Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Το Σύνταγμα αποτελεί εγγύηση απέναντι στην κατεδάφιση αρχών και δικαιωμάτων .

Μέχρι τον Ιανουάριο του 2015, αλλά ακόμη και μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, η αντιμνημονιακή ρητορεία επικεντρωνόταν στην ανάδειξη συνταγματικών και θεσμικών «ατοπημάτων» των κυβερνήσεων της περιόδου 2010-2014. Πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, αιφνιδιαστική εισαγωγή και με συνοπτικές διαδικασίες ψήφιση νομοθετημάτων, συρροή τροπολογιών άσχετων με το κυρίως αντικείμενο νομοσχεδίων και πληθώρα ρυθμίσεων οριακής συνταγματικότητας περιλαμβάνονταν στην ημερήσια διάταξη του αντιπολιτευτικού λόγου.
Ωστόσο όλες αυτές οι πρακτικές δεν μεταβλήθηκαν μετά την ανάληψη του εξουσίας από τις «αντιμνημονιακές» πολιτικές δυνάμεις. Αντιθέτως, σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζονται εντεινόμενες. Εκείνοι που υποστήριζαν ότι ολόκληρα νομοθετήματα ήταν από την αρχή ως το τέλος αντισυνταγματικά, σήμερα εγκαλούν όσους θέτουν ζητήματα συνταγματικότητας ως πολιτικούς ακτιβιστές και εκ του πονηρού επικαλούμενους το Σύνταγμα. Παράλληλα, ο αριθμός των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, των άσχετων τροπολογιών και της επείγουσας νομοθέτησης έχουν αυξηθεί σημαντικά. Πράγματι, η εγγενής ελλειπτικότητα του Συντάγματος επιτρέπει στον καθένα, νομικό ή απλό πολίτη, να εκφέρει τη γνώμη του ως προς τη συνταγματικότητα των επιλογών του νομοθέτη. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ο πλεονάζων συνταγματικός λόγος αποδεικνύεται επωφελής είτε για την αξιοπιστία του Συντάγματος, είτε για εκείνους που επενδύουν την πολιτική διαφωνία τους με συνταγματικά επιχειρήματα. Η ερμηνεία του Συντάγματος και ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων αποτελούν μια επιστημονική διεργασία που προϋποθέτει εξειδικευμένη γνώση και συχνά τη συνέργεια περισσότερων κλάδων του δικαίου.
Aρα η κατάχρηση συνταγματικού λόγου, ιδίως όταν προέρχεται από όσους διαθέτουν θεσμικό ρόλο, ενδέχεται να οδηγήσει στην καλλιέργεια αστήρικτων προσδοκιών και στην απαξίωση του συνταγματικού κειμένου και των κρατικών οργάνων που λειτουργούν βάσει αυτού. Το Σύνταγμα αποτελεί εγγύηση απέναντι στην κατεδάφιση αρχών και δικαιωμάτων, όχι μέσο διευθέτησης πολιτικών διαφορών. Στη δημοκρατική πολιτική αντιμαχία η τελευταία λέξη διατυπώνεται στις γενικές εκλογές και όχι στις δικαστικές αίθουσες. Από την άλλη πλευρά ωστόσο, είναι εξόχως υποκριτικό όσοι επικαλούνταν μέχρι τις αρχές του 2015 την αντισυνταγματικότητα όποιου περιοριστικού μέτρου θεσπιζόταν, να εγκαλούν σήμερα όσους επισημαίνουν ζητήματα συνταγματικότητας στην τριτομνημονιακή νομοθεσία.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Η τελική δοκιμασία για τους κυβερνώντες τώρα αρχίζει.

