψη που έχουν περί ελεύθερου ανταγωνισμού. Η πιο συνήθης δικαιολογία έχει να κάνει με τη διάτρητη «αξιοκρατία». Θέλουν «σιγουριά», δηλαδή απουσία ελέγχου και κριτικής. Στασιμότητα για όλους.

Γνωστά όλα αυτά, και θλιβερά, και ακόμη πιο απογοητευτικά όταν οι συνδικαλιστές των ιδιωτικών εκπαιδευτικών «χαιρετίζουν» τις προθέσεις Φίλη για ισοπέδωση των ιδιωτικών σχολείων και διασφάλιση ώς ένα σημείο της θέσης τους ασχέτως αξιολόγησης. Θεωρώ ότι εκφράζουν μια μειοψηφία, αλλά η αντίληψη αυτή είναι διάχυτη. Ο ελεύθερος, δημιουργικός και συναρπαστικός κόσμος του ανταγωνισμού για τους περισσότερους Ελληνες είναι «ζούγκλα». Για άλλους είναι «μεσαίωνας». Δεν είναι τυχαίο ότι οι ακρότητες του ΣΥΡΙΖΑ όλο το διάστημα της διακυβέρνησης είναι κοινωνικά ανεκτές από όλους όσοι έχουν μεγαλώσει με τη διαβεβαίωση της προστασίας κάθε ανικανότητας και του κανακέματος κάθε οπισθοδρομικής συμπεριφοράς.

Ευτυχώς, όλα αυτά τελειώνουν, αργά ή γρήγορα. Διότι ο λογαριασμός θα είναι κοινός για όλους και περισσότερο θα πληγούν όσοι πίστευαν ότι θα περάσουν τη ζωή τους εις βάρος της κοινωνίας. Αυτό που επιχειρεί ο ΣΥΡΙΖΑ, με το αδελφό κόμμα των ΑΝΕΛ, με το οποίο έχει στενή ιδεολογική συγγένεια και κοινό σκοπό την άλωση της αστικής δημοκρατίας, πιθανόν θα αποτύχει προσκρούοντας στις κωμικοτραγικές αντιφάσεις του ερασιτεχνικού λαϊκισμού. Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ επιθυμεί να μεταβάλει τους συσχετισμούς της κοινωνίας. Εχει σχέδιο να ανατρέψει προς όφελος της μακροημέρευσής του αυτό που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ως «αστικό τρόπος ζωής» και να οργανώσει την κοινωνία με βάση τρεις ομάδες: τη συμπαγή μάζα των ψηφοφόρων του, την οποία ελπίζει να συντηρεί με διχαστική γλώσσα μέσα από τη δεξαμενή του Δημοσίου, τους ιδεολογικούς δορυφόρους σε μικρότερα κόμματα και συμμαχίες που ασπάζονται τον λαϊκισμό, τον εθνικισμό ή το ταξικό μίσος, όπου εμφανίζεται κυρίαρχος άρα και απαραίτητος, και, τέλος, τη νέα «ελίτ», μέσα από τα νέα δίκτυα διαπλοκής, αλληλεξάρτησης και νέου χρήματος. Αυτό το σχέδιο, άλλωστε, είναι κοινό σε όλα τα συστήματα λαϊκισμού. Αλλά για να επιτύχει, έστω εν μέρει, απαιτούνται χρόνος και ευελιξία χειρισμών. Και τα δύο απουσιάζουν.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Οι συμμαχίες είναι μάλλον πρόσκαιρες.

Χρήσιμα συμπεράσματα ως προς τη διάταξη του πολιτικού σκηνικού βγαίνουν από τις τελευταίες συζητήσεις στη Βουλή (εκλογικός νόμος και πρόταση για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για τα όσα έγιναν το καλοκαίρι του 2015). Ο κ. Τσίπρας απέτυχε να διεμβολίσει τα κόμματα της Κεντροαριστεράς και τελικά το μόνο που κέρδισε ήταν την πρόσκαιρη (;) συμπαράσταση του κ. Λεβέντη και της Ενωσης Κεντρώων. Για τον κ. Μητσοτάκη η εικόνα είναι διαφορετική. Το ΠΑΣΟΚ και το «Ποτάμι» τήρησαν την ίδια γραμμή με τη ΝΔ, γεγονός που έδωσε την ευκαιρία στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να μιλήσει για την ανάγκη συνένωσης των φιλο-ευρωπαϊκών δυνάμεων της χώρας.
Πρόκειται για έναν σταθερό άξονα; Πιθανότατα όχι, καθώς και η κυρία Φ. Γεννηματά και ο κ. Στ. Θεοδωράκης θέλουν να κρατήσουν διακριτές διαφορές από τη ΝΔ, κάτι που θα φανεί το επόμενο διάστημα. Ωστόσο στο κρίσιμο ζήτημα του εκλογικού νόμου η κοινή πορεία που ακολούθησαν τα τρία αυτά κόμματα της αντιπολίτευσης αξίζει να σημειωθεί.
Ούτε όμως για την κυβέρνηση και τον κ. Τσίπρα η συμμαχία με τον κ. Λεβέντη πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Ο πρόεδρος της Ενωσης Κεντρώων ήταν από τους πρώτους που ζήτησαν οικουμενική κυβέρνηση με την ταυτόχρονη αλλαγή του προσώπου του πρωθυπουργού. Οσο δε τα οικονομικά προβλήματα θα εντείνονται τόσο πιο δύσκολο θα είναι για ένα νέο κοινοβουλευτικό κόμμα να στηρίζει την κυβέρνηση...
Οι συμμαχίες είναι μάλλον πρόσκαιρες, αλλά μπορούν να δώσουν και μια γεύση για το τι θα συμβεί στην πορεία προς τις κάλπες, οποτεδήποτε και εάν αυτές στηθούν. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει ως μόνο σύμμαχο τους ΑΝΕΛ και απέναντί του όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η ΝΔ θα ακολουθήσει τη δίκη της πορεία στον χώρο της Κεντροδεξιάς, αλλά το βλέμμα των στελεχών της θα είναι στραμμένο και στις μετεκλογικές συνεργασίες. Εκεί οι επιλογές είναι συγκεκριμένες και γι’ αυτό θα επιχειρηθεί άμεσα η οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης σε ένα ρευστό πολιτικό σκηνικό.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Καθοριστικός παράγων της επιστροφής στην ανάπτυξη.