Με την κατάθεση του τελευταίου νομοσχεδίου και τη λήψη των υπόλοιπων προαπαιτούμενων, προκειμένου να σφραγιστεί η ολοκλήρωση της αξιολόγησης, κλείνει ένας μακρόσυρτος όσο και επώδυνος κύκλος. Οσο και αν τα μέτρα ήταν γνωστά, σε γενικές γραμμές, από τη συμφωνία του περασμένου καλοκαιριού. Οσο και αν ο συμβιβασμός είχε προαναγγελθεί, το πακέτο ήταν και παραμένει καθ' όλα σκληρό. Πριν απ' όλα για τους πολίτες αλλά και για την ίδια την κυβέρνηση. Το θετικό που προστέθηκε στην όλη διαδικασία ήταν ο συνδυασμός του με την ελάφρυνση του μη βιώσιμου χρέους.
Τώρα η κυβέρνηση, χωρίς αυταπάτες και χωρίς την ασφυκτική πίεση της καθημερινής διαπραγμάτευσης, καλείται να ανταποκριθεί στις ευθύνες που απορρέουν από τον νέο κύκλο στον οποίο εισέρχονται η χώρα, η οικονομία και η κοινωνία. Τον κύκλο της πραγματικής διακυβέρνησης. Στην καινούργια φάση οι ευθύνες είναι ακόμη μεγαλύτερες και καθοριστικές σε ένα άλλο κρίσιμο επίπεδο. Καθώς δεν καλείται πλέον να ανταποκριθεί σε αξιώσεις των εταίρων-δανειστών. Αλλά στις απαιτήσεις και τις προσδοκίες των πολιτών.
Στο επίκεντρο βρίσκονται βεβαίως η επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας, η ανάκαμψη και η δημιουργία θέσεων εργασίας. Μαζί με την παραγωγική ανασυγκρότηση, όμως, καλείται να δώσει επειγόντως λύσεις στα καυτά προβλήματα μιας αβίωτης καθημερινότητας. Την κοινωνική ανασυγκρότηση -που επαγγέλλεται και έχει ως μέγιστο στόχο- ουδόλως εμποδίζουν οι μνημονιακές δεσμεύσεις. Ισα ίσα εξαιτίας ακριβώς αυτών επιβάλλεται ένας άμεσα υλοποιήσιμος ρεαλιστικός σχεδιασμός. Ταχύτατες αποφάσεις και πρακτικά μέτρα με χειροπιαστά αποτελέσματα για την ανακούφιση των κοινωνικών αναγκών. Από την Υγεία και την Παιδεία έως τον Πολιτισμό. Παντού οι πολίτες χρειάζονται βαθιές «ανάσες». Καλώς ή όχι καμωμένα, όσα αναμένεται να επισφραγιστούν στις 24 Μαΐου ανήκουν στον παλιό κύκλο. Η τελική δοκιμασία για τους κυβερνώντες τώρα αρχίζει.

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Μετά τα δυσβάσταχτα σκληρά μέτρα, που πάρθηκαν για να κλείσει η αξιολόγηση και να ανοίξει η στρόφιγγα της δανειακής ρευστότητας, απαιτούνται επειγόντως πράξεις για τη βελτίωση της καθημερινότητας του πολίτη. Λόγος δεν γίνεται εδώ απλώς για κάποια λήψη μέτρων άμβλυνσης των εντυπώσεων από το σκληρό «πακέτο». Ούτε για κάποια επικοινωνιακή αντεπίθεση στον αντιπολιτευτικό πόλεμο. Αυτό είναι αδιάφορο για τους πολίτες. Μιλάμε για μάχες βελτίωσης της ποιότητας ζωής των πολιτών, που συνεχίζει να κατρακυλά τα έξι τελευταία χρόνια. Δυστυχώς, όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα στις καθημερινές πτυχές της ζωής, η Ελλάδα σε πληγώνει, για να χρησιμοποιήσουμε μια μεταφορά κοινής χρήσης. Από την υγεία και την παιδεία έως τις εργασιακές σχέσεις και βασικές πτυχές της καθημερινής ζωής.
Συνήθως διαφεύγει ότι οι θυσίες για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων γίνονται ακριβώς για τη βελτίωσή τους. Οχι για το αντίθετο, όπως συμβαίνει έως τώρα. Σε αυτά τα «αλώνια» θα δοκιμαστούν και θα κριθούν οι κυβερνώντες. Ιδιαίτερα, μάλιστα, όσοι υπεύθυνοι εκ της θέσης τους δεν είχαν άμεση εμπλοκή στις εξαντλητικές διαπραγματεύσεις. Ειδικά αυτοί καλούνται να αποδώσουν ταχύτατα έργο. Αφού το άλλοθι της έλλειψης χρόνου για άσκηση κυβερνητικού έργου δεν είναι συλλογικό. Διεκπεραιωτές, διακοσμητικοί, κατ' όνομα υπουργοί, αναπληρωτές και άλλοι αξιωματούχοι δεν υπάρχουν. Στη φάση που διανύουμε, κατά τη λαϊκή, όσο και σοφή έκφραση, «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του».
Απαραίτητο όπλο στον πόλεμο της καθημερινότητας, πέραν των προσώπων, είναι, φυσικά, και η ύπαρξη συγκεκριμένου πολιτικού σχεδιασμού. Ανανεωμένου και προσαρμοσμένου στις νέες συνθήκες και τις ανάγκες των πολιτών. Μαζί με, πάραυτα, ορατά αποτελέσματα.

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Σήμερα βιώνουμε πολιτικό κυνισμό, βαθιά ύφεση, κοινωνική εξαθλίωση.

Τα τελευταία έξι χρόνια, με αποκορύφωμα τους δεκαεπτά μήνες διακυβέρνησης της χώρας από το εκτρωματικό δίδυμο ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, οι πολίτες βιώνουν με γεωμετρική ταχύτητα την αλλαγή επί τα χείρω του επίπεδου ζωής τους. Αυτά που θεωρούσαν ως κεκτημένα των μεταπολιτευτικών δεκαετιών γκρεμίστηκαν και εξανεμίστηκαν. Σήμερα βιώνουμε πολιτικό κυνισμό, βαθιά ύφεση, κοινωνική εξαθλίωση, εθνική υποτίμηση. Απότοκα του ψεύδους, του αμοραλισμού, του τυχοδιωκτισμού, του πρωτοφανούς κυβερνητικού λαϊκισμού.
Για να ανατραπεί η κατάσταση απαιτείται να συγκροτηθεί επειγόντως ένας ισχυρός πόλος από όλες τις δυνάμεις που μάχονται τον λαϊκισμό, τη διαστρέβλωση της αλήθειας και την πολιτική αγυρτεία. Συγχρόνως, σε όλους τους βασικούς τομείς άσκησης πολιτικής απαιτείται αυτό που στην επιστημολογία έχει περιγραφεί από τον Thomas Kuhn ως αλλαγή παραδείγματος ή υποδείγματος, καθώς μεταβάλλονται τόσο τα γεγονότα όσο και οι παραδοχές βάσει των οποίων είχε διατυπωθεί η θεωρητική μας προσέγγιση, αλλά και η χάραξη των δημόσιων πολιτικών.
Η «αλλαγή παραδείγματος» δεν αφορά μόνο στη χώρα μας. Οι διαδοχικές οικονομικές κρίσεις, η περιβαλλοντική και αστική υποβάθμιση, η αποβιομηχάνιση συμβάλλουν στην περιθωριοποίηση σημαντικού ποσοστού του πληθυσμού του πλανήτη. Παράλληλα, είναι απολύτως εμφανής η προϊούσα αλλαγή του ρόλου του κράτους, καθώς, συν τω χρόνω, αποσύρεται από τομείς δημόσιας πολιτικής, στους οποίους ακόμη και στο πρόσφατο παρελθόν το κράτος υπήρξε ιδιαίτερα ενεργό, όπως στον πολιτισμό. Απέναντι στα νέα δεδομένα και τις προκλήσεις που δημιουργούνται σε περιβάλλον πολυεπίπεδης κρίσης, οικονομικής, κοινωνικής, περιβαλλοντικής και πρωτίστως πολιτισμικής, οι προσεγγίσεις που θα υπάρξουν δεν μπορεί παρά να τοποθετούνται στο πλαίσιο μιας θεώρησης ολιστικής, βαθιά ανθρωπιστικής και συνάμα έντονα αναπτυξιακής. Η βιώσιμη ανάπτυξη σε μακροπρόθεσμη βάση προϋποθέτει τη διατήρηση και την ενίσχυση του πολιτισμικού κεφαλαίου. Ηδη από το 2012, οι διεθνείς οργανισμοί τοποθετούν τον πολιτισμό και την πολιτισμική κληρονομιά στο επίκεντρο των λύσεων σε διεθνές επίπεδο.
Το περιεχόμενο και ο ρόλος του πολιτισμού και του πολιτιστικού αποθέματος μετασχηματίζονται, επαναπροσδιορίζονται, εμπλουτίζονται διαρκώς. Ετσι γεννιούνται νέες ανάγκες και απαιτούνται νέοι τρόποι διαχείρισης. Με τις νέες τεχνολογίες αλλάζει ο παραδοσιακός τρόπος πρόσβασης και συμμετοχής στο πολιτιστικό αγαθό, στο πολιτιστικό προϊόν. Το ευρύτερο πρόβλημα της πολιτισμικής βιωσιμότητας απασχολεί όχι μόνον τους επιστήμονες, αλλά και τους πολιτικούς, ανά τον κόσμο. Οχι όμως την κατά ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ανεύθυνη κρατική δομή. Εκεί αναλώνονται στο στήσιμο ταμπλό βιβάν, δήθεν ανθρωπιάς και αλληλεγγύης, με την πολιτική ηγεσία να μεταχειρίζεται τους πρόσφυγες και τον Παρθενώνα ως πολυπολιτισμικό σκηνικό.