Η εξαγγελία από τον πρωθυπουργό των επτά πυλώνων της κοινωνικής πολιτικής και των μέτρων άμβλυνσης των απωλειών του ΕΚΑΣ είναι ένα αναγκαίο δίχτυ ασφαλείας για την ελληνική κοινωνία, οι αντοχές της οποίας συμπιέστηκαν οριακά τα τελευταία έξι χρόνια περισσότερο από κάθε άλλη χώρα της Ευρωζώνης.
Η ελάχιστη προστασία δεν είναι μόνον αξιακή τοποθέτηση και ηθική επιταγή, είναι συνιστώσα της κοινωνικής σταθερότητας και συνοχής, η οποία με τη σειρά της είναι βαρύνων, αν όχι καθοριστικός παράγων της επιστροφής στην ανάπτυξη.
Εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα, και κυρίως μετά την κρίση στην Ευρωζώνη το 2010, η ελάχιστη κοινωνική προστασία και αλληλεγγύη έχει αποδειχθεί ότι δεν πλήττει την ανταγωνιστικότητα. Ηδη διεθνείς οργανισμοί και αναλυτές κατά πλειοψηφία αποφαίνονται ότι για την ΕΕ-Ευρωζώνη η ανταγωνιστικότητα δεν πρέπει να θεωρείται κατά κύριο ή βαρύνοντα λόγο συνάρτηση της συρρίκνωσης ή ακόμη και της κατάργησης της κοινωνικής πολιτικής.
Πρόκειται για έναν μύθο που διαλύεται, καθώς η διαφορά του κόστους παραγωγής με τις αναδυόμενες οικονομίες είναι κολοσσιαία και ελάχιστα επηρεάζεται από τη συρρίκνωση των κοινωνικών παροχών, με την ποιοτική παραγωγή να παραμένει το ακαταμάχητο πλεονέκτημα της «γηραιάς ηπείρου».
Η ελάχιστη κοινωνική προστασία δεν αντιμετωπίζεται πλέον σαν παρωχημένη ιδεοληψία της Αριστεράς, καθώς καταρρέει παντού ο μύθος της αυτορυθμιζόμενης αγοράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και η νέα πρωθυπουργός της Βρετανίας αναφέρθηκε στην ανάγκη να κατοχυρωθεί ένα δίχτυ ασφαλείας.
Στη χώρα μας, όπου πριν από την κρίση είχε γίνει κατάχρηση και στρέβλωση της κατανομής των κοινωνικών παροχών για εξυπηρέτηση πελατειακών σχέσεων της πολιτικής εξουσίας, η εξισορρόπηση σε περίοδο συνεχιζόμενης δημοσιονομικής λιτότητας σε ένα αποτελεσματικό δίχτυ κοινωνικής προστασίας είναι ένα δύσκολο στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί και να κατοχυρωθεί ως κεκτημένο υπεράνω αμφισβήτησης.

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Θα αφορά το μέλλον της χώρας.