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Από το ένα άκρο στο άλλο.

Είναι καταπληκτικό σε αυτήν τη χώρα το πόσο γρήγορα εναλλάσσονται τα συναισθήματα και πόσο εύκολα μεταβάλλονται οι προβλέψεις και οι εκτιμήσεις... Λίγο πριν από την τελευταία ψηφοφορία στη Βουλή για τα πρώτα μέτρα δεν ήταν λίγοι εκείνοι που περίμεναν και εκλογές ακόμη, το αργότερο μέχρι τις αρχές Ιουνίου. Ηταν πολιτικά στελέχη που έκαναν την εκτίμηση ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν θα αντέξει την πίεση των αντιλαϊκών μέτρων. Μόλις η ψηφοφορία ολοκληρώθηκε και η κυβέρνηση πήρε τις πολυπόθητες 153 θετικές ψήφους, όλα άλλαξαν. Τα ίδια πρόσωπα προέβλεπαν ότι «τώρα ο Τσίπρας θα μείνει για δέκα χρόνια στην εξουσία». Από το ένα άκρο στο άλλο, δηλαδή. Μια απλή ανάλυση των δεδομένων, όμως, οδηγεί στο εξής:
Για να «σπάσει» αυτή η κυβέρνηση το ρεκόρ παραμονής στην εξουσία των μνημονιακών κυβερνήσεων και να διεκδικήσει μια δεύτερη 4ετία πρέπει:
• Κατ’ αρχήν να περάσει τον κάβο της εφαρμογής των μέτρων που ψηφίστηκαν και θα ψηφιστούν στις 17 του μηνός.
• Να μη χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί ο «κόφτης»!
• Να μετατραπεί η Ελλάδα σε έναν επενδυτικό παράδεισο.
• Να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και να εξομαλυνθεί η κατάσταση στο Ασφαλιστικό μέσω των εισφορών νέων εργαζομένων.
• Να περιοριστεί ο αριθμός των πολιτών που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.
• Να γίνουν μεγάλα βήματα προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης του δημόσιου τομέα.
• Να μειωθούν οι φόροι για τις επιχειρήσεις.
• Να δημιουργηθεί πραγματικό κοινωνικό κράτος.
• Να βελτιωθούν οι υπηρεσίες υγείας.
• Να αποκτήσει η χώρα σύγχρονα πανεπιστήμια, όπου δεν θα κυριαρχούν οι αλληλέγγυοι, αλλά οι φοιτητές.
Εάν αυτή η κυβέρνηση πετύχει αυτούς τους στόχους, τότε πράγματι μπορεί να συμπληρώσει εύκολα δύο 4ετίες στην εξουσία και να διεκδικήσει επάξια και τρίτη..

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Η κατάσταση περιπλέκεται ψυχολογικά .