Η πρόταση της κυβέρνησης για τη συνταγματική αναθεώρηση περιλαμβάνει μια δημόσια διαβούλευση που προηγείται της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 110 του ισχύοντος Συντάγματος.
Αυτή η δημόσια διαβούλευση, που ανακοινώθηκε χθες από τον πρωθυπουργό, είναι μια πρόκληση και ένα στοίχημα όχι κομματικής αντιπαράθεσης, αλλά τουλάχιστον διακομματικής συναίνεσης για την ανάγκη ενός διαλόγου που ξεπερνά το στενό συνταγματικό αναθεωρητικό πλαίσιο μέσα από τη Βουλή.
Ενός διαλόγου που θα αφορά το μέλλον της χώρας συνολικά, και πιο συγκεκριμένα τους κανόνες της δημοκρατικής διακυβέρνησης που θα επιτρέψουν να αναζητήσουμε τον ρόλο και τη θέση της χώρας στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την παγκοσμιοποίηση.
Η πρόκληση είναι ανοικτή, καθώς στον διάλογο μπορεί να γίνει υπέρβαση συγκρούσεων που δεν έχουν αντίκρισμα αλλά και να διαμορφωθούν πόλοι συναίνεσης που σήμερα δεν είναι διακριτοί.
Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στη χθεσινή ομιλία του αναφέρθηκε στο πέρασμα στη νέα μεταπολίτευση. Στον διάλογο αυτό οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να καταθέσουν με παρρησία τις απόψεις τους, καθώς η συναίνεση για το πλαίσιο διαλόγου δίνει τη δυνατότητα για δημιουργική αντιπαράθεση, που είναι η προϋπόθεση της σύνθεσης.
Είναι γνωστό ότι η νέα μεταπολίτευση που προτείνει ο πρωθυπουργός σαν ανάγκη κλεισίματος ενός ιστορικού κεφαλαίου και ανοίγματος ενός νέου διαπιστώνεται ως ανάγκη και προτεραιότητα με διαφορετικές διατυπώσεις, περιεχόμενο και αξιακές αναφορές από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα εδώ και καιρό.
Το πλαίσιο και το περιεχόμενο μιας ανοιχτής δημόσιας διαβούλευσης δεν το ορίζουν μόνον αυτοί που καταθέτουν τη σχετική πρόταση αλλά και όσοι συμμετέχουν και μάλιστα σε εξίσου σημαντικό βαθμό.
Το στοίχημα μια επιτυχούς δημόσιας διαβούλευσης είναι ανοικτό και όπως είδαμε στηρίζεται σε μια σύγκλιση απόψεων για το άνοιγμα ενός νέου κεφαλαίου στην Ιστορία της χώρας.

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Εκλογικός νόμος ήταν και... πέρασε!

Εκλογικός νόμος ήταν και... πέρασε! Κάπως έτσι θα μπορούσαν να συμπυκνωθούν σε μια φράση τα όσα συνέβησαν την προηγούμενη εβδομάδα στη Βουλή. Ο κ. Τσιπρας δεν πέτυχε τελικά αυτό που ήθελε, αλλά κέρδισε μια... εβδομάδα ακόμη! Από σήμερα ξεκινά η νέα κυβερνητική προσπάθεια για αλλαγή του «γηπέδου» αντιπαράθεσης. Με αιχμή την αναθεώρηση του Συντάγματος, ο πρωθυπουργός θα επιχειρήσει να εγκλωβίσει όλα τα κόμματα σε μια συζήτηση περί θεσμικών αλλαγών, έτσι ώστε να ξεφύγει από τη δύσκολη καθημερινότητα! Δυστυχώς όμως πάλι μια... εβδομάδα θα κερδίσει, με δεδομένο ότι σε λίγες ημέρες έρχεται η πρώτη δόση του φόρου εισοδήματος, τον Αύγουστο ο ΕΝΦΙΑ κ.ο.κ.
Αρα, τι του μένει; Οι τηλεοπτικές άδειες. Ενα προσφιλές (εάν όχι το προσφιλέστερο) θέμα για την κυβέρνηση, όπως φάνηκε και από την τελευταία ομιλία του κ. Τσίπρα στη Βουλή. Αν και το θέμα ήταν ο εκλογικός νόμος, μίλησε και πάλι για τα ΜΜΕ, για τα κανάλια της διαπλοκής, για χρεοκοπημένους εκδότες κ.λπ., σε συνέχεια της αναγγελίας που έκανε για το κλείσιμο του Mega. Είναι βέβαιον ότι τα ίδια θα πει και στην επικείμενη συζήτηση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής που έχει ζητήσει η ΝΔ με αφορμή τα γεγονότα του περσινού καλοκαιριού!
Φαίνεται, λοιπόν, ότι η κυβέρνηση επενδύει -πολιτικά και επικοινωνιακά- στην αλλαγή του τηλεοπτικού τοπίου και θέλει να εμφανίσει ως... τρόπαιο το «λουκέτο» σε έναν ή περισσότερους τηλεοπτικούς σταθμούς! Δηλαδή την ώρα που οι πολίτες θα έρχονται αντιμέτωποι με την Εφορία, τις περικοπές, την ακρίβεια, η κυβέρνηση θα απαντά: «Ναι, αλλά έκλεισε το Mega...». Και αυτή η συζήτηση, όμως, δεν πρόκειται να κρατήσει πάνω από τρεις ημέρες. Και στο τέλος αυτό που θα μείνει θα είναι το «μαύρο» και οι 500, 600, 700 άνεργοι σε έναν ακόμη κλάδο της ιδιωτικής οικονομίας!