Λέγεται συχνά πως μόνο μια αριστερή κυβέρνηση μπορεί να περάσει τα μεταρρυθμιστικά μέτρα που θα ήθελε να περάσει μια δεξιά ή κεντρώα κυβέρνηση. Δεν ξέρω αν αυτός ο, ας πούμε, άγραφος νόμος έχει διεθνή ισχύ ή αφορά αποκλειστικά και μόνο τη χώρα μας. Οπωσδήποτε όμως, η σημερινή κυβέρνηση (με τη διαφορά, βέβαια, ότι δεν είναι αμιγώς αριστερή αλλά περιέχει και μια γραφική ακροδεξιά) τον επιβεβαιώνει. Τα μέτρα του περυσινού καλοκαιριού και, κυρίως, αυτά που ψήφισαν μόνοι τους οι 153 των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ το βράδυ της Κυριακής θα είχαν προκαλέσει αλυσιδωτούς κοινωνικούς σεισμούς, αν τα είχαν ψηφίσει οι λεγόμενοι «Σαμαροβενιζέλοι». Το ξέρουμε, το ζήσαμε στα αρχικά μνημόνια.

Ισως είναι απλώς ζήτημα ψυχολογίας: Το εν Ελλάδι ισχυρό αριστερό ανακλαστικό βρίσκεται σε εγρήγορση μονάχα όταν απέναντί του έχει εξουσία μη αριστερή. Αλλιώς βυθίζεται σε έναν εφησυχασμό.

Για να είμαστε δίκαιοι, ταραχές προκλήθηκαν την Κυριακή, πορείες έγιναν, το κέντρο ερήμωσε, ενώ τα μέτρα ασφαλείας εκ μέρους της αριστερής –κατά βάση– κυβέρνησης ήταν πρωτοφανή και καυτηριάστηκαν ποικιλοτρόπως. Ομως, κακά τα ψέματα, νωθρότητα χαρακτήρισε αυτές τις αντιδράσεις. Μάλλον, για να είμαστε και πάλι δίκαιοι, ήταν κόπωση, όχι νωθρότητα. Από το 2008, η οργή στέρεψε· στρέφεται πλέον προς τα μέσα, γίνεται κάτι σαν κατάθλιψη.

Αυτή η κατάθλιψη έχει να κάνει και με το γεγονός πως όσοι πίστεψαν ότι οι Τσίπρας-Παππάς θα έσκιζαν μνημόνια, θα έπαιζαν νταούλια και η Ευρώπη θα χόρευε, θα ανέβαζαν το αφορολόγητο στις 12.000 ευρώ, θα καταργούσαν τον ΕΝΦΙΑ, θα τιμούσαν το βροντερό «Οχι» στο περυσινό δημοψήφισμα κ.ο.κ., διαψεύστηκαν οικτρά. Πού όρεξη για διαμαρτυρίες τώρα και σε τι να ελπίσουν;

Υπάρχει μια απάντηση: Σε μιαν «ηρωική έξοδο» από την Ευρωζώνη. Γι’ αυτό και, ενώ τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ μειώνονται, έχει παρατηρηθεί αυξητική τάση υπέρ της δραχμής. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως τώρα, σε αυτήν τη φάση τουλάχιστον, «παίζει» ευρώ, οπότε η κατάσταση περιπλέκεται, ψυχολογικά τουλάχιστον.

Ο ψυχολογικός παράγοντας έχει τη σημασία του, καθώς για πολύ από όλο αυτό τον κόσμο που στήριξε ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έως τουλάχιστον τον Ιανουάριο του 2015, το ψυχολογικό αδιέξοδο είναι τεράστιο κι ας χαμογελάει στα υπουργικά συμβούλια ο πρωθυπουργός. Ισως να έχει και ο ίδιος συνειδητοποιήσει, επιτέλους, ότι η έξοδος από το ευρώ είναι μια αυταπάτη. Η ύστατη αυταπάτη όσων κάποτε τον πίστεψαν και τώρα έχουν στραφεί στις κινήσεις Λαφαζάνη, Κωνσταντοπούλου ή απλώς επέστρεψαν στην παλιά, καλή ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τα συναφή.

Δεν είναι όλα όμως ψυχολογία. Διότι για αυταπάτες μίλησε την Κυριακή και ο ίδιος ο πρωθυπουργός στη Βουλή. «Κατηγορήστε μας για αυταπάτες, όχι για ψέματα», είπε χαρακτηριστικά. Τι είναι τούτο τώρα; Ρεαλισμός ή θράσος; Ρεαλισμό δεν είχε ποτέ του· αν είχε, η χώρα δεν θα είχε υποστεί την περιπέτεια του 2015 και τις συνέπειές της. Αντίθετα, το θράσος περίσσευε. Το προκλητικό θράσος ενός πολιτικού που τροφοδότησε αυταπάτες και τροφοδοτήθηκε από αυτές. Μάλλον, αν σε κάτι υπήρξε ικανός, ήταν στην καλλιέργεια και πώληση αλυσίδας από αυταπάτες. Τώρα πια που τις αποποιείται, κατά δήλωσή του, ύστατο αποκούμπι και του ιδίου για τη διατήρηση της εξουσίας είναι μόνον αυτό: Το ψέμα.

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Δεν υπάρχει, όμως, χώρος για πανηγυρισμούς.

Η κυβέρνηση έχει λόγους να είναι ικανοποιημένη από τα αποτελέσματα του Eurogroup. Να αισιοδοξεί και να ελπίζει ότι η οικονομία και η χώρα θα γυρίσουν σελίδα, μπαίνοντας στον δρόμο της ανάκαμψης. Δεν υπάρχει, όμως, χώρος για πανηγυρισμούς. Ούτε για αυταπάτες, που ήταν παρούσες σε διάφορα στάδια των διαπραγματεύσεων με τους θεσμούς.
Κι αυτό όχι μόνο επειδή δεν το επιτρέπουν η τραγική οικονομική συγκυρία και η κοινωνική πραγματικότητα. Αλλά κι επειδή τίποτα από όσα ακόμη απαιτούνται για μια «νέα εποχή», δεν πρόκειται να προκύψουν από μόνα τους, αυτοματοποιημένα. Τα όσα θετικά συντελούνται με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης και την παράλληλη δρομολόγηση ελάφρυνσης του χρέους, συνιστούν την αναγκαία προϋπόθεση.
Με την εκπλήρωσή της ξεκινά ένα άλλο στάδιο εξίσου απαιτητικό. Ισως και περισσότερο, αφού πλέον η κυβέρνηση θα είναι απαλλαγμένη από το βάρος και το άγχος της διαρκούς εντατικής διαπραγμάτευσης. Χωρίς να υπερίπταται το τρομακτικό φάντασμα της αδυναμίας εκπλήρωσης των δανειακών υποχρεώσεων, λόγω έλλειψης ρευστότητας.
Εως τις 24 Μαΐου υπάρχουν ακόμη κι άλλες σοβαρές εκκρεμότητες, που απαιτούν συντονισμένη και σκληρή δουλειά. Η συμφωνία, ας μην ξεχνάμε, δεν έχει σφραγιστεί ακόμη. Κι έχουμε πικρή πείρα από «λεπτομέρειες» και «τεχνικές πτυχές». Ακριβώς πάνω στο νήμα χρειάζεται η υπερπροσπάθεια και οποιαδήποτε αστοχία δεν διορθώνεται.
Ταυτοχρόνως, οφείλει να σχεδιάζει τις ενέργειες της επόμενης μέρας. Στοχοποιημένα, με συγκεκριμένα μέτρα. Με άμεσες ενέργειες για την ανακούφιση πριν απ' όλα των πολιτών και τη βελτίωση της καθημερινότητας. Θα κριθεί τώρα από την αποτελεσματικότητα και την ταχύτητα των απαιτούμενων παρεμβάσεων στην κοινωνία και την οικονομία.
Καιρός δεν υπάρχει για διακηρύξεις, προθέσεις και παραπομπές δράσεων στο μέλλον. Χωρίς την επανεκκίνηση της οικονομίας, τα όποια σχέδια για την παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση είναι έπεα πτερόεντα.